Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Ήταν κάποτε η Γη!



Κάποτε πριν από πάρα πάρα πολλά χρόνια, κοντά στην αρχή του κόσμου, ήταν ο πατέρας άρχοντας ,ο Ήλιος, που καθισμένος στο χρυσό του θρόνο, κυβερνούσε το απέραντο βασίλειο του, έχοντας τριγύρω του τα εκατοντάδες παιδιά του.
Πήρε λοιπόν την απόφαση μια μέρα και όρισε συγκυβερνήτες, τα εννέα μεγαλύτερα παιδιά του μοιράζοντας τους αξιώματα.
Κάθε παιδί είχε το χαρακτήρα του και τις ιδιαιτερότητες του. Τα μικρότερα ήταν χωρισμένα σε ομάδες. Άλλα θαύμαζαν τον ένα, άλλα τον άλλο.
Το βασίλειο ήταν απέραντο, και ο Ήλιος τους έδωσε οδηγίες πώς να μπορέσουν να το κυβερνήσουν σωστά. Και τους είπε ακόμα, ότι μέσα σε όλες τις υποχρεώσεις τους, θα ήταν και η προστασία και εκπαίδευση των μικρότερων.


Πρώτος έφυγε ο μεγάλος του, ο Δίας, μαζί με όσους τον ακολούθησαν. Έπειτα ο δευτερότοκος, ο Κρόνος. Και οι δύο έφυγαν πολύ σοβαροί και με επιβλητικό ύφος. Ακολούθησε το τρίτο παιδί, η κόρη του Γη, με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, που προερχόταν από όλη την ομορφιά που είχε μέσα της. Όλη η φαμελιά της τη θεωρούσε ονειροπόλα εκτός από μια μικρή της αδελφή. Αυτή και πήρε μαζί της. Την αχώριστη της και αγαπημένη Σελήνη. Έπειτα κίνησε για το βασίλειο του ο Άρης, και μετά ο Πλούτωνας σοβαρός κι αυτός και σίγουρος για την αξία του.
Η άλλη κόρη, η Αφροδίτη, πάντα κοκέτα και πάντα λάτρης του εαυτού της προτίμησε να αναλάβει το αξίωμα της μόνη της, χωρίς συντροφιά. Η φροντίδα του εαυτού της δεν της άφηνε περιθώρια να φροντίζει και άλλους. Ο Ήλιος μπροστά στα καπρίτσια και τη τσαχπινιά της υποχώρησε όπως πάντα.
Ακολούθησε ο Ουρανός που δε μειονεκτούσε σε σοβαρότητα. Ο Ποσειδώνας αγέρωχος κι αυτός, και τέλος ο Ερμής ο νεότερος από όλους, και χαϊδεμένος, με αδυναμία στο πατέρα του, μόνος του. Αυτού το βασίλειο δεν ήταν και πολύ μακριά από τον πατέρα του, μια και ο ίδιος μάθαινε ακόμα και ήταν και λίγο τεμπελάκος.


Ο καθένας έχτισε το δικό του παλάτι, το στόλισε και το διακόσμησε όπως ο ίδιος επιθυμούσε.
Οι περισσότεροι νοιάζονταν πιο πολύ για το αξίωμα και τη θέση και τίποτα παραπάνω.
Γι' αυτό και τα παλάτια τους, τα έκαναν ψυχρά και απρόσωπα. Ομιχλώδη και δυσπρόσιτα.


Εκτός από τη Γη. Εκείνη που ήταν πιο συναισθηματική, άρχισε να φροντίζει, για το δικό της βασίλειο, ξεκινώντας να κάνει πραγματικότητα τα όνειρα της χωρίς καθυστέρηση.
Ξεκίνησε στολίζοντας και φτιάχνοντας, θέλοντας να το μετατρέψει σε ότι ομορφότερο είχε μέσα της φανταστεί. Κι άρχισε να δημιουργεί ζωή.Με μια μεγάλη εκπνοή, έφτιαξε τον αέρα. Έφτιαξε στη συνέχεια χρώματα στη παλέτα της, και χρωμάτισε τον αέρα τριγύρω της με ένα απέραντο γαλάζιο που το ονόμασε ουρανό χάριν του αδελφού της, και τον γέμισε με κάθε λογής πετούμενα που τα ονόμασε πουλιά. Έβαλε και πανέμορφα λευκά συννεφάκια να αρμενίζουν. Μετά έφτιαξε χώμα και πέτρα και κάλυψε το κορμί της. Αλλού έκανε τη πέτρα πανύψηλη, και τα είπε βουνά, κι αλλού έκανε τη πέτρα χαμηλότερη και τα είπε λόφους, Αλλού έφτιαξε μεγάλες επίπεδες επιφάνειες που τις ονόμασε πεδιάδες και αλλού έφτιαξε μεγάλα και μικρά κοιλώματα. Έπειτα γέμισε κάθε κοίλωμα της με νερό. Τα μεγάλα τα ονόμασε θάλασσα και ωκεανό και όταν τα τελείωσε, ήταν τόσο όμορφα... που δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της και κύλησαν μέσα τους, κάνοντας το νερό αλμυρό. Τα μικρά κοιλώματα, τα ονόμασε λίμνες.
Και έφτιαξε εδώ κι εκεί μεγάλα και μικρά φιδογυριστά μονοπάτια που κατέληγαν στη θάλασσα, και τα ονόμασε ποτάμια.
Και στο βάθος της θάλασσας και των ωκεανών, των λιμνών και των ποταμών, γέμισε με διάφορα φυτά και όλα τα ονόμασε βυθό. Άλλοτε η θάλασσα έπαιρνε ένα χρώμα γαλάζιο απ' το καθρέφτισμα του ουρανού, άλλοτε χρώμα πράσινο από τα φυτά που είχε στο βυθό της, και άλλοτε οι ωκεανοί έπαιρναν ένα σκούρο μπλε απ' το απύθμενο βάθος τους. Και δημιούργησε κι εκεί διάφορα πλάσματα, τα ψάρια. Άλλα μικρά και με υπέροχα χρώματα, σε διάφορα σχήματα, και άλλα μεγάλα και άσχημα, μα όλα χρήσιμα για να κρατούν την ισορροπία στη δημιουργία της.
Δημιούργησε παντού ζωή, γέμισε τα βουνά και τις πεδιάδες. Έφτιαξε τα ζώα. Και τράβηξε αυλακιές με τα δάχτυλα της παντού , και φύσηξε μέσα όλων των ειδών τους σπόρους. Όπου αυτοί έπεσαν, φύτρωσε πράσινο μικρό σαν χνούδι και κάλυψε το χώμα που το ονόμασε χορτάρι, κι απ' άλλους βγήκαν φυτά με χρωματιστά πέταλα και ευωδιά που γέμισε όλη η πλάση και βάφτισε λουλούδια. Άλλοι γέννησαν φυτά μεγάλα με διαφορετικό ύψος που τα ονόμασε δέντρα. Και όλα γενικά τα φώναζε Φύση.
Και παιχνιδιάρα καθώς ήταν, έφτιαξε λιλιπούτεια πλασματάκια και κάποια με φτερά, να είναι μεταφορείς του φυσικού πλούτου. Όλα σοφά μελετημένα και με αγάπη.
Και η εικόνα ήταν πανέμορφη. Κάθε μεριά είχε τη δική της ομορφιά, γιατί πουθενά δεν έκανε το ίδιο ακριβώς, μια και δεν ήθελε να είναι όλα όμοια.
Και έδωσε σχηματισμούς στη γη, και γύρω άφησε νερό κι έτσι πέντε μεγάλα κομμάτια γίνηκαν και διάφορα άλλα μικρότερα.
Τα μεγάλα τα ονόμασε ηπείρους και τα μικρότερα νησιά.
Και όλα τα δημιούργησε για να παίρνουν ζωή από τον πατέρα της τον Ήλιο, κι από τα αγαθά που έφτιαξε. Όλα με τέσσερα βασικά υλικά. Χώμα, φωτιά, νερό και αέρα.
Και για να μπορούν να έχουν νερό όλα τα φυτά της, έχοντας μια παιχνιδιάρικη διάθεση , έβαλε τα συννεφάκια να συγκρούονται κατά διαστήματα, και να γεννούν νερό που έπεφτε στο χώμα, και τη βάφτισε βροχή. Της άρεσε το τραγούδι της βροχής, όταν έπεφτε. Και για να προστατεύονται τα πλάσματα της, έκανε όταν συγκρούονται τα συννεφάκια να λάμπει και να ακούγεται δυνατός θόρυβος. Αυτό ονόμασε αστραπή και βροντή. Όταν άστραφτε και βροντούσε, ο ουρανός έπαιρνε ένα σκούρο χρώμα. Τότε, όλα τα πλάσματα έτρεχαν να προφυλαχθούν.


