Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Το κορίτσι που ήθελε σεβασμό!!!

πηγή



Μια φορά κι ένα καιρό, κοντά σε ένα δάσος, έμενε ένας αγρότης με τη γυναίκα του, τους δύο γιους του, και τη κόρη τους, σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι.
Ο πατέρας και οι δύο γιοι του, καλλιεργούσαν μια μικρή έκταση γης, φυτεύοντας την και σπέρνοντας την, για να εξασφαλίζουν το φαγητό της ημέρας.
Η μητέρα φρόντιζε το σπίτι, και τακτοποιούσε το μικρό της νοικοκυριό, και η κόρη τη βοηθούσε ακολουθώντας τις εντολές της.
Πάντα στο σπίτι τους γινόταν αυτό που ήθελε ο πατέρας, μια και αυτός ήταν ο αρχηγός της οικογένειας.
Όταν προσπαθούσαν να βρουν τι να φυτέψουν που θα τους φέρει μεγαλύτερο κέρδος, το κουβέντιαζε ο πατέρας με τους δυο γιους του. Αυτοί αποφάσιζαν που θα πάνε να μαζέψουν ξύλα, αυτοί αποφάσιζαν που θα τα πουλήσουν, και στη μάνα ανακοίνωναν, το κέρδος της ημέρας.
Στη κόρη, σπάνια απευθυνόταν κανείς, σπάνια τη ρωτούσε κάποιος αν ήταν καλά, κι εκείνη ενώ στην αρχή προσπαθούσε να συμμετέχει στην οικογένεια, γρήγορα σταμάτησε , μια και κατάλαβε ότι σαν κορίτσι που ήταν, δεν θεωρούσαν και τη γνώμη της τόσο σπουδαία. Ούτε οι γονείς της μα ούτε και τα αδέλφια της.
Το κορίτσι  όμως, στο μικρό κρεβατάκι του στη σοφίτα τα βράδια, δεν κοιμόταν αμέσως, αλλά ονειρευόταν και έκανε σκέψεις για το μέλλον. Την προβλημάτιζαν πολλά πράγματα. Την προβλημάτιζε ο κόσμος,  αγαπούσε τα φυτά και τα ζώα, και της άρεσε το νερό στο ποτάμι όπως κυλούσε. Αλλά πάνω από όλα, ήθελε να πάει στο χωριό, τώρα που μεγάλωσε. Να δει πως ζουν οι άλλοι άνθρωποι. Όταν ήταν μικρή, την είχαν πάρει μαζί τους μια φορά οι δικοί της, και είχε διατηρηθεί στη μνήμη της, ένα  μεγάλο σπίτι, που  ένα σωρό παιδιά έτρεξαν και μπήκαν μέσα. Κάποτε, από τις λίγες φορές που ο πατέρας της, της είχε απαντήσει σε κάτι, της είπε ότι αυτό ήταν σχολείο,'' άχρηστο πράγμα δηλαδή'', της είχε πει. Και είχε συμπληρώσει ότι:  '' τα γράμματα ήταν χαμένα χρόνια, ενώ το σημαντικό είναι να φροντίζεις  για το βιος της οικογένειας, να φτιάχνεις φαγητό αν είσαι γυναίκα και να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού, ώστε να τρώει και να ξεκουράζεται ο άντρας όταν γυρίζει από τη δουλειά''.
Μα  εκείνη  ήθελε να μάθει! Και να γράφει και να διαβάζει. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να το πει. Κι ακόμα ήθελε να μη νοιώθει τόσο μόνη και παραμελημένη. Αγαπούσε τη ζωή, και ήθελε να τη γνωρίσει, γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν ήταν μόνο το μικρό της σπιτάκι, αλλά απλωνόταν πολύ πιο πέρα. Πιο πέρα κι από εκεί που μπορούσε να φτάσει ο νους της.
Μια μέρα που η μητέρα της είχε δουλειές πολλές και η κόρη της την ενοχλούσε ''μέσα στα πόδια της'', το κορίτσι τη ρώτησε αν μπορεί να πάει βόλτα μέχρι το ποτάμι.

