Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Το κορίτσι που ήθελε σεβασμό!!!

πηγή



Μια φορά κι ένα καιρό, κοντά σε ένα δάσος, έμενε ένας αγρότης με τη γυναίκα του, τους δύο γιους του, και τη κόρη τους, σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι.
Ο πατέρας και οι δύο γιοι του, καλλιεργούσαν μια μικρή έκταση γης, φυτεύοντας την και σπέρνοντας την, για να εξασφαλίζουν το φαγητό της ημέρας.
Η μητέρα φρόντιζε το σπίτι, και τακτοποιούσε το μικρό της νοικοκυριό, και η κόρη τη βοηθούσε ακολουθώντας τις εντολές της.
Πάντα στο σπίτι τους γινόταν αυτό που ήθελε ο πατέρας, μια και αυτός ήταν ο αρχηγός της οικογένειας.
Όταν προσπαθούσαν να βρουν τι να φυτέψουν που θα τους φέρει μεγαλύτερο κέρδος, το κουβέντιαζε ο πατέρας με τους δυο γιους του. Αυτοί αποφάσιζαν που θα πάνε να μαζέψουν ξύλα, αυτοί αποφάσιζαν που θα τα πουλήσουν, και στη μάνα ανακοίνωναν, το κέρδος της ημέρας.
Στη κόρη, σπάνια απευθυνόταν κανείς, σπάνια τη ρωτούσε κάποιος αν ήταν καλά, κι εκείνη ενώ στην αρχή προσπαθούσε να συμμετέχει στην οικογένεια, γρήγορα σταμάτησε , μια και κατάλαβε ότι σαν κορίτσι που ήταν, δεν θεωρούσαν και τη γνώμη της τόσο σπουδαία. Ούτε οι γονείς της μα ούτε και τα αδέλφια της.
Το κορίτσι  όμως, στο μικρό κρεβατάκι του στη σοφίτα τα βράδια, δεν κοιμόταν αμέσως, αλλά ονειρευόταν και έκανε σκέψεις για το μέλλον. Την προβλημάτιζαν πολλά πράγματα. Την προβλημάτιζε ο κόσμος,  αγαπούσε τα φυτά και τα ζώα, και της άρεσε το νερό στο ποτάμι όπως κυλούσε. Αλλά πάνω από όλα, ήθελε να πάει στο χωριό, τώρα που μεγάλωσε. Να δει πως ζουν οι άλλοι άνθρωποι. Όταν ήταν μικρή, την είχαν πάρει μαζί τους μια φορά οι δικοί της, και είχε διατηρηθεί στη μνήμη της, ένα  μεγάλο σπίτι, που  ένα σωρό παιδιά έτρεξαν και μπήκαν μέσα. Κάποτε, από τις λίγες φορές που ο πατέρας της, της είχε απαντήσει σε κάτι, της είπε ότι αυτό ήταν σχολείο,'' άχρηστο πράγμα δηλαδή'', της είχε πει. Και είχε συμπληρώσει ότι:  '' τα γράμματα ήταν χαμένα χρόνια, ενώ το σημαντικό είναι να φροντίζεις  για το βιος της οικογένειας, να φτιάχνεις φαγητό αν είσαι γυναίκα και να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού, ώστε να τρώει και να ξεκουράζεται ο άντρας όταν γυρίζει από τη δουλειά''.
Μα  εκείνη  ήθελε να μάθει! Και να γράφει και να διαβάζει. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να το πει. Κι ακόμα ήθελε να μη νοιώθει τόσο μόνη και παραμελημένη. Αγαπούσε τη ζωή, και ήθελε να τη γνωρίσει, γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν ήταν μόνο το μικρό της σπιτάκι, αλλά απλωνόταν πολύ πιο πέρα. Πιο πέρα κι από εκεί που μπορούσε να φτάσει ο νους της.
Μια μέρα που η μητέρα της είχε δουλειές πολλές και η κόρη της την ενοχλούσε ''μέσα στα πόδια της'', το κορίτσι τη ρώτησε αν μπορεί να πάει βόλτα μέχρι το ποτάμι.