Κι απ' τη χαρά της για όλα αυτά, χόρευε κάνοντας περιστροφές ώστε να μπορεί να απολαμβάνει τις ομορφιές τούτες κι η αγαπημένη της αδελφή η Σελήνη.
Κι ήθελε και τη ζωογόνα λάμψη του πατέρα της, κι όλο έκανε και στροφές γύρω του, για να φωτίζει τις ομορφιές της και να τις θαυμάζει.
Κι όπου έπεφτε η λάμψη του, ήταν φως και γεννήθηκε η μέρα, και όπου δεν έπεφτε, ήταν σκοτάδι και γεννήθηκε η νύχτα. Και κάπου ο πατέρας της τη φώτιζε πιο πολύ και αλλού λιγότερο, και μετά άλλαζε πάλι. Όποτε τον επιθυμούσε, ερχόταν πιο κοντά του, αλλά όποια μεριά του κοίταζε τότε, την αισθανόταν ζεστή και παγωμένες τις άλλες. Και κάποιες λιγότερο ζεστές και κάποιες λιγότερο κρύες. Έτσι φτιάχτηκαν οι εποχές.


Υπέροχη εικόνα τούτη! Μα σκέφτηκε, ότι έτσι κουρασμένη που ένοιωθε, δε μπορούσε να φροντίζει μόνη της τόσες ομορφιές. Και αποφάσισε, να φτιάξει το φύλακα της. Αυτόν που θα φροντίζει όλα τούτα. Να έχει σκέψη, ώστε να ανακαλύπτει , και να τρέφεται με τα πάντα. Και τον έφτιαξε να έχει παρέα όχι μόνο του.Και έφτιαξε αρκετούς φύλακες. Αλλά αποφάσισε να μη τους μάθει τίποτα. Έτσι θα εκπαιδευτούν σιγά-σιγά σκέφτηκε. Και θα μάθουν. Ω!! πόσο ήταν σίγουρη ότι θα μάθουν, και θα μπορούν να απολαύσουν όλα αυτά τα θεσπέσια πράγματα! Αυτά τα πλάσματα θα ήταν τα παιδιά της. Και τους ονόμασε ανθρώπους . Μικρούλικα πλασματάκια, αγόρια και κορίτσια, όπως αυτή και τα αδέλφια της. Κι επειδή της άρεσε το χρώμα, τους έκανε διαφορετικούς, για ποικιλία..Άλλους τους έκανε με χρώμα λευκό, άλλους με χρώμα μαύρο, άλλους με χρώμα κιτρινωπό, κι έτσι φτιάχτηκαν οι φυλές. Μα για όλους, δούλεψε με την ίδια αγάπη και φροντίδα. Και για όλους, χρησιμοποίησε τα ίδια γνήσια και αγνά υλικά. Κι άλλους έβαλε εδώ κι άλλους εκεί. Όλα ήταν όπως τα είχε ονειρευτεί. Και της άρεσε να κάθεται και να παρακολουθεί, τα πλάσματα που ζούσαν στο βασίλειο της, πώς σκέφτονταν και πώς ενεργούσαν. Και δάκρυζε, και σε όποια πέτρα έπεφτε το δάκρυ, γινόντουσαν κάθε λογής πετράδια. Και κάθε που ''ξεχείλιζε'' από αγάπη και καλοσύνη, λαμπερό χρυσάφι και άλλα αγαθά γεννιόντουσαν μέσα της.


Έβλεπε τους ανθρώπους, σιγά-σιγά πώς έμαθαν να κυνηγούν, πώς έμαθαν να τρώνε τους καρπούς των δέντρων, πώς ανακάλυψαν την φωτιά, πώς βρήκαν τρόπο και έφτιαξαν εργαλεία, που με αυτά φύτευαν σπόρους στη γη της.


Και μια μέρα που η Αφροδίτη ήρθε να δει το βασίλειο της αδελφής της, τους έφερε για δώρο την αγάπη.
Και όλοι ήταν χαρούμενοι, και ζούσαν αρμονικά και ευτυχισμένοι. Και αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, και δημιουργήθηκε η πρώτη οικογένεια, μα αγαπούσαν και τους εαυτούς τους, γιατί η Αφροδίτη είχε και μεγάλη αγάπη για τον εαυτό της, και το δώρο της ήταν βγαλμένο από μέσα της. Έτσι έγιναν και ατομιστές και ματαιόδοξοι.
Και κυλούσε ο χρόνος. Αυτό ήταν δώρο του πατέρα της απ' την αρχή, που φτιάχτηκαν οι εποχές.
Και οι άνθρωποι με τόση εξυπνάδα, χώρισαν τις εποχές σε τέσσερις, και το χρόνο σε μήνες και σε ώρες, σε λεπτά και σε δευτερόλεπτα. Θαυμαστά πράγματα!! Και όταν είχαν φως έλεγαν ότι είχαν μέρα. Κι όταν είχαν σκοτάδι έλεγαν ότι είχαν νύχτα.
Η Γη καμάρωνε με όλα ετούτα! Και με το δίκιο της!