Η μάνα της την άφησε, κι εκείνη χαρούμενη ξεκίνησε γρήγορα, από φόβο μη το μετανιώσει και τη φωνάξει πίσω. Όπως βάδιζε μέσα στα δέντρα, ένοιωσε ελεύθερη, και άρχισε να απολαμβάνει τις μυρωδιές του δάσους, και το τραγούδι των πουλιών. Απομακρύνθηκε χωρίς να το καταλάβει. Και όταν έφτασε πια στη καρδιά του δάσους, λες και κάποιος τράβηξε από μπροστά της μια κουρτίνα, ένα σπιτάκι φάνηκε, που είχε τριγύρω έναν υπέροχο κήπο, με ότι λουλούδι μπορείς να φανταστείς. Λουλούδια που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της και που μοσχομύριζαν τόσο, και ήταν τόσο όμορφα στην όψη,  ώστε αισθάνθηκε ένα με την ομορφιά τους και γεμάτη από την ευωδιά τους. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε, και παρουσιάστηκε μπροστά της μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Φορούσε μια ποδιά, πάνω από το μακρύ της φόρεμα. Και όπως άνοιξε η πόρτα, μια μυρωδιά ξεχύθηκε υπέροχη από το σπίτι, από κάτι που ψηνόταν. Η  κοιλίτσα της που γουργούρισε, της θύμισε ότι δεν είχε φάει τίποτα, και την έκανε να ξεπεράσει τη δειλία της, και να καλημερίσει τη γυναίκα.
-Καλημέρα κορίτσι μου! της απάντησε με χαμόγελο εκείνη.
Δεν σε έχω ξαναδεί από εδώ, από πού έρχεσαι;
Το κορίτσι της είπε που έμενε, κι ότι είχε βγει βόλτα και ξεμάκρυνε άθελα της.
Η γυναίκα τη ρώτησε αν ήθελε λίγη πίτα που μόλις την είχε βγάλει από το φούρνο.
Το κορίτσι δέχτηκε με χαρά, παρότι δεν ήξερε καν, τι ήταν η πίτα.
Μπήκε στο σπίτι, και η καλή γυναίκα της έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι που το έβλεπε πρώτη φορά. Όταν το δοκίμασε, είδε ότι μέσα ήταν γεμάτο από διάφορα χόρτα, και ήταν πολύ νόστιμο. Ρώτησε να μάθει πώς γίνεται.
Πρόθυμα η γυναίκα της εξήγησε το τρόπο και της είπε ότι μπορεί να βάλει ότι θέλει μέσα.
Μετά κουβέντιασαν για το κήπο και για τα λουλούδια της, και έμαθε τα ονόματα τους ενόσω της τα έδειχνε ένα- ένα με καμάρι.
Το κορίτσι ήταν ενθουσιασμένο που κάποιος της μιλούσε για πρώτη φορά τόσο πολύ και της εξηγούσε διάφορα με τόση προθυμία. Κι εκείνη τα ''ρούφαγε'' όλα, και τα φύλαγε στο μυαλό και στη καρδιά της με λαχτάρα. Έπρεπε όμως να φύγει και με ''μισή καρδιά'' αποχαιρέτησε τη γυναίκα.
Η καλή κυρία της είπε τότε, να ξαναπάει όποτε θέλει, και το κορίτσι μας με την ελπίδα και τη χαρά στη καρδούλα του, το υποσχέθηκε και έφυγε τρέχοντας.
Στο σπίτι της, δεν της μίλησε κανείς, μια και όλοι ήταν πολύ κουρασμένοι.
Κάποια στιγμή, εκείνη ρώτησε:
- Γιατί δεν φυτεύουμε λουλούδια και να φτιάξουμε ένα κήπο;;
Κι αμέσως ο πατέρας της, της απάντησε:
- Τα λουλούδια δεν χρησιμεύουν πουθενά και δεν τρώγονται.
-Γιατί με το στάρι που φτιάχνουμε αλεύρι, δεν δοκιμάζουμε να κάνουμε και κάτι άλλο εκτός από ψωμί;;
Και πάλι η φωνή του πατέρα ακούστηκε:
-Είμαστε πολύ κουρασμένοι για να ασχολούμαστε με πράγματα χωρίς ουσία. Ψωμί έφτιαχναν οι πατεράδες μας, ψωμί φτιάχνουμε κι εμείς.
Τα αδέλφια της χαμογελούσαν με ύφος, σα να άκουσαν τη μεγαλύτερη χαζομάρα από το πιο χαζό άνθρωπο του κόσμου.
Την άλλη μέρα, έφυγε πάλι μετά τις δουλειές και πήγε στο σπίτι της γυναίκας. Μια απόφαση είχε πάρει μέσα της. Όταν έφτασε, της είπε:
-Θα έρχομαι να σε βοηθάω σε ότι θέλεις. Σε αντάλλαγμα θέλω να με μάθεις να φτιάχνω πίτες, να φτιάχνω τέτοια γλυκά, σαν κι αυτό που μου έδωσες να φάω σήμερα, και να περιποιούμαι λουλούδια, για να έχω ένα τέτοιο κήπο. Θα ήθελα να μου δείξεις, αν θες, ότι μπορείς, κι εγώ θα σου κάνω ότι δουλειές επιθυμείς.
Η γυναίκα κατάλαβε τη δίψα της κοπέλας για μάθηση. Και της αποκρίθηκε:
-Σε συμπαθώ πολύ. Οι άνθρωποι που έχουν μυαλό και θέληση αξίζουν πολλά. Θα σου μάθω ό,τι ξέρω, και θα σου μάθω ακόμα, να γράφεις και να διαβάζεις. Γιατί η εξυπνάδα, θέλει και μόρφωση για να αποδώσει σωστά. Και συμφώνησαν!
Κι όταν της είπε ότι θα πρέπει να το ''σκάει'' από το σπίτι, τότε η γυναίκα της υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί και θα βρει μια λύση.
Την άλλη μέρα, ένα αμαξάκι πλησίασε στο σπίτι του αγρότη. Και ο οδηγός του δεν ήταν άλλος από τη γυναίκα του δάσους. Το κορίτσι δε μίλησε, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάτι θα γινόταν.