Η μάνα της την άφησε, κι εκείνη χαρούμενη ξεκίνησε γρήγορα, από φόβο μη το μετανιώσει και τη φωνάξει πίσω. Όπως βάδιζε μέσα στα δέντρα, ένοιωσε ελεύθερη, και άρχισε να απολαμβάνει τις μυρωδιές του δάσους, και το τραγούδι των πουλιών. Απομακρύνθηκε χωρίς να το καταλάβει. Και όταν έφτασε πια στη καρδιά του δάσους, λες και κάποιος τράβηξε από μπροστά της μια κουρτίνα, ένα σπιτάκι φάνηκε, που είχε τριγύρω έναν υπέροχο κήπο, με ότι λουλούδι μπορείς να φανταστείς. Λουλούδια που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της και που μοσχομύριζαν τόσο, και ήταν τόσο όμορφα στην όψη,  ώστε αισθάνθηκε ένα με την ομορφιά τους και γεμάτη από την ευωδιά τους. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε, και παρουσιάστηκε μπροστά της μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Φορούσε μια ποδιά, πάνω από το μακρύ της φόρεμα. Και όπως άνοιξε η πόρτα, μια μυρωδιά ξεχύθηκε υπέροχη από το σπίτι, από κάτι που ψηνόταν. Η  κοιλίτσα της που γουργούρισε, της θύμισε ότι δεν είχε φάει τίποτα, και την έκανε να ξεπεράσει τη δειλία της, και να καλημερίσει τη γυναίκα.
-Καλημέρα κορίτσι μου! της απάντησε με χαμόγελο εκείνη.
Δεν σε έχω ξαναδεί από εδώ, από πού έρχεσαι;
Το κορίτσι της είπε που έμενε, κι ότι είχε βγει βόλτα και ξεμάκρυνε άθελα της.
Η γυναίκα τη ρώτησε αν ήθελε λίγη πίτα που μόλις την είχε βγάλει από το φούρνο.
Το κορίτσι δέχτηκε με χαρά, παρότι δεν ήξερε καν, τι ήταν η πίτα.
Μπήκε στο σπίτι, και η καλή γυναίκα της έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι που το έβλεπε πρώτη φορά. Όταν το δοκίμασε, είδε ότι μέσα ήταν γεμάτο από διάφορα χόρτα, και ήταν πολύ νόστιμο. Ρώτησε να μάθει πώς γίνεται.
Πρόθυμα η γυναίκα της εξήγησε το τρόπο και της είπε ότι μπορεί να βάλει ότι θέλει μέσα.
Μετά κουβέντιασαν για το κήπο και για τα λουλούδια της, και έμαθε τα ονόματα τους ενόσω της τα έδειχνε ένα- ένα με καμάρι.
Το κορίτσι ήταν ενθουσιασμένο που κάποιος της μιλούσε για πρώτη φορά τόσο πολύ και της εξηγούσε διάφορα με τόση προθυμία. Κι εκείνη τα ''ρούφαγε'' όλα, και τα φύλαγε στο μυαλό και στη καρδιά της με λαχτάρα. Έπρεπε όμως να φύγει και με ''μισή καρδιά'' αποχαιρέτησε τη γυναίκα.
Η καλή κυρία της είπε τότε, να ξαναπάει όποτε θέλει, και το κορίτσι μας με την ελπίδα και τη χαρά στη καρδούλα του, το υποσχέθηκε και έφυγε τρέχοντας.
Στο σπίτι της, δεν της μίλησε κανείς, μια και όλοι ήταν πολύ κουρασμένοι.
Κάποια στιγμή, εκείνη ρώτησε:
- Γιατί δεν φυτεύουμε λουλούδια και να φτιάξουμε ένα κήπο;;
Κι αμέσως ο πατέρας της, της απάντησε:
- Τα λουλούδια δεν χρησιμεύουν πουθενά και δεν τρώγονται.
-Γιατί με το στάρι που φτιάχνουμε αλεύρι, δεν δοκιμάζουμε να κάνουμε και κάτι άλλο εκτός από ψωμί;;
Και πάλι η φωνή του πατέρα ακούστηκε:
-Είμαστε πολύ κουρασμένοι για να ασχολούμαστε με πράγματα χωρίς ουσία. Ψωμί έφτιαχναν οι πατεράδες μας, ψωμί φτιάχνουμε κι εμείς.
Τα αδέλφια της χαμογελούσαν με ύφος, σα να άκουσαν τη μεγαλύτερη χαζομάρα από το πιο χαζό άνθρωπο του κόσμου.
Την άλλη μέρα, έφυγε πάλι μετά τις δουλειές και πήγε στο σπίτι της γυναίκας. Μια απόφαση είχε πάρει μέσα της. Όταν έφτασε, της είπε:
-Θα έρχομαι να σε βοηθάω σε ότι θέλεις. Σε αντάλλαγμα θέλω να με μάθεις να φτιάχνω πίτες, να φτιάχνω τέτοια γλυκά, σαν κι αυτό που μου έδωσες να φάω σήμερα, και να περιποιούμαι λουλούδια, για να έχω ένα τέτοιο κήπο. Θα ήθελα να μου δείξεις, αν θες, ότι μπορείς, κι εγώ θα σου κάνω ότι δουλειές επιθυμείς.
Η γυναίκα κατάλαβε τη δίψα της κοπέλας για μάθηση. Και της αποκρίθηκε:
-Σε συμπαθώ πολύ. Οι άνθρωποι που έχουν μυαλό και θέληση αξίζουν πολλά. Θα σου μάθω ό,τι ξέρω, και θα σου μάθω ακόμα, να γράφεις και να διαβάζεις. Γιατί η εξυπνάδα, θέλει και μόρφωση για να αποδώσει σωστά. Και συμφώνησαν!
Κι όταν της είπε ότι θα πρέπει να το ''σκάει'' από το σπίτι, τότε η γυναίκα της υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί και θα βρει μια λύση.
Την άλλη μέρα, ένα αμαξάκι πλησίασε στο σπίτι του αγρότη. Και ο οδηγός του δεν ήταν άλλος από τη γυναίκα του δάσους. Το κορίτσι δε μίλησε, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάτι θα γινόταν.