Της μήνυσαν και τα άλλα αδέλφια της, ότι ήθελαν να τη δουν. Κι εκείνη δέχτηκε ευχαρίστως.
Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας. Ο θαυμασμός του ήταν συγκρατημένος, κι ένοιωσε και ζήλια λιγάκι.
Γι' αυτό, πάνω σε μια παρόρμηση της στιγμής, τους έκανε δώρο τη θαλασσοταραχή και τη τρικυμία. Είπε στη Γη, ότι ταιριάζει καλύτερα με τη βροχή, όταν αστράφτει και βροντάει, και εξάλλου μια θάλασσα συνεχώς ήρεμη, ήταν λίγο... .βαρετή.
Τι να κάνει η Γη, αδελφός της ήταν, πως να τον προσβάλλει;
Κι έπειτα ήρθε επίσκεψη ο Πλούτωνας, και είδε κι αυτός και θαύμασε. Και ένοιωσε κι αυτός ζήλεια στη καρδιά. Και της είπε, ότι τα πλάσματα είναι πάρα πολλά και συνεχώς πολλαπλασιάζονται.
Και μόνο η κατανάλωση σαν τροφή, δεν αρκεί για να κρατιέται η ισορροπία.
Και της έκανε δώρο το θάνατο και την αρρώστια. Έτσι όλα στη ζωή θα γίνονται κύκλος.
Θα υπάρχει αρχή της είπε, και τέλος. Και ξανά αρχή.
Τι να κάνει και η Γη, το δέχτηκε. Πως να τον προσβάλλει;
Κι έπειτα ήρθε ο Ουρανός, και είδε κι αυτός και ζήλεψε. Και τους έκανε δώρο, τη φιλοδοξία, και την αγάπη για το άπιαστο, για να μπορέσει ο άνθρωπος να μεγαλουργήσει, είπε. Τόσο μεγάλη φιλοδοξία, όσο και ο ουρανός πάνω τους, και πιο πέρα ακόμα.
Κι αυτό το δέχτηκε η Γη, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.
Κι ύστερα ήρθε η σειρά του Άρη να της κάνει επίσκεψη. Αυτός με το ζόρι έκρυβε τη ζήλεια του, και δαγκώνοντας τα χείλη, της είπε ότι τα πλάσματα της, πρέπει να μάθουν να αγωνίζονται, ενάντια στις δυσκολίες που θα τους έφερναν τα δώρα των άλλων.
Και την έπεισε, να δεχθεί το δώρο του, που δεν ήταν άλλο από την αγάπη για τη μάχη, για το πόλεμο, και για τα όπλα.
Μα και για τη φιλονικία επίσης. Για τη πονηριά, και τη στρατηγική και την υστεροβουλία. Για την υπεροχή με κάθε μέσον, είπε από μέσα του.
Και μετά ήρθε ο Ερμής, και τους έφερε δώρο, τα μόνα που διέθετε. Τη φυγοπονία, τη τεμπελιά,
την αποφυγή της ευθύνης, Και το να θέλει κάποιος να γίνεται το δικό του με πείσμα. Μια και ήταν χαϊδεμένος, ήταν και λίγο κακομαθημένος. Με όλα αυτά στόλισε το δώρο του. Αγαπούσε ακόμα να παζαρεύει και να έχει κέρδος. Και έβαλε κι αυτά τα γνωρίσματα επίσης στο δώρο του, καθώς και την έλλειψη σεβασμού και αναίδεια που έχει κάθε κακομαθημένο πλάσμα.
Όταν ήρθε ο Δίας, βλοσυρός, είπε στην αδελφή του, ότι δεν τα σκέφτηκε καλά τα πράγματα, τόσα πλάσματα δεν είναι δυνατόν να μην έχουν κάποιον αρχηγό, Αλλά ευτυχώς αυτός σαν πιο σοφός, μεγαλύτερος και πιο πεπειραμένος θα διόρθωνε τις ελλείψεις της. Και τους δώρισε την αγάπη για την αρχηγία, αλλά και την αλαζονεία επίσης της υπεροχής. Κι επειδή ο ίδιος ήταν δεσποτικός σαν χαρακτήρας , σε όλα τα προηγούμενα, να προστεθεί και η ισχυρογνωμοσύνη.


Ανησυχία ένοιωσε η Γη από τα δώρα όλων, μα γρήγορα η καλή της ψυχή, έδιωξε τις κακές τις σκέψεις. Είχε τόση εμπιστοσύνη η ίδια στα πλάσματα της, που τους την έδωσε άπλετα. Έπειτα σκέφτηκε ότι αφού τους είχε δημιουργήσει με την ικανότητα να σκέφτονται, συνεπώς και τη κρίση, θα εκτιμούσαν και θα διατηρούσαν μόνοι τους, την αρμονία που τους είχε χαρίσει.
Ο καιρός περνούσε, και εξακολουθούσε να παρατηρεί, χωρίς ανησυχία, τους ανθρώπους. Τότε ήταν που αυτοί, σκέφτηκαν και δημιούργησαν την έννοια της ιδιοκτησίας. Και άρχισαν να μαζεύουν αγαθά, να φτιάχνουν πλοία, και να διασχίζουν με αυτά τις θάλασσες. Ανέπτυξαν το εμπόριο και έφτιαξαν μάλιστα -πόσο έξυπνο-, το χρήμα, για να μπορούν να υπολογίζουν την αξία αυτών που εμπορεύονταν.
Και εμπορεύονταν τα πάντα. Γιατί τα πάντα τα υπολόγιζαν με την αξία τους πια. Και ότι, δεν είχε κάποιος, το έπαιρνε από τον άλλο που το είχε σε μεγαλύτερη ποσότητα.


Έτσι τα δώρα των αδελφών, έκαναν καλά τη δουλειά τους. Και άρχισαν κάποιοι να νοιώθουν απληστία και να επιθυμούν όλο και περισσότερα αγαθά, άρχισαν να εκμεταλλεύονται κάποιους άλλους ανθρώπους, να θέλουν τη γη που είχαν άλλοι, να μαλώνουν μεταξύ τους και να χωρίζονται σε ομάδες, άλλες μικρές και άλλες μεγαλύτερες, και η κάθε μία, να ορίζει και κάποιον αρχηγό. Και να χωρίζουν τη γη σε κομμάτια. Και με το σπουδαίο τους μυαλό, δημιούργησαν τα σύνορα. Όταν το είδε αυτό η Γη, έκλαψε. Έκλαψε πολύ και από τα δάκρυα της, πλημμύρισαν οι θάλασσες και ξεχείλισαν οι λίμνες και τα ποτάμια. Και οι άνθρωποι γνώρισαν τον κίνδυνο, και χάθηκαν αρκετές ζωές τότε. Αλλά τη βεβαίωσαν, ότι θα τα έφτιαχναν τα πράγματα, κι ότι τα σύνορα ήταν αναγκαία, για να μπορούν να τη φροντίζουν καλύτερα. Και η Γη ένοιωσε πάλι την ελπίδα, τους πίστεψε και χάρηκε.