-Καλημέρα κύριε! είπε η γυναίκα στο πατέρα. Θα ήθελα να αγοράσω ξύλα, και λίγο στάρι, και λίγο καλαμπόκι. Έμαθα ότι πουλάτε.
Ο πατέρας σαν είδε τη πελάτισσα, βιάστηκε να τη καλημερίσει. Και μέχρι να της φέρουν οι γιοι του τα πράγματα που ζήτησε, την έμπασε φιλόξενα στο σπίτι του.
Εκείνη του είπε τότε:
-Τι τυχερός που είσαι που έχεις παιδιά και σε βοηθούν. Εγώ η άμοιρη είμαι μόνη και δεν έχω καμία βοήθεια. Θα πλήρωνα, για να βρω ένα κορίτσι να με βοηθάει στις δουλειές, αλλά να ξέρω ότι είναι από οικογένεια, καλό και τίμιο.
Αμέσως ο πατέρας απάντησε:
-Αν θες κυρά, σου δίνω τη κόρη μου, και με τα χρήματα που θα δώσεις, θα βοηθηθεί πολύ η φτωχή η οικογένεια μου.
-Αν θέλει κι εκείνη, τότε δέχομαι.
-Γιατί να μη θέλει; Είναι υποχρέωση της να βοηθήσει την οικογένεια της!
Το κορίτσι με τα λιγοστά πράγματα του, έφυγε με το αμάξι και πήγε μαζί με τη γυναίκα.
Ο πατέρας είπε στη γυναίκα του, ότι τουλάχιστον θα προσφέρει και στην οικογένεια κάτι και το κορίτσι.
Να χρησιμεύσει και κάπου.
Πέρασε ένας χρόνος, και το κορίτσι ακούραστα,  μάθαινε γράμματα, έκανε δουλειές, μάθαινε γλυκά και  φαγητά, και έμαθε ακόμα να ράβει και να κεντάει. Απέκτησε γνώσεις   για τα λουλούδια, τα φυτά, και τα δέντρα με τους καρπούς τους, και ό,τι ήξερε η γυναίκα για τα ζώα και για τη ζωή γενικά, της το δίδασκε με πάθος. Στο πρόσωπο της κοπέλας έβλεπε τη κόρη που δεν είχε αποκτήσει, και το κυριότερο έβλεπε τη κόρη που ήταν η ίδια κάποτε.
Και ήταν μια άριστη μαθήτρια, που δοκίμαζε σιγά-σιγά να φτιάχνει  τα πάντα και με τρόπους καινούργιους.
Κάθε μήνα η οικογένεια του κοριτσιού έπαιρνε ένα ποσό, και δεν είχε καμία έγνοια για τη τύχη του.
Πέρασε και δεύτερος χρόνος, και το κορίτσι πρότεινε στη γυναίκα:
-Τόσα καλά και ωραία πράγματα φτιάχνουμε. Γιατί να μη πάμε στο χωριό και να τα πουλήσουμε στο κόσμο;
-Εγώ δεν έχω αντίρρηση, της απάντησε η γυναίκα με θαυμασμό.
Όλο αυτό το καιρό είχε γνωρίσει το ''κοφτερό'' μυαλό του κοριτσιού, και το είχε αγαπήσει πολύ.
Έτσι φόρτωσαν το αμαξάκι με όμορφα λουλούδια, με πίτες και γλυκά, με όμορφα κεντήματα και ξεκίνησαν.
Εκείνη την εποχή,  ο καθένας μπορούσε να πουλήσει ότι ήθελε. Έτσι έστησαν τη πραμάτεια τους στην αγορά, και άρχισαν να τη πουλάνε.
Ο κόσμος στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά το χαμόγελο της κοπέλας και η ευγένεια της, τους παρακινούσε να δοκιμάσουν τις πίτες, και να αγοράσουν λίγα λουλούδια για το σπίτι τους, και κάποιο από τα κεντήματα για το νοικοκυριό τους.
Η ημέρα τους είχε μεγάλη επιτυχία. Αγόρασαν και ότι υλικά χρειάζονταν, και τους έμειναν και αρκετά χρήματα  κέρδος.
Αυτό άρχισαν να το κάνουν μια φορά την εβδομάδα, έπειτα μέρα παρά μέρα, και γρήγορα έγιναν γνωστές για το εμπόρευμα τους από τη μια άκρη στην άλλη.