-Καλημέρα κύριε! είπε η γυναίκα στο πατέρα. Θα ήθελα να αγοράσω ξύλα, και λίγο στάρι, και λίγο καλαμπόκι. Έμαθα ότι πουλάτε.
Ο πατέρας σαν είδε τη πελάτισσα, βιάστηκε να τη καλημερίσει. Και μέχρι να της φέρουν οι γιοι του τα πράγματα που ζήτησε, την έμπασε φιλόξενα στο σπίτι του.
Εκείνη του είπε τότε:
-Τι τυχερός που είσαι που έχεις παιδιά και σε βοηθούν. Εγώ η άμοιρη είμαι μόνη και δεν έχω καμία βοήθεια. Θα πλήρωνα, για να βρω ένα κορίτσι να με βοηθάει στις δουλειές, αλλά να ξέρω ότι είναι από οικογένεια, καλό και τίμιο.
Αμέσως ο πατέρας απάντησε:
-Αν θες κυρά, σου δίνω τη κόρη μου, και με τα χρήματα που θα δώσεις, θα βοηθηθεί πολύ η φτωχή η οικογένεια μου.
-Αν θέλει κι εκείνη, τότε δέχομαι.
-Γιατί να μη θέλει; Είναι υποχρέωση της να βοηθήσει την οικογένεια της!
Το κορίτσι με τα λιγοστά πράγματα του, έφυγε με το αμάξι και πήγε μαζί με τη γυναίκα.
Ο πατέρας είπε στη γυναίκα του, ότι τουλάχιστον θα προσφέρει και στην οικογένεια κάτι και το κορίτσι.
Να χρησιμεύσει και κάπου.
Πέρασε ένας χρόνος, και το κορίτσι ακούραστα,  μάθαινε γράμματα, έκανε δουλειές, μάθαινε γλυκά και  φαγητά, και έμαθε ακόμα να ράβει και να κεντάει. Απέκτησε γνώσεις   για τα λουλούδια, τα φυτά, και τα δέντρα με τους καρπούς τους, και ό,τι ήξερε η γυναίκα για τα ζώα και για τη ζωή γενικά, της το δίδασκε με πάθος. Στο πρόσωπο της κοπέλας έβλεπε τη κόρη που δεν είχε αποκτήσει, και το κυριότερο έβλεπε τη κόρη που ήταν η ίδια κάποτε.
Και ήταν μια άριστη μαθήτρια, που δοκίμαζε σιγά-σιγά να φτιάχνει  τα πάντα και με τρόπους καινούργιους.
Κάθε μήνα η οικογένεια του κοριτσιού έπαιρνε ένα ποσό, και δεν είχε καμία έγνοια για τη τύχη του.
Πέρασε και δεύτερος χρόνος, και το κορίτσι πρότεινε στη γυναίκα:
-Τόσα καλά και ωραία πράγματα φτιάχνουμε. Γιατί να μη πάμε στο χωριό και να τα πουλήσουμε στο κόσμο;
-Εγώ δεν έχω αντίρρηση, της απάντησε η γυναίκα με θαυμασμό.
Όλο αυτό το καιρό είχε γνωρίσει το ''κοφτερό'' μυαλό του κοριτσιού, και το είχε αγαπήσει πολύ.
Έτσι φόρτωσαν το αμαξάκι με όμορφα λουλούδια, με πίτες και γλυκά, με όμορφα κεντήματα και ξεκίνησαν.
Εκείνη την εποχή,  ο καθένας μπορούσε να πουλήσει ότι ήθελε. Έτσι έστησαν τη πραμάτεια τους στην αγορά, και άρχισαν να τη πουλάνε.
Ο κόσμος στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά το χαμόγελο της κοπέλας και η ευγένεια της, τους παρακινούσε να δοκιμάσουν τις πίτες, και να αγοράσουν λίγα λουλούδια για το σπίτι τους, και κάποιο από τα κεντήματα για το νοικοκυριό τους.
Η ημέρα τους είχε μεγάλη επιτυχία. Αγόρασαν και ότι υλικά χρειάζονταν, και τους έμειναν και αρκετά χρήματα  κέρδος.
Αυτό άρχισαν να το κάνουν μια φορά την εβδομάδα, έπειτα μέρα παρά μέρα, και γρήγορα έγιναν γνωστές για το εμπόρευμα τους από τη μια άκρη στην άλλη.