Κι έτσι, κάθε κομμάτι το βάφτισαν χώρα, και κάθε ομάδα λαό. Τότε έγινε μια μεγάλη συγκέντρωση, των αρχηγών των λαών των πέντε ηπείρων, που ήταν και οι πιο φιλόδοξοι, με σκοπό να εδραιώσουν την υπεροχή τους. Συμφώνησαν σε κάτι. Ότι πάντα έπρεπε να υπάρχει συσσώρευση αγαθών σε κάποιους, για να υπερέχουν αυτοί, από τα μέλη της ομάδας τους. Αλλά κάπως έπρεπε να εξασφαλίσουν την αρχηγία τους. Σκέφτηκαν τότε ότι καλό θα ήταν να μη μάθαιναν όλοι τα ίδια. Γιατί δεν ήταν δυνατό να είναι όλοι το ίδιο έξυπνοι, ούτε να μαθαίνουν όλοι τα πάντα. Έπρεπε κάποιοι, οι περισσότεροι, να ξέρουν λιγότερα από αυτούς. Και ο καθένας να μάθαινε και κάτι. Γιατί ξέροντας λιγότερα ή και τίποτα, αυτό θα τους έκανε εξαρτημένους και αυτοί θα ήταν πάντα αρχηγοί. Και δεν έπρεπε να βρίσκει στήριξη ο κάθε λαός στον άλλο, γι' αυτό και έπρεπε να φτιάξουν ο καθένας ιδιαίτερα γνωρίσματα για την ομάδα του. Και άρχισε να βρίσκει κάθε λαός, τη δική του γλώσσα και οι αρχηγοί της κάθε ομάδας να ελέγχουν τη γνώση, και να αποφασίζουν το τρόπο που θα τη μοιράζουν. Δημιουργήθηκαν οι ''δάσκαλοι'' και οι ''μαθητές''. Και γρήγορα ξέχασαν ποιος τους έφτιαξε, και αισθάνθηκαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν τα πάντα μόνοι. Γρήγορα οι λαοί είχαν τόσες διαφορές μεταξύ τους, που ήταν αδύνατο να νοιώθουν πια σαν μέρη ενός συνόλου. Η ολότητα πέθανε, και γεννήθηκε η ατομικότητα. Και κάθε λαός πίστευε ότι υπερείχε του άλλου, και η κάθε φυλή της άλλης. Και γρήγορα άρχισαν να διαλέγουν για αρχηγούς όσους διέθεταν περισσότερα αγαθά, ή όποιον τους έταζε μεγαλύτερη ανταμοιβή. Η αγάπη για το χρήμα, η φιλοδοξία και η απληστία, γέννησαν το συμφέρον.
Και η απληστία, θέριευε. Και μαζί η αλαζονεία, η φιλοδοξία, η υστεροβουλία και το ψέμα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως μετά τις πλημμύρες και τα δεινά, δεν αισθάνονταν ασφαλείς.
Και βρέθηκαν κάποιοι, που άρχισαν να τους λένε, ότι μεγάλες δυνάμεις τους προστατεύουν όλους. Και οι εμπνευστές, έδωσαν στη προστάτρια δύναμη ότι όνομα ήθελαν. Κι έτσι έφτιαξαν τις θρησκείες και τις διαδικασίες λατρείας. Και οι διαχειριστές της κάθε θρησκείας, είχαν πολλά προνόμια και απολαβές μέσα στη κάθε ομάδα.


Εν τω μεταξύ η Γη βασανιζόταν, και υπέφερε. Η ανθρώπινη απληστία, ήταν ένα αδηφάγο τέρας, που δεν χόρταινε με τίποτα. Ήθελε κι άλλα και άλλα. Συνεχώς ζητούσε. Άρχισαν να ψάχνουν το δόλιο το σώμα της Γης, για περισσότερα πλούτη. Πολλές φορές για να αποκτήσουν πιο πολλά εδάφη κάποιοι, ή έστω και για πλάκα, την έκαιγαν. Ερήμωσαν οι βράχοι της και τα βουνά της έγιναν μαύρα και άχαρα.
Η Γη με όλα αυτά τα δεινά, αρρώστησε σιγά-σιγά, και η λάμψη της άρχισε να χάνεται.
Ένοιωθε ρίγη και κρυάδες και συχνά την έπιαναν μεγάλες τρεμούλες. Τότε οι άνθρωποι γνώρισαν για πρώτη φορά, τους σεισμούς. Και στη συνέχεια τεράστια κύματα νερού, που υψώθηκαν πολλά μέτρα ψηλά. Και πάλι χάθηκαν ζωές, μα ο σκοπός δεν ήταν να αφανιστεί η δημιουργία της.
Ο σκοπός ήταν να καταλάβουν τα παιδιά της, ότι την έκαναν να πονάει και να αρχίσουν να φέρονται έτσι όπως έπρεπε.


Αλλά οι αρχηγοί , είχαν μάθει να χρησιμοποιούν καλά τα δώρα τους, και κυρίως τα δώρα του Άρη. Και με χαμόγελο βεβαίωναν, όσους είχαν πραγματικά καταλάβει το κίνδυνο και μιλούσαν για αλλαγή τρόπου ζωής, ότι φροντίζουν για το καλό του συνόλου.
Η Γη όμως χειροτέρευε, και έστρεφε το βλέμμα της στην αδελφή της, και στον πατέρα της για βοήθεια. Δεν ήθελε να στραφεί στο πατέρα της, γιατί ήξερε ότι άμα θύμωνε γινόταν αμείλικτος.
Αλλά δεν είχε πού αλλού να γυρέψει να τη στηρίξουν.
Ο πατέρας της ο Ήλιος, θύμωσε πολύ για το κακό που έκαναν στη κόρη του!... Και σκέφτηκε,.. να τα καταστρέψει όλα μεμιάς!... Η κόρη του όμως, με δάκρια στα μάτια, και μέσα στα βογγητά της, τον ικέτευσε, απλά να τους συνετίσει, αλλά να μην είναι πολύ σκληρός μαζί τους.
Κι εκείνος άρχισε να τα θερμαίνει όλα, και απλώνοντας τα χέρια αγκάλιασε τριγύρω, έτσι ώστε η θερμοκρασία να μένει φυλακισμένη κάτω.


