Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ!

Σας παραθέτω μια υπέροχη ιστορία τη Ολυμπίας του GLOWWORM που πραγματικά αξίζει και διδάσκει και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει να την αναρτήσω στο blog μου.

πηγή


Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν στην ίδια πόλη ,στην ίδια γειτονιά η Αλήθεια και το Ψέμα.
Η Αλήθεια είχε ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με μεγάλα και ανοιχτά παράθυρα που άφηναν το φως του ήλιου να το διαπερνά και να το θερμαίνει όλες τις εποχές του χρόνου .
Ο κήπος της ήταν πάντα γεμάτος όμορφα λουλούδια και δένδρα, που έφτιαχναν γλυκούς καρπούς έτοιμους να τους δοκιμάσει ο κάθε ένας που θα διάβαινε την πόρτα της και το τραπέζι ήταν πάντα στρωμένο με δεκάδες εδέσματα και γλυκίσματα φτιαγμένα με μεράκι και αγάπη για όποιον ήθελε να τα γευτεί.
Παρ όλα αυτά η Αλήθεια δεν είχε πολλούς φίλους ,το ζεστό και φιλόξενο σπίτι της δεν ήταν αρκετό για να τραβήξει τους επισκέπτες.
Η Αλήθεια έκανε παρέα μόνο με την Ειλικρίνεια .Ήσαν αγαπημένες φίλες και κάθε μέρα χρόνια τώρα, έπιναν αντικριστά το τσάι τους χαμογελώντας η μια στην άλλη ,κάνοντας όνειρα πως κάποτε θα γίνει αγαπητή και θα γεμίσει το σπίτι της από κόσμο που θα έρχεται να την επισκεφθεί και να δεχθεί τις σοφές συμβουλές της.
Το Ψέμα αντίθετα είχε μικρό και θλιβερό σπίτι με μικρά παράθυρα ερμητικά κλειστά και σκούρα τζάμια που εμπόδιζαν το φως να εισέλθει και το κρατούσε κρύο ,παγωμένο και σκοτεινό ,γι αυτό και έμοιαζε απίστευτα αφιλόξενο. Και όμως δεν του έλειπαν οι φίλοι καθημερινά .
Το Ψέμα δεν άδειαζε από τους επισκέπτες ,κόσμος πολύς πήγαινε και ερχόταν και ζητούσε τις ιδέες του και εκείνο με καμάρι επαίρονταν για την εξυπνάδα που είχε να καθοδηγεί τους φίλους του .Έτσι σε λίγο καιρό η πόλη γέμισε με ανθρώπους που καθοδηγούμενοι από το Ψέμα έγιναν και εκείνοι ψεύτικοι σαν και αυτό και ήρθαν και άλλοι και έγιναν κι εκείνοι το ίδιο και γέμισε ο κόσμος όλος ψέματα. Έπαιζαν και διάφορα παιχνίδια όλοι μαζί και τα αγαπημένα τους ήταν το "σκοτεινό δωμάτιο" ,η "κρεμάλα ", η "τυφλόμυγα " το "κλέφτες και αστυνόμοι ","το σπασμένο τηλέφωνο" και το "μάντεψε ποιος ".Πολλοί που έπαιζαν αυτά τα παιχνίδια παρ όλο που τσακίζονταν, μάτωναν και πονούσαν ,τα έβρισκαν διασκεδαστικά και εθιστικά και ήταν δύσκολο να τα αποχωριστούν.Όμως με τόσο κόσμο μέσα στο ίδιο του το σπίτι το Ψέμα άρχισε να ασφυκτιά να νοιώθει άβολα ,πιεστικά και βασανιστικά ,δεν μπορούσε να ανασάνει και επιπλέον ένοιωθε άρρωστα και καταθλιπτικά και γεμάτο τύψεις για την ζωή που είχε διαλέξει.
Ενώ η Αλήθεια παρέα με την Ειλικρίνεια παρ ότι έμειναν για πάντα ολομόναχες, γι αυτό σπάνιες και ακριβοθώρητες εν τούτοις όποιος είχε τη σοφία να διαβεί την πόρτα του σπιτιού της ένοιωθε τη γλυκιά θαλπωρή και ζεστασιά που πρόσφεραν απλόχερα .Οι δυο φιλενάδες ήσαν ευτυχισμένες ,ήρεμες και χαρωπές απαλλαγμένες από θορύβους και ενοχλήσεις ανόητων ανθρώπων .Γι αυτό από τότε λένε πως η Αλήθεια είναι μια ,μοναδική και λάμπει ,ενώ τα ψέματα πολλά ,ανούσια και οδυνηρά.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Ο Αβγουλίνος!