Κάποια μέρα η γυναίκα έπεσε άρρωστη βαριά. Το κορίτσι έμεινε στο προσκέφαλο της νύχτα μέρα, χωρίς παράπονο, φροντίζοντας την με αγάπη. Δεν μπόρεσε όμως να γίνει καλά, και πριν φύγει από αυτόν το κόσμο, είπε στο κορίτσι με κόπο...
-Μου χάρισες αγάπη.... αφοσίωση... και φροντίδα... όλο αυτό το καιρό.
Το σπίτι μου........... τα ζώα μου κι ότι άλλο έχω........ .είναι δικά σου. Σ' αγαπώ και ξέρω ........ότι αφήνω ένα πλάσμα με ικανότητα,....... εξυπνάδα, και δύναμη. Είμαι περήφανη....... γιατί βοήθησα να δείξεις την αξία σου.......... Και φεύγω ήσυχη ......και σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις........ Ότι έκανα ..........εγώ για σένα, κάνε το.......... κι εσύ για άλλους........... Αυτό είναι κληρονομιά πραγματική................ Το να βοηθάς να............. γίνονται σωστοί άνθρωποι.
Το κορίτσι δάκρυσε και αποκρίθηκε:
-Ποτέ δε θα μπορέσω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για όσα έκανες για μένα, και που με βοήθησες να καταλάβω τη ζωή και το πώς να γίνω ευτυχισμένη. Και σου  υπόσχομαι να γίνω ακόμα καλύτερη!
Έπειτα από καιρό, οι δουλειές της αυξήθηκαν και τα κέρδη της ήταν μεγαλύτερα.
Την ήξεραν πλέον όλοι, και πολλές οικογένειες κι ακόμα κι από γειτονικά χωριά και πόλεις, έρχονταν μόνο και μόνο για τα ωραία της πράγματα.
Κι εκείνη όπου έβλεπε κάποιο κορίτσι που ήταν καλό και παραμελημένο από τους δικούς του, το έπαιρνε και το δίδασκε, και το έκανε βοηθό της. Σιγά-σιγά απέκτησε πολλούς βοηθούς που τους δίδασκε και τους νοιαζόταν, όπως έκανε η καλή γυναίκα για εκείνη.
Μέσα στην ευτυχία που πλημμύριζε τη καρδιά της, οι σκέψεις της πήγαν στους δικούς της. Επιθύμησε να τους δει και να μάθει νέα τους.
Κι έτσι κάποια μέρα φόρτωσε το καροτσάκι της  με πίτες, τάρτες, λουλούδια και κεντήματα, μα και με ρούχα που είχε ράψει εκείνη και οι βοηθοί της, και πήγε στο πατρικό της.
Οι δικοί της τα έχασαν όταν την είδαν.
Κι αφού τους έδωσε όλα αυτά που έφτιαξε μόνη της, και τα δοκίμασαν, έμειναν άφωνοι από την επιτυχία που τους είπε ότι είχε.
Πρώτη φορά την άκουγαν και δεν της είπαν να σταματήσει.
Γιατί πρώτη φορά ένοιωθαν ότι είχαν μπροστά τους έναν άνθρωπο που τον σέβονταν όλοι.
Και ο πατέρας της τη ρώτησε:
-Και που βρήκες όλη αυτή την ικανότητα;
Και η κόρη του του είπε:
-Πατέρα μου, το διαμάντι πάντα υπήρχε κρυμμένο  μέσα στον άχρηστο βράχο. Αλλά κανείς,  δεν είχε ενδιαφερθεί να το ανακαλύψει. Μόνο αυτή η γυναίκα που απλά το έβγαλε στην επιφάνεια, απομακρύνοντας με τη καλοσύνη της, την υπομονή της, το σεβασμό και την αγάπη της, τα άχρηστα κομμάτια.
Και ο πατέρας για πρώτη φορά ένοιωσε ότι διδάχθηκε κάτι, από το μόνο άτομο που δεν έβαζε ο νους του, ότι θα μπορούσε να διδαχθεί. Από ένα κορίτσι!!