Όλα άρχισαν να αλλάζουν. Η Φύση τρελάθηκε, και οι εποχές το ίδιο. Μπερδεύτηκαν, και δεν ήξεραν πια, πότε ήταν το καλοκαίρι, πότε ο χειμώνας. Πότε έχαναν το φθινόπωρο και πότε την άνοιξη. Πότε έβρεχε συνέχεια, και πότε το χώμα στέγνωνε. Πότε οι πάγοι έλιωναν και πότε το κρύο τα πάγωνε όλα.
Τίποτα δεν ήταν σαν πρώτα.


Με όλα τούτα οι άνθρωποι ταράχθηκαν, και ο καθένας άρχισε να σκέφτεται το τι θα μπορούσε να γίνει. Φυσικά για τους αρχηγούς και τους προνομιούχους τίποτα δεν άλλαξε.
Είχαν αρχίσει να σκέφτονται, ότι έτσι όπως αναπτύχθηκαν θα μπορούσαν να πάρουν τα πλούτη τους και να ζήσουν αρχικά στη Σελήνη, στον Άρη, ή όπου αλλού μπορούσαν.
Η αλαζονεία κρατούσε καλά τα σκήπτρα της. Και το μεγαλύτερο δείγμα της, ήταν ότι αυτοί αποφάσιζαν και διάλεγαν μόνοι τους, το ποιοι θα μπορούσαν να ζήσουν αλλού. Και δεν καταλάβαιναν το πιο βασικό... Ότι με το τρόπο που σκέφτονταν, όπου και να πήγαιναν, αν πήγαιναν, τη καταστροφή θα έφερναν πάλι. Γιατί τη κουβαλούσαν μέσα τους.
Κανείς δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Και κανείς δεν υπολόγιζε κάποιους που ήταν εντελώς αθώοι, αμέτοχοι σε όλα, και τα πραγματικά θύματα τους...


Τα παιδιά! Τα μικρά πλασματάκια που έφερναν οι άνθρωποι στο κόσμο, και που είχαν στοιχεία μέσα στις ψυχούλες τους, και στα μυαλουδάκια τους, που δεν είχαν δολοφονηθεί από την απληστία ακόμα, ούτε είχαν ποδοπατηθεί από την αλαζονεία και τα δεινά της. Ούτε καν είχαν δεχθεί αλλοίωση από το κόσμο των μεγάλων ακόμα.
Τα παιδιά που ήταν το μέλλον τους, η συνέχεια του κόσμου τους, η ύπαρξη τους.
Ε, λοιπόν αυτά τα μικρά πλάσματα που δεν τα σκεφτόταν κανείς, παρακολουθούσαν άγρυπνα τα πάντα. Άκουγαν τα πάντα, έβλεπαν τα πάντα, ρωτούσαν τα πάντα!
Και οι απαντήσεις δεν τους άρεσαν καθόλου. Δεν τους άρεσε ο κόσμος, έτσι όπως τον είχαν φτιάξει οι μεγάλοι, και δεν τους άρεσε που σε αυτούς τους μεγάλους, ανήκαν και οι περισσότεροι γονείς τους. Ακόμα και τα αδέλφια τους, όταν μεγάλωναν λίγο, τα έβλεπαν να αλλάζουν, και δεν τους άρεσε. Και το κυριότερο είχαν βαρεθεί, να ακούνε ιστορίες από τα παλιά, που μιλούσαν για τη Γη και τη δημιουργία όπως ήταν στην αρχή.
Και αποφάσισαν να δράσουν! Έκαναν καιρό να συνεννοηθούν με τα παιδιά των άλλων λαών, αλλά βοήθησαν σε αυτό, τα σχολεία, η μάθηση, κάποιοι καλοί δάσκαλοι, και αγωνιστές, οραματιστές ενός σωστού τρόπου ζωής, και με πραγματική αγάπη στη μάνα- Γη.
Και ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους. Και μια ωραία νύχτα γεμάτη άστρα, ξέρετε τα μικρά αδελφάκια, και διάφορα άλλα ξαδέλφια της γης, που λάμπουν το βράδυ, έγινε η μεγάλη μυστική συνάντηση των παιδιών. Και πάρθηκαν αποφάσεις.
Και από την άλλη μέρα, άρχισαν να κάνουν μικρές ομάδες που δεν άφηναν κανένα σκουπίδι. Που έκαναν παρατήρηση στους ίδιους τους γονείς τους, για την άμυαλη συμπεριφορά τους.
Άρχισαν να φυτεύουν δέντρα, και λουλούδια, να ομορφαίνουν τις γωνιές της γης.
Άρχισαν να απαιτούν καλύτερη συμπεριφορά, να ζητούν περισσότερους τόπους για παιχνίδι, και πιο καθαρό αέρα. Παρέσυραν και αρκετούς μεγάλους, και τους πήραν με το μέρος τους.
Και σιγά-σιγά, παρέσυραν κι άλλους , κι άλλους. Ώσπου βρέθηκαν ενωμένοι σα μία γροθιά.
Και βρέθηκαν και κάποιοι σοφοί, και μυαλωμένοι που τα καθοδηγούσαν.
Και όταν τα παιδιά τους ρώτησαν: και τι θα γίνει, αν οι κακοί αρχηγοί, μας επιτεθούν;
Οι σοφοί, απάντησαν:
-Αν είμαστε ενωμένοι, οι αρχηγοί θα καταλάβουν ότι οι καρέκλες τους δε μπορούν να στηρίζονται σε ένα μεγάλο- ΟΧΙ -, στις προσταγές τους, και θα αρχίσουν να ξανασκέφτονται τι προστάζουν.
Αν ο καθένας μας κάνει το σωστό και το καλό, τότε το καλό θα εξαπλωθεί στο κόσμο, και το κακό θα μείνει μόνο και μαραζωμένο. Γιατί μας αξίζει ένας καλύτερος κόσμος. Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον, μας αξίζει μια πράσινη και λαμπερή Γη. Μια υγιής Γη. Εμείς έχουμε την ΕΥΘΥΝΗ!


Τότε ακούστηκαν χαρούμενα γέλια, από όλα τα παιδιά, τόσο δυνατά.... που η Γη τα άκουσε....
και τινάζοντας τα μαλλιά της, τα ανέμισε, έστρεψε το βλέμμα στα παιδιά, στην άσβεστη ελπίδα, και χαμογέλασε, με ένα λαμπερό χαμόγελο που έλαμψε το Σύμπαν.

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

To τριαντάφυλλο και το αηδόνι!


«Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα» φώναξε ο νεαρός φοιτητής , «αλλά σε ολόκληρο τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο!». 
Από την φωλιά του στην βαλανιδιά, το αηδόνι τον άκουσε, κοίταξε μέσα από τις φυλλωσιές και απόρησε. 
«Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σε ολόκληρο τον κήπο μου!» φώναξε ο νέος και τα όμορφα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Αχ! από τι τιποτένια βάσανα εξαρτάται η ευτυχία! Έχω διαβάσει όλα όσα έχουν γράψει οι σοφοί, και όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας τα κατέχω, και όμως, για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο καταστρέφεται η ζωή μου».

«Επιτέλους, να ένας αληθινά ερωτευμένος», είπε το αηδόνι. «Κάθε νύχτα γι' αυτόν τραγουδούσα κι ας μην τον γνώριζα: κάθε νύχτα έλεγα την ιστορία του στα αστέρια και τώρα τον βλέπω. Τα μάτια του είναι σκοτεινά σαν το μπουμπούκι του υάκινθου και τα χείλη του κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο που ποθεί, αλλά το πάθος του έκανε το πρόσωπό του χλωμό σαν φίλντισι και η θλίψη άφησε την σφραγίδα της στο μέτωπό του».


«Ο πρίγκηπας δίνει χορό αύριο βράδυ», ψιθύρισε ο νεαρός φοιτητής, «και η αγάπη μου είναι καλεσμένη. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα χορέψει μαζί μου ως τα χαράματα. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα την κρατήσω στην αγκαλιά μου και θα ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο μου και θα σφίγγω το χέρι της μέσα στο δικό μου. Αλλά δεν υπάρχει κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου, θα καθίσω λοιπόν εδώ μονάχος και εκείνη θα με προσπεράσει. Δεν θα μου δώσει σημασία και η καρδιά μου θα ραγίσει».

«Πράγματι, να ένας αληθινά ερωτευμένος», είπε το αηδόνι. «Αυτά που τραγουδάω, εκείνος τα υποφέρει, αυτό που για μένα είναι χαρά, για εκείνον είναι πόνος. Σίγουρα, ο έρωτας είναι υπέροχο πράγμα. Είναι πιο πολύτιμος κι από τα σμαράγδια και πιο ακριβός από λεπτό οπάλιο. Τα μαργαριτάρια και τα ρόδια δεν μπορούν να τον αγοράσουν ούτε τον πουλάνε στην αγορά. Δεν μπορούν να τον αγοράσουν οι έμποροι ούτε μπορεί να ζυγιστεί στην ζυγαριά με χρυσάφι». 
«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μια μικρή πράσινη σαύρα καθώς περνούσε τρέχοντας δίπλα του με την ουρά της στον αέρα.

«Γιατί αλήθεια;» είπε μια πεταλούδα που πετούσε πέρα δώθε κυνηγώντας μια ηλιαχτίδα. 
«Γιατί αλήθεια;» ψιθύρισε μια μαργαρίτα στον γείτονά της με απαλή, χαμηλή φωνή. 
«Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» είπε το αηδόνι.
«Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο;» φώναξαν, «τι γελοίο!» κι η μικρή σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, γέλασε απροκάλυπτα.
Το αηδόνι όμως καταλάβαινε το μυστικό της θλίψης του φοιτητή και καθόταν σιωπηλό στη βαλανιδιά και σκεφτόταν το μυστήριο του έρωτα.

Ξαφνικά, άπλωσε τα καφετιά φτερά του και υψώθηκε στον αέρα. Πέρασε μέσα από το δασάκι σαν σκιά και σαν σκιά διέσχισε τον κήπο. Καταμεσής στο χορτάρι είδε μια όμορφη τριανταφυλλιά, πέταξε κατά κει και προσγειώθηκε σε ένα κλαράκι της. 
«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι». 
Η τριανταφυλλιά όμως κούνησε το κεφάλι της.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι άσπρα» απάντησε, «άσπρα σαν τον αφρό της θάλασσας και πιο άσπρα από το χιόνι στα βουνά. Πήγαινε όμως στην αδελφή μου που τρυπώνει γύρω από το παλιό ηλιακό ρολόι και ίσως να σου δώσει αυτό που γυρεύεις».
Έτσι, το αηδόνι πέταξε στην τριανταφυλλιά που φύτρωνε γύρω από το παλιό ηλιακό ρολόι. 
«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι». Η τριανταφυλλιά όμως κούνησε το κεφάλι της.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι κίτρινα» απάντησε, «κίτρινα σαν τα μαλλιά της σειρήνας που κάθεται σε θρόνο κεχριμπαρένιο και πιο κίτρινα από την μαργαρίτα που ανθίζει στον αγρό πριν έρθει ο θεριστής με το δρεπάνι του. Πήγαινε όμως στην αδερφή μου που φυτρώνει κάτω από το παράθυρο του φοιτητή και ίσως να σου δώσει αυτό που γυρεύεις».
Έτσι, το αηδόνι πέταξε στην τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του φοιτητή. 
«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι». Η τριανταφυλλιά όμως κούνησε το κεφάλι της.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι κόκκινα» απάντησε, «κόκκινα σαν τα πόδια του περιστεριού και πιο κόκκινα από τα μεγάλα κοράλλια που κυματίζουν στη σπηλιά του ωκεανού. Ο χειμώνας όμως πάγωσε τις φλέβες μου κι η παγωνιά έκαψε τα μπουμπούκια μου, η καταιγίδα έσπασε τα κλαδιά μου και δεν θα κάνω καθόλου τριαντάφυλλα όλο το χρόνο φέτος». 

«Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο γυρεύω όλο κι όλο» φώναξε το αηδόνι, «ένα μονάχα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει τρόπος να το βρω;»
«Υπάρχει ένας τρόπος» απάντησε η τριανταφυλλιά, «αλλά είναι τόσο τρομερός, που δεν τολμώ να σου τον πω».
«Πες τον μου», είπε το αηδόνι, «δεν φοβάμαι». 
«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» είπε η τριανταφυλλιά, «πρέπει να το πλάσεις με την μουσική του φεγγαρόφωτου και να το βάψεις με το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις με ένα αγκάθι καρφωμένο στο στήθος σου. Όλη την νύχτα πρέπει να μου τραγουδάς και το αγκάθι πρέπει να τρυπήσει την καρδιά σου και το αίμα της ζωής σου πρέπει να κυλήσει στις φλέβες μου και να γίνει δικό μου».

«Ο θάνατος είναι μεγάλο τίμημα για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» είπε το αηδόνι, «και η ζωή είναι πολύ αγαπητή σε όλους. Είναι ευχάριστο να κάθεσαι στο πράσινο δάσος και να κοιτάζεις τον ήλιο στο χρυσό του άρμα και την σελήνη στο μαργαριταρένιο της άρμα. Γλυκό είναι το άρωμα της τρικοκκιάς, γλυκές είναι και οι καμπανούλες που κρύβονται στην κοιλάδα και το ρείκι που φυτρώνει στον λόφο. Ωστόσο, ο Έρωτας είναι προτιμότερος από την Ζωή και τι ‘ναι η καρδιά ενός πουλιού μπροστά στην καρδιά ενός ανθρώπου;»
Άπλωσε λοιπόν τα καφετιά φτερά του για να πετάξει και όρμησε στον αέρα. Πέρασε πάνω απ' τον κήπο σαν σκιά, και σαν σκιά πέρασε το δασάκι.