Κάποια μέρα η γυναίκα έπεσε άρρωστη βαριά. Το κορίτσι έμεινε στο προσκέφαλο της νύχτα μέρα, χωρίς παράπονο, φροντίζοντας την με αγάπη. Δεν μπόρεσε όμως να γίνει καλά, και πριν φύγει από αυτόν το κόσμο, είπε στο κορίτσι με κόπο...
-Μου χάρισες αγάπη.... αφοσίωση... και φροντίδα... όλο αυτό το καιρό.
Το σπίτι μου........... τα ζώα μου κι ότι άλλο έχω........ .είναι δικά σου. Σ' αγαπώ και ξέρω ........ότι αφήνω ένα πλάσμα με ικανότητα,....... εξυπνάδα, και δύναμη. Είμαι περήφανη....... γιατί βοήθησα να δείξεις την αξία σου.......... Και φεύγω ήσυχη ......και σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις........ Ότι έκανα ..........εγώ για σένα, κάνε το.......... κι εσύ για άλλους........... Αυτό είναι κληρονομιά πραγματική................ Το να βοηθάς να............. γίνονται σωστοί άνθρωποι.
Το κορίτσι δάκρυσε και αποκρίθηκε:
-Ποτέ δε θα μπορέσω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για όσα έκανες για μένα, και που με βοήθησες να καταλάβω τη ζωή και το πώς να γίνω ευτυχισμένη. Και σου  υπόσχομαι να γίνω ακόμα καλύτερη!
Έπειτα από καιρό, οι δουλειές της αυξήθηκαν και τα κέρδη της ήταν μεγαλύτερα.
Την ήξεραν πλέον όλοι, και πολλές οικογένειες κι ακόμα κι από γειτονικά χωριά και πόλεις, έρχονταν μόνο και μόνο για τα ωραία της πράγματα.
Κι εκείνη όπου έβλεπε κάποιο κορίτσι που ήταν καλό και παραμελημένο από τους δικούς του, το έπαιρνε και το δίδασκε, και το έκανε βοηθό της. Σιγά-σιγά απέκτησε πολλούς βοηθούς που τους δίδασκε και τους νοιαζόταν, όπως έκανε η καλή γυναίκα για εκείνη.
Μέσα στην ευτυχία που πλημμύριζε τη καρδιά της, οι σκέψεις της πήγαν στους δικούς της. Επιθύμησε να τους δει και να μάθει νέα τους.
Κι έτσι κάποια μέρα φόρτωσε το καροτσάκι της  με πίτες, τάρτες, λουλούδια και κεντήματα, μα και με ρούχα που είχε ράψει εκείνη και οι βοηθοί της, και πήγε στο πατρικό της.
Οι δικοί της τα έχασαν όταν την είδαν.
Κι αφού τους έδωσε όλα αυτά που έφτιαξε μόνη της, και τα δοκίμασαν, έμειναν άφωνοι από την επιτυχία που τους είπε ότι είχε.
Πρώτη φορά την άκουγαν και δεν της είπαν να σταματήσει.
Γιατί πρώτη φορά ένοιωθαν ότι είχαν μπροστά τους έναν άνθρωπο που τον σέβονταν όλοι.
Και ο πατέρας της τη ρώτησε:
-Και που βρήκες όλη αυτή την ικανότητα;
Και η κόρη του του είπε:
-Πατέρα μου, το διαμάντι πάντα υπήρχε κρυμμένο  μέσα στον άχρηστο βράχο. Αλλά κανείς,  δεν είχε ενδιαφερθεί να το ανακαλύψει. Μόνο αυτή η γυναίκα που απλά το έβγαλε στην επιφάνεια, απομακρύνοντας με τη καλοσύνη της, την υπομονή της, το σεβασμό και την αγάπη της, τα άχρηστα κομμάτια.
Και ο πατέρας για πρώτη φορά ένοιωσε ότι διδάχθηκε κάτι, από το μόνο άτομο που δεν έβαζε ο νους του, ότι θα μπορούσε να διδαχθεί. Από ένα κορίτσι!!