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Συνομιλώντας με τις εποχές!




 Το κρύο έμπαινε από παντού. Παρόλο που προσπαθούσα να κλείσω και τη πιο μικρούλα χαραμάδα, παρόλο που είχα ανάψει μια φωτιά που κινδύνευε να τα αγκαλιάσει όλα στις πύρινες φλόγες της, ωστόσο ο χώρος δεν έλεγε να ζεστάνει.

Κουράστηκα σκεφτόμουν. Αυτός ο χειμώνας είναι μακρύς. Αισθάνθηκα να με πνίγει.

-Με πνίγεις… φώναξα έντονα! …Σε βαρέθηκα πια!... Ποιος νομίζεις πώς είσαι;… συνέχισα να φωνάζω.

-Εσύ,..  ποιος νομίζεις πώς είσαι και τολμάς να λες βαρέθηκα;…

Άκουσα μια βαθιά φωνή να μου απαντάει με αυταρχικό τόνο.

-Είμαι ο Άνθρωπος... απάντησα.

-Κι εγώ είμαι ο Χειμώνας. Αν με βαρέθηκες , γιατί δεν έρχεσαι να μου τα πεις; Σίγουρα δεν σκιάζεσαι!

-Το λες, γιατί ξέρεις πως με ένα φύσημα του ανέμου σου,   θα με γκρεμίσεις στα βάραθρα, μόνο και μόνο επειδή αντέδρασα. Είναι εύκολο να κάθεσαι και να μην έχεις αντίλογο.

-Σου υπόσχομαι  πως θα σε αφήσω να σταθείς μπροστά σε μένα και τα αδέλφια μου και θα σε ακούσουμε.  

 Το αποφάσισα! Ήταν σπάνια ευκαιρία να μιλήσω με τις εποχές. Αλλά τον Χειμώνα τον φοβόμουν λίγο.   Πώς θα τα καταφέρω; Μα είμαι ο Άνθρωπος. Που όταν το αποφασίσει,   καταφέρνει ό, τι βάζει στο μυαλό του.


