Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η καινούργια στολή του βασιλιά!

Μια φορά κι ένα καιρό, εδώ και πολλά πολλά χρόνια, ήταν ένας  βασιλιάς τόσο φιλάρεσκος, που ξόδευε όλα τα λεφτά του, σε όμορφες στολές. Δε νοιαζόταν για τους στρατιώτες του, δεν αγαπούσε το θέατρο μα ούτε και το κυνήγι. Το μόνο που του άρεσε, ήταν να προβάρει συνέχεια καινούργιες στολές.
Είχε από μια για κάθε ώρα της μέρας. Έτσι που συνέχεια είχε πρόβα σε ράφτες.
Η πρωτεύουσα του ήταν μια μεγάλη και εύθυμη πόλη, που κάθε μέρα έφταναν πολλοί ξένοι.
Μια μέρα, έφτασαν εκεί δυο απατεώνες, που έλεγαν πως είναι, ράφτες και μάλιστα από τους πιο καλούς. Μπορούσαν να υφάνουν τα καλύτερα υφάσματα του κόσμου. Έλεγαν ακόμα, πως όχι μόνο τα σχέδια και τα χρώματα στα υφάσματα τους, ήταν πεντάμορφα, παρά πως ήταν και θαυματουργά.
Γιατί τα φορέματα που ήταν φτιαγμένα από αυτά, έμεναν αόρατα, και δεν τα έβλεπαν εκείνοι που δεν ήταν άξιοι για τη θέση που είχαν ή που ήταν αποκλειστικά βλάκες.
-Τέτοια στολή πρέπει να κάνω.... είπε ο βασιλιάς, μόλις έμαθε πως ήρθαν στη χώρα του οι δύο ράφτες.
Με τη στολή αυτή, θα ξέρω αμέσως, ποιος μέσα στη χώρα μου είναι άξιος για τη θέση του, και ποιος δεν είναι και θα ξεχωρίζω κιόλας τους σοφούς από τους ανόητους. Ναι!...ναι!..Πρέπει αμέσως να τους καλέσω να μου φτιάξουν στολή από το θαυματουργό αυτό ύφασμα.
Κι αμέσως έδωσε εντολή, στους δύο απατεώνες να ξεκινήσουν, και μάλιστα τους έδωσε και μια μεγάλη προκαταβολή για να αρχίσουν την δουλειά τους.
Εκείνοι έστησαν δύο αργαλειούς, και έκαναν πως δούλευαν βιαστικά πάνω τους, χωρίς όμως να βάλουν στημόνι ούτε να περάσουν κλωστή στη σαΐτα τους. Ωστόσο ζήτησαν και τους έδωσαν, τα πιο πολύτιμα μετάξια καθώς και χρυσές κλωστές, που όμως τα έβαλαν μέσα στις τσέπες τους, αντί να τα περάσουν στους αργαλειούς.
Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Δούλευαν ως αργά τη νύχτα πάνω στους άδειους αργαλειούς, ώσπου τον βασιλιά τον έπιασε η ανυπομονησία.
-Πρέπει να στείλω κάποιον να δει πόσο προχώρησαν....σκέφτηκε. Ξέροντας όμως ότι το ύφασμα το βλέπουν μόνο όσοι αξίζουν ή είναι έξυπνοι, προβληματιζόταν ποιον να στείλει. Αρχικά σκέφτηκε να πάει μόνος του, μετά όμως από δεύτερη σκέψη αποφάσισε να δοκιμάσει πρώτα κάποιος άλλος. Δεν φοβόταν βέβαια για τον εαυτό του....όχι βέβαια αυτός ήταν ο βασιλιάς. Όλη όμως η πολιτεία είχε μάθει για το ύφασμα και περίμενε με αγωνία να δει ποιος θα αποδεικνυόταν ανάξιος ή κουτός.
-Θα στείλω τον γέρο πρωθυπουργό μου...αποφάσισε στο τέλος.
Αυτός μπορεί να ξεχωρίσει καλύτερα την αξία του υφάσματος, γιατί είναι άνθρωπος με μυαλό και στη δουλειά του ικανότατος μέχρι τώρα.
Έτσι ο πρωθυπουργός πήγε στο εργαστήριο μπροστά στους άδειους αργαλειούς....
Έκλεισε τα μάτια του με αγωνία και τα άνοιξε ξανά....και ....ω συμφορά του δεν έβλεπε κανένα ύφασμα..
Οι ράφτες τώρα τον ρωτούσαν αν του άρεσε το σχέδιο και τα χρώματα. Και δείχνοντας τον αργαλειό άρχισαν να του εξηγούν τα κεντήματα.
Ο πρωθυπουργός ο δύστυχος δεν έβλεπε τίποτα ....και σκεφτόταν πανικόβλητος..
-Ώστε είμαι βλάκας;....Ποτέ δεν θα το φανταζόμουν...Δεν πρέπει να το μάθει κανείς....Τι θα πω στον βασιλιά;...Πρέπει να παραιτηθώ;...Όχι δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο....
-Λοιπόν ....ρωτά ο βασιλιάς ....πώς σας φάνηκε;
-Εξαίσια μεγαλειότατε, και υπέροχο σχέδιο, υπέροχος συνδυασμός χρωμάτων, περίτεχνα κεντήματα!
Μου άρεσε πολύ!...
Μόλις οι ράφτες εξασφάλισαν τα σχόλια του πρωθυπουργού στο βασιλιά, ζήτησαν κι άλλο χρυσάφι, κι άλλο μετάξι που φυσικά τα έκλεψαν και αυτά.