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Συνομιλώντας με τις εποχές!




 Το κρύο έμπαινε από παντού. Παρόλο που προσπαθούσα να κλείσω και τη πιο μικρούλα χαραμάδα, παρόλο που είχα ανάψει μια φωτιά που κινδύνευε να τα αγκαλιάσει όλα στις πύρινες φλόγες της, ωστόσο ο χώρος δεν έλεγε να ζεστάνει.

Κουράστηκα σκεφτόμουν. Αυτός ο χειμώνας είναι μακρύς. Αισθάνθηκα να με πνίγει.

-Με πνίγεις… φώναξα έντονα! …Σε βαρέθηκα πια!... Ποιος νομίζεις πώς είσαι;… συνέχισα να φωνάζω.

-Εσύ,..  ποιος νομίζεις πώς είσαι και τολμάς να λες βαρέθηκα;…

Άκουσα μια βαθιά φωνή να μου απαντάει με αυταρχικό τόνο.

-Είμαι ο Άνθρωπος... απάντησα.

-Κι εγώ είμαι ο Χειμώνας. Αν με βαρέθηκες , γιατί δεν έρχεσαι να μου τα πεις; Σίγουρα δεν σκιάζεσαι!

-Το λες, γιατί ξέρεις πως με ένα φύσημα του ανέμου σου,   θα με γκρεμίσεις στα βάραθρα, μόνο και μόνο επειδή αντέδρασα. Είναι εύκολο να κάθεσαι και να μην έχεις αντίλογο.

-Σου υπόσχομαι  πως θα σε αφήσω να σταθείς μπροστά σε μένα και τα αδέλφια μου και θα σε ακούσουμε.  

 Το αποφάσισα! Ήταν σπάνια ευκαιρία να μιλήσω με τις εποχές. Αλλά τον Χειμώνα τον φοβόμουν λίγο.   Πώς θα τα καταφέρω; Μα είμαι ο Άνθρωπος. Που όταν το αποφασίσει,   καταφέρνει ό, τι βάζει στο μυαλό του.


Πήρα λίγα πράγματα μαζί μου, και  μόλις χάραξε ξεκίνησα. Όσο προχωρούσε η μέρα,   ο αδύναμος ήλιος,     έκανε την  πορεία μου  πιο εύκολη. Πήρα τον  δρόμο που οδηγούσε ψηλά στην κορφή του Απάτητου. Ο Απάτητος ήταν ένα τεράστιο βουνό, που η κορυφή του δεν φαινόταν. Ήταν πάντα καλυμμένη από μπαμπακένια ομίχλη. Δεν υπολογίστηκε ποτέ, γιατί το βασίλειο στην κορφή, ήταν πέρα και πάνω από τα σύννεφα.

Ο δρόμος ήταν   δύσβατος. Το κρύο τσουχτερό, αλλά το άχτι μου, καυτό μέσα μου, μου τόνωνε το ηθικό,  και μεγάλωνε  τις αντοχές μου.

Μέρες πριν, η θέα πίσω μου έμοιαζε τόσο μικρή που μπορούσα να τη κλείσω  στη χούφτα μου. Τότε ήταν που πέρασα το κατώφλι της άσπρης ομίχλης, αυτής που μοιάζει σαν ξασμένο μπαμπάκι, σαν το λευκό χνάρι της αθωότητας. Και   κόπασε ο άνεμος, και μια κατάλευκη απεραντοσύνη με έζωσε από παντού. Μπροστά  μου ξεπρόβαλε, η ανοιχτή πύλη ενός τεράστιου λαμπερού  πύργου.

Και την διάβηκα, χωρίς κανείς   να με σταματήσει. Μια μεγάλη αίθουσα με ένα έντονο φως στο βάθος και κάπως ψηλά, φαινόταν να με προσμένει και να με καλεί.
Πήρα βαθιά ανάσα και καλύπτοντας τα μάτια με το χέρι μου, βάδισα προς την κατεύθυνσή του.

Όταν πλησίασα αρκετά, το φως που πήγαζε όπως κατάλαβα,  από την αίγλη τους, έγινε λίγο πιο αδύναμο, τόσο, όσο να μπορώ να διακρίνω τις επιβλητικές παρουσίες, τα παιδιά του αιώνιου Χρόνου, καθισμένα στους θρόνους τους.
 Τον λευκοντυμένο αυστηρό  γέρο,    τον Χειμώνα.
 Την γυναίκα με το λουλουδένιο στέμμα και το καλοσυνάτο χαμόγελο, την  Άνοιξη. 
Τον  άνδρα με τον μανδύα στο χρώμα του πρωινού του Οκτώβρη, που δεν ήταν άλλος από το Φθινόπωρο. 
Και έναν  ανέμελο νέο με γαλάζια φορεσιά και μαλλιά χρυσά σαν το φως του ήλιου. Το Καλοκαίρι.
 Μπροστά μου,  Εγώ, ο μοναδικός θνητός, είχα ολοζώντανες και μεγαλειώδεις τις τέσσερις εποχές. 


-Εσύ λοιπόν είσαι ο Άνθρωπος. Ναι, τώρα σε αναγνωρίζω. Είσαι αυτός με την αλαζονεία στη φωνή, και την απερισκεψία στην πράξη…. είπε ο χειμώνας.

-Είμαι αυτός που αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα που δημιουργεί η βασιλεία σου…. απάντησα με θράσος.

-Λοιπόν τι λες; Λες δηλαδή ότι θα ήσουν καλύτερα χωρίς εμένα;

-Σίγουρα δεν θα ήμουν χειρότερα. Εσύ κάθεσαι εδώ και στέλνεις τους Ανέμους να κάνουν όλη την δουλειά σου, δημιουργείς το κρύο, το χιόνι, τις καταιγίδες. Βροντάς και αστράφτεις όποτε κρίνεις, και δεν σκέφτεσαι εμάς τους  ανθρώπους. Που ψάχνουμε τρόπους να ζεσταθούμε, που μπορεί να μην έχουμε σπίτια, που μένουμε μέσα στις λάσπες και τα νερά της βροχής. Που γεννάμε τα παιδιά μας στα χωράφια ενώ μας μαστιγώνεις με τις καταστροφικές νεροποντές σου και το κρύο που παγώνει κάθε ζωή. Και οι αρρώστιες μας σκοτώνουν, και η πείνα μας θερίζει. Μας μετατρέπεις σε θηρία με τη σκληρή συμπεριφορά σου. Αδιάφορος για τα δεινά μας.