Σε ένα μεγάλο κοτέτσι που οι αχυρένιες φωλίτσες ήταν αραδιασμένες στη σειρά, μεγάλες παχουλές κότες, είχαν πάρει τη θέση τους όπως κάθε μέρα για να γεννήσουν τα αβγά τους.
Εν τω μεταξύ κουβέντιαζαν μεταξύ τους τα τελευταία νέα, έτσι για να περάσει η ώρα μέχρι να εκτελέσουν το έργο τους για σήμερα.

-Αχ! … έλεγε η μία… το άκουσες; Πρέπει να κάνουμε πολλά αβγά.

- Φυσικά …. Λέει η άλλη με ύφος πολύξερο. Όταν είναι Πάσχα, οι άνθρωποι χρειάζονται πολλά αβγά κι εμείς, που μας ποτίζουν και μας ταΐζουν,  πρέπει να τους ικανοποιήσουμε.

-Ξέρεις τέτοιες μέρες, εμείς την γλιτώνουμε, αλλά,  λυπάμαι τα δόλια τα αρνιά. Βόσκουν αμέριμνα και ξαφνικά … εξαφανίζονται κάμποσα από δαύτα. Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Μιλάμε για αφανισμό.

Ξάφνου οι κουβέντες σταμάτησαν. Είχε έρθει η ώρα! Και πριν περάσει ένα λεπτό,  οι φωλιές άρχισαν να γεμίζουν αβγά. Ήταν μια τελετουργία που την έντυνε η σιωπή για όσο κρατούσε.


Μετά άκουγες αναστεναγμούς, και μία-μία σηκωνόταν να πάει να ξεμουδιάσει, να φάει και να πιει δροσερό νερό. 
 Κι ενώ οι κότες έφευγαν, ένας συρφετός από ψιθύρους και απορίες ακουγόταν από τα νεοφερμένα στο φως αβγά. Άρχιζαν να αναρωτιούνται για το άγνωστο μέρος  που βρέθηκαν ξαφνικά, να απορούν και να ζητούν πληροφορίες το ένα από το άλλο.

Ένα όμως από αυτά, που θα το ονομάσουμε Αβγουλίνο, φώναζε πιο δυνατά από όλα με τρεμουλιαστή φωνούλα.
 Πριν προλάβουν να λυθούν οι απορίες τους, παρουσιάστηκε ένα μεγαλόσωμο πλάσμα, ψηλό, που αντί για φτερούγες είχε κάτι μακριά άκρα που κατέληγαν σε μικρά χωρισμένα πλοκάμια, χωρίς   όμως την ευλυγισία των κανονικών πλοκαμιών,  τα λεγόμενα δάχτυλα. 
 Τα άκρα αυτά, άρχισαν να παίρνουν τα αβγά από τις φωλιές και να τα βάζουν σε μεγάλα ψάθινα καλάθια. Τα καλάθια γέμιζαν γρήγορα.
 Ανάμεσα στα αβγά ήταν και ο Αβγουλίνος,  που όποτε απλωνόταν το χέρι στη φωλιά του, κυλούσε και κρυβόταν πίσω από τα άλλα. Έτσι πάρθηκε τελευταίος. Μέσα στο καλάθι δεν είχε πολλά περιθώρια να κυλήσει, οπότε περίμενε φοβισμένος να δει την συνέχεια. Το καλάθι πήρε τη θέση του σε ένα μεγάλο τραπέζι, δίπλα σε πάρα πολλά άλλα καλάθια. Το πλάσμα εξαφανίστηκε. Και επικράτησε ηρεμία. 