Έπειτα από λίγες μέρες ο βασιλιάς έστειλε έναν υπουργό του να δει τα αποτελέσματα.
Κι εκείνος όμως δεν είδε τίποτα, αλλά επίσης φοβήθηκε να το παραδεχθεί, και εκθείασε στον βασιλιά τις ικανότητες των απατεώνων στο ράψιμο, και την ομορφιά της φορεσιάς.
Και συγχρόνως σκεφτόταν:
-Ούτε ανάξιος είμαι ούτε κουτός, αλλά όπως φαίνεται μόνο εγώ το ξέρω....
Όλη η πολιτεία πια δεν μιλούσε για τίποτα άλλο παρά για τη φορεσιά, και περίμενε με αγωνία τα αποτελέσματα και το τέλος της ραφής της.
Τώρα ο βασιλιάς αποφάσισε να το δει ο ίδιος, και πήγε στο εργαστήριο.
Με μεγάλη συνοδεία από αυλικούς, και με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό, έφτασαν στο χώρο των αργαλειών.
-Πώς το βρίσκετε μεγαλειότατε;....τον ρώτησαν αυτοί με την πεποίθηση πως όλοι έβλεπαν το ύφασμα εκτός από αυτούς.
- Τι συμβαίνει;....αναρωτήθηκε ο βασιλιάς ....ώστε είμαι κουτός και ανάξιος να είμαι βασιλιάς;...Συμφορά μου!....
-Είναι υπέροχη...αναφώνησε ωστόσο...κι έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον άδειο αργαλειό και προσποιούμενος ότι θαυμάζει το ανύπαρκτο ρούχο.
Και οι αυλικοί με κόμπους ιδρώτα, άρχισαν να λένε πόσο υπέροχη φορεσιά ήταν αυτή και πόσο μεγαλόπρεπη! Κανείς δεν τόλμησε να πει ότι δεν έβλεπε τίποτα..
Συμβούλευσαν δε τον βασιλιά, να φορέσει την στολή του στην πρώτη αυλική γιορτή που θα γινόταν σε λίγες μέρες. Ο βασιλιάς ζήτησε από τους ράφτες να έχουν τελειώσει μέχρι τότε και διέταξε τον πρωθυπουργό να ετοιμαστούν δύο βαρύτιμα παράσημα για να τους τα απονείμει στη γιορτή.
Την παραμονή της γιορτής, οι απατεώνες δεν έκλεισαν μάτι όλη νύχτα.
Άναψαν δεκαέξι κεριά στο εργαστήριο για να βλέπουν όλοι το πόσο σκληρά δούλευαν, για να έχουν έτοιμη την φορεσιά.
Και όσοι περνούσαν απέξω και έβλεπαν ψαλίδια στον αέρα, και να τραβάνε βελόνες χωρίς κλωστή, πίστευαν ότι δούλευαν πυρετωδώς.
Κάποια στιγμή είπαν ότι επιτέλους τελείωσαν.
Ο βασιλιάς ήρθε ο ίδιος να κάνει πρόβα, και οι δύο ράφτες προχωρούσαν με δυσκολία σαν να κουβαλούσαν κάτι βαρύ.
Έκαναν ότι τη φορούσαν στο βασιλιά, και του έλεγαν...
- Βλέπετε πώς σας έρχεται;...και πόσο ελαφριά την αισθάνεστε πάνω σας;...Παρόλο το βάρος του χρυσαφιού, και των πετραδιών, μόλις τη φορέσατε έγινε ανάλαφρη...
Ο βασιλιάς έκανε ότι κοιτάζεται στον καθρέφτη και ότι αυτοθαυμάζεται..
Όλοι έλεγαν τι υπέροχος είναι...και πόσο πολυτελής ήταν η φορεσιά του...
Σε λίγο έφτασαν και οι συνοδοί που θα του κρατούσαν την τέντα για να είναι ο βασιλιάς στην σκιά.
Μπροστά ο βασιλιάς, ανάμεσα τους, κορδωμένος, και από πίσω οι αυλικοί του που έκαναν ότι κρατούσαν την ουρά της ανύπαρκτης φορεσιάς, βγήκαν στον δρόμο.
Κόσμος πολύς δεξιά και αριστερά και στα παράθυρα και τα μπαλκόνια.
Και όλοι φώναζαν τι υπέροχη ήταν η καινούργια θαυματουργή φορεσιά του βασιλιά.
Ποιος θα παραδεχόταν ότι ήταν ανάξιος ή ηλίθιος;
Καμία στολή δεν είχε προκαλέσει τόσο ενθουσιασμό...
Ξαφνικά μια παιδική φωνή ακούστηκε...
-Γιατί ο βασιλιάς είναι γυμνός;....
Σαν άνεμος διαδόθηκε αυτή η φράση από στόμα σε στόμα και σε λίγο όλοι φώναζαν...
-Ο βασιλιάς είναι γυμνός!!......
Ο βασιλιάς το κατάλαβε κι αυτός επιτέλους. Έβλεπε πως ο λαός μόνο έλεγε την αλήθεια.
Τι να κάνει όμως...συνέχισε να προχωρά, με βήμα επίσημο, κατακόκκινος από ντροπή, ενώ οι αυλικοί του εξακολουθούσαν να κρατάνε την ανύπαρκτη ουρά.
Ποτέ τους δεν είχαν νοιώσει πιο ανάξιοι και πιο ηλίθιοι......



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*