-Απερίσκεπτε Άνθρωπε, γιατί θεωρείς εμένα δημιουργό των δεινών σου; Γιατί με κατηγορείς για την συμπεριφορά μου το διάστημα της βασιλείας μου, όταν δεν σκέφτεσαι στο ελάχιστο ότι είσαι κομμάτι αυτής της φύσης που υπάρχει γύρω σου; Όταν εσύ έχεις εμένα κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν τα αδέλφια μου. Το Καλοκαίρι, την Άνοιξη και το Φθινόπωρο.

 Κοιτούσα απορημένος  όταν η Άνοιξη είπε ήρεμα. 

-Δεν γνωρίζεις ότι αυτό είναι ορισμένο έτσι, για να υπάρχει διάστημα ανασύνταξης και ξεκούρασης πριν αρχίσει ξανά το έργο της νέας δημιουργίας;  Γιατί νομίζεις ότι η βασιλεία όλων μας, σου προκαλεί δεινά, ενώ όλη αυτή η λειτουργία, σου είναι γνωστή από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος;


-Δεν το ξέρεις, είπε το Φθινόπωρο, ότι στη Φύση, πρέπει να υπάρχει ισορροπία;  Ό,τι εσύ είσαι αυτός, που θεώρησες Εαυτόν, Κυρίαρχο και Αφέντη του Σύμπαντος;
-Πώς κάνω ζημιά Εγώ; Και γιατί με κατηγορείτε για τόση έπαρση;

- Εσύ, είπε γλυκά η Άνοιξη,  επηρεάζεις τη δουλειά μας, όταν επιλέγεις την τεχνολογική ανάπτυξή σου σε παραπάνω βαθμό από ό, τι χρειάζεσαι.  Όταν στραγγίζεις ολόκληρη τη πλάση, για να έχεις αγαθά που θα καλύψουν την άναρχη και χωρίς λογική, διαβίωσή σου. Κάθε γέννα είναι ευλογημένη! Αλλά εσύ Άνθρωπε, γιατί κάνεις παιδιά, αφού μετά δεν μπορείς να καλύψεις τις ανάγκες τους;

- Κι αφού τα γεννάς, είπε το Καλοκαίρι,  γιατί τα μεγαλώνεις χωρίζοντας τα σε ομάδες που σκοτώνονται μεταξύ τους;

- Εσύ είσαι αυτός που δεν βάζεις φρένο στη δίψα σου για εφήμερο κέρδος, είπε το Φθινόπωρο.  Αλαζονεία δεν είναι να κατηγορείς τον Χειμώνα επειδή πήρες έναν πλούτο  και τον ξοδεύεις ασύστολα;

-Ή νομίζεις πως όταν κρατάω περισσότερο, δεν φταις Εσύ καθόλου; …ρώτησε ο Χειμώνας.

-Γιατί φταίω;...ψέλλισα.

-Στο είπα! Είσαι άπληστος και ανεύθυνος. Δεν σκέφτεσαι πως θα ζήσεις το αύριο.

- Εσύ είσαι αυτός που δεν νοιάζεται για το βασίλειο,  του οποίου είσαι απλά θεματοφύλακας! …είπε το Καλοκαίρι.

-Δεν έχεις σεβασμό στη Φύση, που τη μολύνεις και την καταδικάζεις σε θάνατο, μικρέ και πλεονέκτη Άνθρωπε, ακούστηκε ξανά θλιμμένη η φωνή της Άνοιξης.   Δεν έχεις σεβασμό στα ζώα και στα φυτά. Τα καταστρέφεις, και έχεις καταφέρει να εξαφανίζεις ολόκληρα είδη, πολλές φορές, μόνο για το κέφι σου.  Και μη νομίζεις πως μόνο από τον αδελφό μου το Χειμώνα,  έχεις παράπονα. Όταν βασιλεύω εγώ, έχεις παράπονα με τις αρρώστιες που Εσύ δημιούργησες, με την μανία σου για μεγάλα κτίρια και τεράστιες πόλεις, και τη μόλυνση, που προκάλεσες,  στο όνομα του πολιτισμού σου. Εσύ γέννησες τη καταστροφή του περιβάλλοντος, την πείνα, τον πόλεμο, τον θάνατο, το χρήμα.

-Κι  Εσύ καις τα πάντα, χωρίς να προστατεύεις ό, τι αγαθό σου δόθηκε απλόχερα, ώστε  να το προσφέρεις στα παιδιά σου.... συμπλήρωσε το Καλοκαίρι.