Ο Αβγουλίνος μπόρεσε πλέον να ξεθαρρέψει και να κοιτάξει και λίγο τον εαυτό του. Πρόσεξε τα άλλα αδέλφια του, και μετά κοιτάχτηκε ο ίδιος. Του φάνηκε πως οι καμπύλες οι δικές του ήταν πιο τέλειες από των άλλων και λίγο κορδώθηκε.

-Α … ωραία αναπαυτικά είναι εδώ… είπε με καθάρια δυνατή φωνή.

-Εσύ δεν ήσουν που πριν από λίγο με έσπρωχνες; .. του είπε ένα άλλο αβγό δίπλα του.  Γιατί; Μήπως προσπαθούσες να κρυφτείς;

-Λάθος κάνεις απάντησε ο Αβγουλίνος…. Απλά προσπαθούσα να βολευτώ.

Σε λίγο το πλάσμα ξαναγύρισε, κρατώντας κάτι τεράστιες καρτέλες χάρτινες με θέσεις, και η συζήτηση κόπηκε απότομα. Τα αβγά έβγαιναν το ένα μετά το άλλο από το καλάθι και έμπαιναν το καθένα και σε μια θέση. Οι χάρτινες καρτέλες γέμιζαν γρήγορα και ο Αβγουλίνος τα έβλεπε όλα αυτά από τις τρύπες του καλαθιού, περιμένοντας τη σειρά του δικού του καλαθιού, ενώ είχε αρχίσει πάλι να τρέμει.

Όλα τα καλάθια άδειασαν εκτός από τέσσερα. Οι χάρτινες θήκες με τα αδέλφια τους έφυγαν από την αποθήκη και ούτε ήξεραν πού τα πήγαν.

Τότε είδε ένα μεγάλο καζάνι να το γεμίζουν νερό και να το βάζουν πάνω σε μια μεγάλη φωτιά. Κι ύστερα να το τοποθετούν κοντά στα καλάθια τους. Το πλάσμα αυτή τη φορά έπαιρνε τα αβγά και τα έβαζε σε μια μεγάλη σπάτουλα και τα τοποθετούσε στο καζάνι. Έπειτα από κάμποσο τα αβγά έβγαιναν αλλά ο Αβγουλίνος δεν πρόσεξε κάποια διαφορά σε αυτά. 

-Να δεις,... σκέφτηκε ο Αβγουλίνος, που αυτό θα είναι κάτι σαν πισίνα, και θα πρέπει να κάνουμε μπάνιο. Όταν ήρθε και η δική του σειρά, αισθάνθηκε μια έντονη ζέστη. Και σταδιακά ένοιωσε το κορμί του να σκληραίνει και να γίνεται πιο δυνατό. Μετά το πλάσμα έβαλε ξανά τα αβγά στα καλάθια. Τώρα είχε παρουσιαστεί ένα καινούργιο καζάνι,  που όμως δεν ήταν πάνω σε φωτιά.  Ο Αβγουλίνος φοβισμένος περίμενε τη σειρά του. Η σπάτουλα μπήκε για πρώτη φορά στο καινούργιο καζάνι και   έβγαλε έξω τα αδέλφια του τα οποία όμως   δεν είχαν το καφέ ή άσπρο χρώμα που είχαν πριν. Ήταν κόκκινα. Τα κόκκινα αβγά έμπαιναν   και αυτά σε θήκες. Έτσι έφυγαν τα τρία καλάθια.