Πήρα λίγα πράγματα μαζί μου, και  μόλις χάραξε ξεκίνησα. Όσο προχωρούσε η μέρα,   ο αδύναμος ήλιος,     έκανε την  πορεία μου  πιο εύκολη. Πήρα τον  δρόμο που οδηγούσε ψηλά στην κορφή του Απάτητου. Ο Απάτητος ήταν ένα τεράστιο βουνό, που η κορυφή του δεν φαινόταν. Ήταν πάντα καλυμμένη από μπαμπακένια ομίχλη. Δεν υπολογίστηκε ποτέ, γιατί το βασίλειο στην κορφή, ήταν πέρα και πάνω από τα σύννεφα.

Ο δρόμος ήταν   δύσβατος. Το κρύο τσουχτερό, αλλά το άχτι μου, καυτό μέσα μου, μου τόνωνε το ηθικό,  και μεγάλωνε  τις αντοχές μου.

Μέρες πριν, η θέα πίσω μου έμοιαζε τόσο μικρή που μπορούσα να τη κλείσω  στη χούφτα μου. Τότε ήταν που πέρασα το κατώφλι της άσπρης ομίχλης, αυτής που μοιάζει σαν ξασμένο μπαμπάκι, σαν το λευκό χνάρι της αθωότητας. Και   κόπασε ο άνεμος, και μια κατάλευκη απεραντοσύνη με έζωσε από παντού. Μπροστά  μου ξεπρόβαλε, η ανοιχτή πύλη ενός τεράστιου λαμπερού  πύργου.

Και την διάβηκα, χωρίς κανείς   να με σταματήσει. Μια μεγάλη αίθουσα με ένα έντονο φως στο βάθος και κάπως ψηλά, φαινόταν να με προσμένει και να με καλεί.
Πήρα βαθιά ανάσα και καλύπτοντας τα μάτια με το χέρι μου, βάδισα προς την κατεύθυνσή του.

Όταν πλησίασα αρκετά, το φως που πήγαζε όπως κατάλαβα,  από την αίγλη τους, έγινε λίγο πιο αδύναμο, τόσο, όσο να μπορώ να διακρίνω τις επιβλητικές παρουσίες, τα παιδιά του αιώνιου Χρόνου, καθισμένα στους θρόνους τους.
 Τον λευκοντυμένο αυστηρό  γέρο,    τον Χειμώνα.
 Την γυναίκα με το λουλουδένιο στέμμα και το καλοσυνάτο χαμόγελο, την  Άνοιξη. 
Τον  άνδρα με τον μανδύα στο χρώμα του πρωινού του Οκτώβρη, που δεν ήταν άλλος από το Φθινόπωρο. 
Και έναν  ανέμελο νέο με γαλάζια φορεσιά και μαλλιά χρυσά σαν το φως του ήλιου. Το Καλοκαίρι.
 Μπροστά μου,  Εγώ, ο μοναδικός θνητός, είχα ολοζώντανες και μεγαλειώδεις τις τέσσερις εποχές. 


-Εσύ λοιπόν είσαι ο Άνθρωπος. Ναι, τώρα σε αναγνωρίζω. Είσαι αυτός με την αλαζονεία στη φωνή, και την απερισκεψία στην πράξη…. είπε ο χειμώνας.

-Είμαι αυτός που αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα που δημιουργεί η βασιλεία σου…. απάντησα με θράσος.

-Λοιπόν τι λες; Λες δηλαδή ότι θα ήσουν καλύτερα χωρίς εμένα;

-Σίγουρα δεν θα ήμουν χειρότερα. Εσύ κάθεσαι εδώ και στέλνεις τους Ανέμους να κάνουν όλη την δουλειά σου, δημιουργείς το κρύο, το χιόνι, τις καταιγίδες. Βροντάς και αστράφτεις όποτε κρίνεις, και δεν σκέφτεσαι εμάς τους  ανθρώπους. Που ψάχνουμε τρόπους να ζεσταθούμε, που μπορεί να μην έχουμε σπίτια, που μένουμε μέσα στις λάσπες και τα νερά της βροχής. Που γεννάμε τα παιδιά μας στα χωράφια ενώ μας μαστιγώνεις με τις καταστροφικές νεροποντές σου και το κρύο που παγώνει κάθε ζωή. Και οι αρρώστιες μας σκοτώνουν, και η πείνα μας θερίζει. Μας μετατρέπεις σε θηρία με τη σκληρή συμπεριφορά σου. Αδιάφορος για τα δεινά μας.