- Ακριβώς, είπε πάλι η Άνοιξη, στη βασιλεία του Καλοκαιριού, θα έπρεπε να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις τον ήλιο, τον Ζωοδότη. Αλλά πάλι   βρίσκεις τρόπους για να καταστρέφεις την Πλάση, χωρίς να σέβεσαι ούτε ένα κλωνάρι δέντρου. Γιατί νομίζεις ότι το Σύμπαν, και εμείς οι Εποχές θα σε φροντίζουμε αιώνια; Γιατί νομίζεις ότι θα ταΐζουμε για πάντα το αδηφάγο τέρας κέρδους που έχεις μέσα σου;

-Κάτσε και σκέψου, συνέχισε ο Χειμώνας, εγώ σε λίγο θα πάω αλλού, για να δώσω την ευκαιρία και σε κάποιους άλλους όμοιούς σου να πέσουν σε νάρκη και ηρεμία και να ανασυνταχθούν. Θα έρθει η αδελφή μου η Άνοιξη, για να γεμίσει με λουλούδια τη Πλάση, και να σου δώσει νέα ώθηση ζωής.  Σκέψου, πως είναι καιρός, να σταματήσεις αλαζονικά να απαιτείς μόνο. Πρέπει και να προσφέρεις! Γιατί η Κλεψύδρα του Χρόνου δεν έχει γυρισμό. Και ό,τι πετάς χωρίς σεβασμό τώρα, και ό,τι πράττεις χωρίς σύνεση ενάντια στη Φύση και στους ομοίους σου, γίνεται ο δήμιος σου και η αιτία του αφανισμού των παιδιών σου.


Το ύφος τους έδειχνε πως η συνομιλία είχε τελειώσει, κι εγώ …. Εγώ δεν είχα μιλήσει και πολύ, γιατί όλα τα επιχειρήματά μου, είχαν διαλυθεί με τις πρώτες τους λέξεις. Με σκυφτό το κεφάλι, και γεμάτος απέχθεια για το είδος μου, βγήκα από το κάστρο. Και όσο κατέβαινα το βουνό, τόσο ένοιωθα να αλλάζω μέσα μου. Αρχικά ένοιωσα σαν κακομαθημένο παιδί που αρνήθηκαν να του κάνουν το χατίρι. Μα σε λίγο αισθάνθηκα απελπισμένος για την Ανθρώπινη πορεία.

-Όχι Άνθρωπε, δεν τα έχασες όλα ακόμα…. είπε μια γλυκιά φωνή.

 Γυρίζω το κεφάλι προς τα πάνω και βλέπω την Άνοιξη να μου χαμογελά.

- Ήρθα ξανά, για να σας δώσω πάλι μια ευκαιρία. Πρέπει να αγαπήσετε και να νοιώσετε πρώτα σεβασμό για τους εαυτούς σας και για τη Ζωή. Όταν τα νοιώσετε αυτά, τότε θα νοιώσετε την Αγάπη και τον σεβασμό για την Φύση και για όλα τα πλάσματα. Μα μην καθυστερείτε… Η άμμος στην κλεψύδρα δεν έχει τελειώσει ακόμη. Σκέψου Άνθρωπε, σκέψου,…  Αγάπησε, και πράξε συνετά! Για να έχεις μέλλον!  

Έβαλα φτερά στα πόδια, και έτρεξα στα καταπράσινα λιβάδια που φάνηκαν μπροστά στα μάτια μου. Ρουφώντας άπληστα τις ευωδιές, ξεκίνησα αποφασισμένος να χτίσω ένα καινούργιο ονειρεμένο κόσμο για το Αύριο.
 

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ!

Σας παραθέτω μια υπέροχη ιστορία τη Ολυμπίας του GLOWWORM που πραγματικά αξίζει και διδάσκει και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει να την αναρτήσω στο blog μου.