Ο νεαρός φοιτητής ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο χορτάρι, στο ίδιο μέρος που τον είχε αφήσει και τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα στα όμορφα μάτια του.
«Θα γίνεις ευτυχισμένος» φώναξε το αηδόνι, «θα γίνεις ευτυχισμένος, θα το έχεις το κόκκινο τριαντάφυλλο σου. Θα το πλάσω με την μουσική του φεγγαρόφωτου και θα το βάψω με το αίμα της καρδιάς μου. Το μόνο που σου ζητώ για αντάλλαγμα είναι να είσαι αληθινός εραστής, γιατί ο έρωτας είναι πιο σοφός από την φιλοσοφία και ας είναι γνωστική, και πιο ισχυρός από την εξουσία και ας είναι δυνατή. Στο χρώμα της φωτιάς είναι τα φτερά του, στο χρώμα της φωτιάς είναι και το κορμί του. Τα χείλη του είναι γλυκά σαν μέλι και η ανάσα του σαν το λιβάνι». 
Ο φοιτητής σήκωσε τα μάτια και αφουγκράστηκε, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε το αηδόνι, γιατί ήξερε μόνο τα πράγματα που είναι γραμμένα στα βιβλία. 
Η βελανιδιά όμως κατάλαβε και ένιωσε θλίψη, γιατί αγαπούσε πολύ το μικρό αηδόνι που είχε χτίσει την φωλιά του στα κλαδιά της.
«Τραγούδησέ μου ένα τελευταίο τραγούδι» ψιθύρισε, «θα νιώθω μοναξιά όταν θα φύγεις». 
Έτσι, το αηδόνι τραγούδησε για την βελανιδιά κι η φωνή του ήταν σαν νερό που ρέει κελαρυστό από ασημένιο κανάτι. 
Όταν τέλειωσε το τραγούδι του, ο φοιτητής σηκώθηκε κι έβγαλε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι από την τσέπη του.

«Έχει στυλ» μονολογούσε, καθώς απομακρυνόταν από το δασάκι, «αυτό δεν μπορούμε να του το αρνηθούμε, έχει όμως άραγε και αίσθημα, φοβάμαι πως όχι. Στην πραγματικότητα, είναι σαν τους περισσότερους καλλιτέχνες, όλο ύφος, μα καθόλου ειλικρίνεια. Δεν θα θυσιαζόταν για τους άλλους. Μόνο την μουσική σκέφτεται κι όλοι ξέρουν πως οι τέχνες είναι εγωιστικές. Ωστόσο, πρέπει να το παραδεχτούμε ότι υπάρχουν μερικές όμορφες νότες στο τραγούδι του. Τι κρίμα που δεν σημαίνουν τίποτα και δεν έχουν κανένα πρακτικό όφελος!» και πήγε στο δωμάτιό του, ξάπλωσε στο ξυλοκρέβατο του κι άρχισε να σκέφτεται την αγάπη του και σε λίγο αποκοιμήθηκε. 
Κι όταν το φεγγάρι έλαμψε στον ουρανό, το αηδόνι πέταξε στην τριανταφυλλιά και ακούμπησε το στήθος του στο αγκάθι. Όλη νύχτα τραγουδούσε με το στήθος του πάνω στο αγκάθι, και το παγερό κρυστάλλινο φεγγάρι έσκυψε κι άκουγε. Όλη νύχτα τραγουδούσε και το αγκάθι έμπαινε ολοένα και πιο βαθιά στο στήθος του και το αίμα της ζωής του άδειαζε από μέσα του. 
Τραγούδησε πρώτα για την γέννηση του έρωτα στην καρδιά ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Και στο πιο ψηλό κλωνί της τριανταφυλλιάς άνθισε ένα υπέροχο τριαντάφυλλο, το ένα πέταλο μετά το άλλο, καθώς το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο. Ωχρό ήταν στην αρχή, σαν την ομίχλη που πλανιέται πάνω από το ποτάμι, ωχρό σαν τα πόδια του πρωινού και ασημένιο σαν τις φτερούγες της αυγής. Σαν την σκιά ενός τριαντάφυλλου σε έναν ασημένιο καθρέφτη, σαν την σκιά ενός τριαντάφυλλου σε μια λιμνούλα, έτσι ήταν και το τριαντάφυλλο που άνθισε στο πιο ψηλό κλωνί της τριανταφυλλιάς. Αλλά η τριανταφυλλιά φώναξε στο αηδόνι να πιέσει κι άλλο το αγκάθι. «Πίεσέ το κι άλλο, μικρό αηδονάκι» φώναξε η τριανταφυλλιά, «αλλιώς θα ξημερώσει πριν τελειώσει το τριαντάφυλλο».

Τότε το αηδόνι πίεσε κι άλλο το αγκάθι και ολοένα και πιο δυνατό γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για την γέννηση του πάθους στην ψυχή ενός άντρα και μιας κόρης. 
Κι ένα απαλό ρόδισμα έβαψε τα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το ρόδισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλάει τα χείλη της νύφης. Μα τα αγκάθι δεν είχε φτάσει ακόμα στην καρδιά του κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου έμεινε λευκή, γιατί μόνο το αίμα της καρδιάς ενός αηδονιού μπορεί να βάψει κόκκινη την καρδιά ενός τριαντάφυλλου.
Και η τριανταφυλλιά φώναξε στο αηδόνι να πιέσει κι άλλο το αγκάθι. «Πίεσέ το κι άλλο, μικρό αηδονάκι» φώναξε η τριανταφυλλιά, «αλλιώς θα ξημερώσει πριν τελειώσει το τριαντάφυλλο». 
Το αηδόνι τότε πίεσε κι άλλο το αγκάθι και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά του κι ένα άγριο σκίρτημα πόνου το διαπέρασε. Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος και παράφορο, όλο και πιο παράφορο γινόταν το τραγούδι του, γιατί τραγουδούσε για τον έρωτα που γίνεται τέλειος με τον θάνατο, για τον έρωτα που δεν πεθαίνει στον τάφο.