-Απερίσκεπτε Άνθρωπε, γιατί θεωρείς εμένα δημιουργό των δεινών σου; Γιατί με κατηγορείς για την συμπεριφορά μου το διάστημα της βασιλείας μου, όταν δεν σκέφτεσαι στο ελάχιστο ότι είσαι κομμάτι αυτής της φύσης που υπάρχει γύρω σου; Όταν εσύ έχεις εμένα κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν τα αδέλφια μου. Το Καλοκαίρι, την Άνοιξη και το Φθινόπωρο.

 Κοιτούσα απορημένος  όταν η Άνοιξη είπε ήρεμα. 

-Δεν γνωρίζεις ότι αυτό είναι ορισμένο έτσι, για να υπάρχει διάστημα ανασύνταξης και ξεκούρασης πριν αρχίσει ξανά το έργο της νέας δημιουργίας;  Γιατί νομίζεις ότι η βασιλεία όλων μας, σου προκαλεί δεινά, ενώ όλη αυτή η λειτουργία, σου είναι γνωστή από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος;


-Δεν το ξέρεις, είπε το Φθινόπωρο, ότι στη Φύση, πρέπει να υπάρχει ισορροπία;  Ό,τι εσύ είσαι αυτός, που θεώρησες Εαυτόν, Κυρίαρχο και Αφέντη του Σύμπαντος;
-Πώς κάνω ζημιά Εγώ; Και γιατί με κατηγορείτε για τόση έπαρση;

- Εσύ, είπε γλυκά η Άνοιξη,  επηρεάζεις τη δουλειά μας, όταν επιλέγεις την τεχνολογική ανάπτυξή σου σε παραπάνω βαθμό από ό, τι χρειάζεσαι.  Όταν στραγγίζεις ολόκληρη τη πλάση, για να έχεις αγαθά που θα καλύψουν την άναρχη και χωρίς λογική, διαβίωσή σου. Κάθε γέννα είναι ευλογημένη! Αλλά εσύ Άνθρωπε, γιατί κάνεις παιδιά, αφού μετά δεν μπορείς να καλύψεις τις ανάγκες τους;

- Κι αφού τα γεννάς, είπε το Καλοκαίρι,  γιατί τα μεγαλώνεις χωρίζοντας τα σε ομάδες που σκοτώνονται μεταξύ τους;

- Εσύ είσαι αυτός που δεν βάζεις φρένο στη δίψα σου για εφήμερο κέρδος, είπε το Φθινόπωρο.  Αλαζονεία δεν είναι να κατηγορείς τον Χειμώνα επειδή πήρες έναν πλούτο  και τον ξοδεύεις ασύστολα;

-Ή νομίζεις πως όταν κρατάω περισσότερο, δεν φταις Εσύ καθόλου; …ρώτησε ο Χειμώνας.

-Γιατί φταίω;...ψέλλισα.

-Στο είπα! Είσαι άπληστος και ανεύθυνος. Δεν σκέφτεσαι πως θα ζήσεις το αύριο.

- Εσύ είσαι αυτός που δεν νοιάζεται για το βασίλειο,  του οποίου είσαι απλά θεματοφύλακας! …είπε το Καλοκαίρι.

-Δεν έχεις σεβασμό στη Φύση, που τη μολύνεις και την καταδικάζεις σε θάνατο, μικρέ και πλεονέκτη Άνθρωπε, ακούστηκε ξανά θλιμμένη η φωνή της Άνοιξης.   Δεν έχεις σεβασμό στα ζώα και στα φυτά. Τα καταστρέφεις, και έχεις καταφέρει να εξαφανίζεις ολόκληρα είδη, πολλές φορές, μόνο για το κέφι σου.  Και μη νομίζεις πως μόνο από τον αδελφό μου το Χειμώνα,  έχεις παράπονα. Όταν βασιλεύω εγώ, έχεις παράπονα με τις αρρώστιες που Εσύ δημιούργησες, με την μανία σου για μεγάλα κτίρια και τεράστιες πόλεις, και τη μόλυνση, που προκάλεσες,  στο όνομα του πολιτισμού σου. Εσύ γέννησες τη καταστροφή του περιβάλλοντος, την πείνα, τον πόλεμο, τον θάνατο, το χρήμα.