Όταν έφτασε η ώρα του δικού του καλαθιού, ο Αβγουλίνος που δεν είχε αποφασίσει από την τρομάρα του αν ήθελε να γίνει κόκκινος, έσπρωχνε πάλι και κυλούσε κάτω από τα αδέλφια του, ελπίζοντας πως κάποιος θα τον ξεχάσει.
Μάταιες ελπίδες όμως. Η σειρά του έφτασε, και το δεύτερο μπάνιο του, του χάρισε ένα όμορφο κόκκινο χρώμα. Όταν κοιτάχτηκε, άρχισε να του αρέσει η καινούργια του θωριά. Ρίχνοντας ένα βλέμμα τριγύρω, είδε πως όλες οι θήκες είχαν φύγει κι αυτές και μόνο η δική του γεμάτη θήκη είχε μείνει στο τεράστιο τραπέζι.

Ύστερα το πλάσμα πήρε τη θήκη και την έβαλε σε ένα χώρο που έκανε λίγο κρύο, και ήταν σκοτεινά. Τότε μπόρεσε να κουλουριαστεί και να προσπαθήσει να κοιμηθεί. Κατά διαστήματα άναβε ένα φως αλλά γρήγορα το σκοτάδι ερχόταν ξανά.

 Ώρες μετά βρέθηκε τοποθετημένος σε ένα ωραίο καλάθι στο κέντρο ενός τραπεζιού, ακριβώς δίπλα σε ένα αρνίσιο κεφάλι που τον κοιτούσε άψυχα. Τώρα υπήρχαν φώτα και ακούγονταν  τραγούδια και γέλια από παντού.
Ξαφνικά ένα χέρι τον άρπαξε και άρχισε να χτυπάει με τον Αβγουλίνο ένα από τα αδέλφια του. Ο αδελφός του στραπατσαρίστηκε. Εκείνος ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. Μα να τώρα που άλλος αδελφός του τον χτυπούσε. Η κόκκινη φορεσιά στραπατσαρίστηκε κι εκείνου. μα ο Αβγουλίνος αλώβητος.

Βλέποντας τα αδέλφια του να είναι όλα στραπατσαρισμένα, άρχισε να γελάει και να κομπάζει, πως στον ίδιο φαινόταν εξαρχής η βασιλική καταγωγή του, πως ήταν ο πιο όμορφος και πως τίποτα δεν χαλούσε την τελειότητα του. Και μάλιστα όταν το πλάσμα που τον κρατούσε ακόμα τον σήκωσε ψηλά ονομάζοντας τον νικητή, κορδώθηκε ακόμα πιο πολύ, προκαλώντας την αντιπάθεια των αδελφών του για το άτομο του.
Μα δεν πρόλαβε να απολαύσει την νίκη του.

Το χτύπημα αυτή την φορά ήταν με κάτι πιο σκληρό. Το πλάσμα τον είχε χτυπήσει πάνω στο τραπέζι, και τώρα του αφαιρούσε το κόκκινο δέρμα του που είχε στραπατσαριστεί άσχημα παντού. Το τελευταίο που ένοιωσε ήταν τα δόντια που τον δάγκωσαν και μια γλώσσα που τον έσπρωχνε προς τον δρόμο για το τελευταίο του ταξίδι.
Τελικά τα αδέλφια του μετά την πρόσκαιρη ικανοποίηση που ένοιωσαν, σαν  έπαψε να ακούγεται ο φαφλατάς Αβγουλίνος, αποφάσισαν να χαρούν τις στιγμές τους που ήταν το ένα μαζί με το άλλο, ξεχνώντας τον νικητή της μάχης, που δεν μοιράστηκε τίποτα μαζί τους, και που δεν προσπάθησε καν να γίνει φίλος τους,  γιατί αναλώθηκε να καμαρώνει τον εαυτό του, για μια εφήμερη νίκη.


Παραμύθι γραμμένο από Μαίρη Μοσχονά στις 6/4/2018


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...