Και το υπέροχο τριαντάφυλλο έγινε κόκκινο, σαν το τριαντάφυλλο του ουρανού της ανατολής. Κόκκινα ήταν τα πέταλα και κόκκινη σαν ρουμπίνι η καρδιά του. Αλλά η φωνή του αηδονιού έσβηνε και χανόταν και οι μικρές του φτερούγες άρχισαν να χτυπούν κι ένα πέπλο σκέπασε τα μάτια του. Όλο κι έσβηνε το τραγούδι του κι ένιωθε κάτι να το πνίγει στο λαιμό του. 
Κι έπειτα ξέσπασε σ' ένα τελευταίο τραγούδι. Το λευκό φεγγάρι το άκουσε, ξέχασε το χάραμα και ξέμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο τριαντάφυλλο το άκουσε και άρχισε να τρέμει ολόκληρο από την έκσταση και άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό ουρανό. Η ηχώ το μετέφερε στη μαβιά σπηλιά της στους λόφους και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς από τα όνειρά τους. Μέσα από τις καλαμιές του ποταμού πέρασε κι αυτές μετέφεραν στη θάλασσα το μήνυμά του. 
«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε η τριανταφυλλιά, «το τριαντάφυλλο τέλειωσε τώρα!», μα το αηδόνι δεν απάντησε γιατί κείτονταν νεκρό στο χορτάρι με το αγκάθι στην καρδιά του. 
Το μεσημέρι ο φοιτητής άνοιξε το παράθυρό του και κοίταξε έξω.
«Μπα, τι φοβερή τύχη!» φώναξε, «να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τέτοιο τριαντάφυλλο σε όλη μου την ζωή. Είναι τόσο όμορφο που είμαι σίγουρος ότι έχει μια πολύπλοκη λατινική ονομασία» κι έσκυψε και το έκοψε.
Ύστερα φόρεσε το καπέλο του και πήγε τρέχοντας στο σπίτι του καθηγητή με το τριαντάφυλλο στο χέρι του.

Η κόρη του καθηγητή καθόταν στην πόρτα και τύλιγε γαλάζια μεταξωτή κλωστή σε μια κουβαρίστρα με το σκυλάκι ξαπλωμένο στα πόδια της.
«Είπες ότι θα χόρευες μαζί μου αν σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» φώναξε ο φοιτητής. «Να το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο σε ολόκληρο τον κόσμο. Θα το βάλεις απόψε στην καρδιά σου και καθώς θα χορεύουμε μαζί θα σου πω πόσο σε αγαπώ». 
Η κοπέλα όμως έσμιξε τα φρύδια. 
«Φοβάμαι ότι δεν θα ταιριάζει με το φόρεμά μου» απάντησε, «κι εξάλλου, ο ανιψιός του αρχιθαλαμηπόλου μου έστειλε μερικά αληθινά κοσμήματα κι όλοι ξέρουν πως τα κοσμήματα στοιχίζουν πολύ πιο ακριβά από τα λουλούδια».
«Λοιπόν, μα την πίστη μου, είσαι πολύ αχάριστη» είπε ο φοιτητής θυμωμένα και πέταξε το τριαντάφυλλο, που έπεσε στο χαντάκι και η ρόδα ενός πέρασε πάνω του.
«Αχάριστη;» είπε η κοπέλα. «Για να σου πω, είσαι πολύ αγενής, και στο κάτω κάτω ποιος είσαι εσύ; Ένας φοιτητής. Ε λοιπόν, πιστεύω ότι δεν έχεις καν ασημένιες αγκράφες στα παπούτσια σου, σαν τον ανιψιό του αρχιθαλαμηπόλου» και σηκώθηκε από την καρέκλα και μπήκε στο σπίτι της.

«Τι ανόητο πράγμα που είναι ο έρωτας!» είπε ο φοιτητής καθώς απομακρυνόταν. «Δεν είναι καθόλου χρήσιμο σαν την λογική, γιατί δεν αποδεικνύει τίποτα και πάντα μιλάει για πράγματα που δεν πρόκειται να γίνουν και σε κάνει να πιστεύεις πράγματα που δεν είναι αληθινά. Δεν είναι καθόλου πρακτική υπόθεση και καθώς στην εποχή μας το να είσαι πρακτικός είναι το παν, θα ξαναγυρίσω στην φιλοσοφία και θα μελετήσω μεταφυσική».
Γύρισε λοιπόν στο δωμάτιό του, έβγαλε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει.

 Η ιστορία είναι από: http://www.paidika.gr




Η παραπάνω είναι μια υπέροχη ιστορία του Oscar Wilde, συγκινητική και πολύ διδακτική.  
Όπως καλά καταλάβαμε, οι άνθρωποι αποκτούμε γνώσεις από τα βιβλία, αλλά χωρίς αναπτυγμένη κρίση και σκέψη, οι επιλογές που κάνουμε στη ζωή είναι λανθασμένες. Πρέπει να εξετάζουμε καλά που χαρίζουμε την εμπιστοσύνη μας και την καρδιά μας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν μας προδώσει ένα άτομο δεν πρέπει να δώσουμε   ευκαιρία σε κάποιον άλλον που να αξίζει. Μη ξεχνάμε ότι ''όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια''. 
Να ζούμε παρατηρώντας γύρω μας και τον υπόλοιπο κόσμο. Ποτέ  αδιάφορα για τους άλλους και δίνοντας μόνο σημασία  στα δικά μας θέλω.  Η ζωή δεν αξίζει να την περνάς με εγωισμούς και μικρότητες, με απληστία και υστεροβουλία, με έλλειψη καλλιέργειας και πνευματικής και συναισθηματικής ανάτασης. 
Όλοι... κυριολεκτικά  όλοι.., με την ύπαρξη μας, επηρεάζουμε και την ύπαρξη κοντινών προσώπων, τα οποία μπορεί να θυσιάζουν και να στερούνται κάτι σημαντικό γι'αυτούς ώστε εμείς να ξεπεράσουμε τυχόν δυσκολίες. Πολλές φορές δεχόμαστε βοήθεια εν αγνοία μας. Είναι η βοήθεια που αποδίδουμε στην τύχη, στην μοίρα, στον Θεό!! Καμιά βοήθεια δεν  περιφρονούμε όταν δεν την χρειαζόμαστε πλέον, και καμιά θυσία δεν την αντιμετωπίζουμε με αχαριστία, αγνωμοσύνη, ούτε τη ξεχνάμε ποτέ! Η ευγνωμοσύνη είναι ένα γνώρισμα που πρέπει να υπάρχει μέσα μας αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.
Και πρέπει πάντα να έχουμε στην καρδιά μας το εξής: Πριν από κάθε σημαντικό γεγονός, έχει προηγηθεί μια ατελείωτη σειρά από ασήμαντες φαινομενικά λεπτομέρειες.
Η ζωή είναι σαν ένα ψηφιδωτό!! Μικρά-μικρά και ασήμαντα πραγματάκια φτιάχνουν μια υπέροχη εικόνα τέχνης!


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...