-Κι  Εσύ καις τα πάντα, χωρίς να προστατεύεις ό, τι αγαθό σου δόθηκε απλόχερα, ώστε  να το προσφέρεις στα παιδιά σου.... συμπλήρωσε το Καλοκαίρι.

- Ακριβώς, είπε πάλι η Άνοιξη, στη βασιλεία του Καλοκαιριού, θα έπρεπε να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις τον ήλιο, τον Ζωοδότη. Αλλά πάλι   βρίσκεις τρόπους για να καταστρέφεις την Πλάση, χωρίς να σέβεσαι ούτε ένα κλωνάρι δέντρου. Γιατί νομίζεις ότι το Σύμπαν, και εμείς οι Εποχές θα σε φροντίζουμε αιώνια; Γιατί νομίζεις ότι θα ταΐζουμε για πάντα το αδηφάγο τέρας κέρδους που έχεις μέσα σου;

-Κάτσε και σκέψου, συνέχισε ο Χειμώνας, εγώ σε λίγο θα πάω αλλού, για να δώσω την ευκαιρία και σε κάποιους άλλους όμοιούς σου να πέσουν σε νάρκη και ηρεμία και να ανασυνταχθούν. Θα έρθει η αδελφή μου η Άνοιξη, για να γεμίσει με λουλούδια τη Πλάση, και να σου δώσει νέα ώθηση ζωής.  Σκέψου, πως είναι καιρός, να σταματήσεις αλαζονικά να απαιτείς μόνο. Πρέπει και να προσφέρεις! Γιατί η Κλεψύδρα του Χρόνου δεν έχει γυρισμό. Και ό,τι πετάς χωρίς σεβασμό τώρα, και ό,τι πράττεις χωρίς σύνεση ενάντια στη Φύση και στους ομοίους σου, γίνεται ο δήμιος σου και η αιτία του αφανισμού των παιδιών σου.


Το ύφος τους έδειχνε πως η συνομιλία είχε τελειώσει, κι εγώ …. Εγώ δεν είχα μιλήσει και πολύ, γιατί όλα τα επιχειρήματά μου, είχαν διαλυθεί με τις πρώτες τους λέξεις. Με σκυφτό το κεφάλι, και γεμάτος απέχθεια για το είδος μου, βγήκα από το κάστρο. Και όσο κατέβαινα το βουνό, τόσο ένοιωθα να αλλάζω μέσα μου. Αρχικά ένοιωσα σαν κακομαθημένο παιδί που αρνήθηκαν να του κάνουν το χατίρι. Μα σε λίγο αισθάνθηκα απελπισμένος για την Ανθρώπινη πορεία.

-Όχι Άνθρωπε, δεν τα έχασες όλα ακόμα…. είπε μια γλυκιά φωνή.

 Γυρίζω το κεφάλι προς τα πάνω και βλέπω την Άνοιξη να μου χαμογελά.

- Ήρθα ξανά, για να σας δώσω πάλι μια ευκαιρία. Πρέπει να αγαπήσετε και να νοιώσετε πρώτα σεβασμό για τους εαυτούς σας και για τη Ζωή. Όταν τα νοιώσετε αυτά, τότε θα νοιώσετε την Αγάπη και τον σεβασμό για την Φύση και για όλα τα πλάσματα. Μα μην καθυστερείτε… Η άμμος στην κλεψύδρα δεν έχει τελειώσει ακόμη. Σκέψου Άνθρωπε, σκέψου,…  Αγάπησε, και πράξε συνετά! Για να έχεις μέλλον!  

Έβαλα φτερά στα πόδια, και έτρεξα στα καταπράσινα λιβάδια που φάνηκαν μπροστά στα μάτια μου. Ρουφώντας άπληστα τις ευωδιές, ξεκίνησα αποφασισμένος να χτίσω ένα καινούργιο ονειρεμένο κόσμο για το Αύριο.
 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...