πηγή


Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν στην ίδια πόλη ,στην ίδια γειτονιά η Αλήθεια και το Ψέμα.
Η Αλήθεια είχε ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με μεγάλα και ανοιχτά παράθυρα που άφηναν το φως του ήλιου να το διαπερνά και να το θερμαίνει όλες τις εποχές του χρόνου .
Ο κήπος της ήταν πάντα γεμάτος όμορφα λουλούδια και δένδρα, που έφτιαχναν γλυκούς καρπούς έτοιμους να τους δοκιμάσει ο κάθε ένας που θα διάβαινε την πόρτα της και το τραπέζι ήταν πάντα στρωμένο με δεκάδες εδέσματα και γλυκίσματα φτιαγμένα με μεράκι και αγάπη για όποιον ήθελε να τα γευτεί.
Παρ όλα αυτά η Αλήθεια δεν είχε πολλούς φίλους ,το ζεστό και φιλόξενο σπίτι της δεν ήταν αρκετό για να τραβήξει τους επισκέπτες.
Η Αλήθεια έκανε παρέα μόνο με την Ειλικρίνεια .Ήσαν αγαπημένες φίλες και κάθε μέρα χρόνια τώρα, έπιναν αντικριστά το τσάι τους χαμογελώντας η μια στην άλλη ,κάνοντας όνειρα πως κάποτε θα γίνει αγαπητή και θα γεμίσει το σπίτι της από κόσμο που θα έρχεται να την επισκεφθεί και να δεχθεί τις σοφές συμβουλές της.
Το Ψέμα αντίθετα είχε μικρό και θλιβερό σπίτι με μικρά παράθυρα ερμητικά κλειστά και σκούρα τζάμια που εμπόδιζαν το φως να εισέλθει και το κρατούσε κρύο ,παγωμένο και σκοτεινό ,γι αυτό και έμοιαζε απίστευτα αφιλόξενο. Και όμως δεν του έλειπαν οι φίλοι καθημερινά .
Το Ψέμα δεν άδειαζε από τους επισκέπτες ,κόσμος πολύς πήγαινε και ερχόταν και ζητούσε τις ιδέες του και εκείνο με καμάρι επαίρονταν για την εξυπνάδα που είχε να καθοδηγεί τους φίλους του .Έτσι σε λίγο καιρό η πόλη γέμισε με ανθρώπους που καθοδηγούμενοι από το Ψέμα έγιναν και εκείνοι ψεύτικοι σαν και αυτό και ήρθαν και άλλοι και έγιναν κι εκείνοι το ίδιο και γέμισε ο κόσμος όλος ψέματα. Έπαιζαν και διάφορα παιχνίδια όλοι μαζί και τα αγαπημένα τους ήταν το "σκοτεινό δωμάτιο" ,η "κρεμάλα ", η "τυφλόμυγα " το "κλέφτες και αστυνόμοι ","το σπασμένο τηλέφωνο" και το "μάντεψε ποιος ".Πολλοί που έπαιζαν αυτά τα παιχνίδια παρ όλο που τσακίζονταν, μάτωναν και πονούσαν ,τα έβρισκαν διασκεδαστικά και εθιστικά και ήταν δύσκολο να τα αποχωριστούν.Όμως με τόσο κόσμο μέσα στο ίδιο του το σπίτι το Ψέμα άρχισε να ασφυκτιά να νοιώθει άβολα ,πιεστικά και βασανιστικά ,δεν μπορούσε να ανασάνει και επιπλέον ένοιωθε άρρωστα και καταθλιπτικά και γεμάτο τύψεις για την ζωή που είχε διαλέξει.
Ενώ η Αλήθεια παρέα με την Ειλικρίνεια παρ ότι έμειναν για πάντα ολομόναχες, γι αυτό σπάνιες και ακριβοθώρητες εν τούτοις όποιος είχε τη σοφία να διαβεί την πόρτα του σπιτιού της ένοιωθε τη γλυκιά θαλπωρή και ζεστασιά που πρόσφεραν απλόχερα .Οι δυο φιλενάδες ήσαν ευτυχισμένες ,ήρεμες και χαρωπές απαλλαγμένες από θορύβους και ενοχλήσεις ανόητων ανθρώπων .Γι αυτό από τότε λένε πως η Αλήθεια είναι μια ,μοναδική και λάμπει ,ενώ τα ψέματα πολλά ,ανούσια και οδυνηρά.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Ο Αβγουλίνος!







Σε ένα μεγάλο κοτέτσι που οι αχυρένιες φωλίτσες ήταν αραδιασμένες στη σειρά, μεγάλες παχουλές κότες, είχαν πάρει τη θέση τους όπως κάθε μέρα για να γεννήσουν τα αβγά τους.
Εν τω μεταξύ κουβέντιαζαν μεταξύ τους τα τελευταία νέα, έτσι για να περάσει η ώρα μέχρι να εκτελέσουν το έργο τους για σήμερα.

-Αχ! … έλεγε η μία… το άκουσες; Πρέπει να κάνουμε πολλά αβγά.

- Φυσικά …. Λέει η άλλη με ύφος πολύξερο. Όταν είναι Πάσχα, οι άνθρωποι χρειάζονται πολλά αβγά κι εμείς, που μας ποτίζουν και μας ταΐζουν,  πρέπει να τους ικανοποιήσουμε.

-Ξέρεις τέτοιες μέρες, εμείς την γλιτώνουμε, αλλά,  λυπάμαι τα δόλια τα αρνιά. Βόσκουν αμέριμνα και ξαφνικά … εξαφανίζονται κάμποσα από δαύτα. Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Μιλάμε για αφανισμό.

Ξάφνου οι κουβέντες σταμάτησαν. Είχε έρθει η ώρα! Και πριν περάσει ένα λεπτό,  οι φωλιές άρχισαν να γεμίζουν αβγά. Ήταν μια τελετουργία που την έντυνε η σιωπή για όσο κρατούσε.


Μετά άκουγες αναστεναγμούς, και μία-μία σηκωνόταν να πάει να ξεμουδιάσει, να φάει και να πιει δροσερό νερό. 
 Κι ενώ οι κότες έφευγαν, ένας συρφετός από ψιθύρους και απορίες ακουγόταν από τα νεοφερμένα στο φως αβγά. Άρχιζαν να αναρωτιούνται για το άγνωστο μέρος  που βρέθηκαν ξαφνικά, να απορούν και να ζητούν πληροφορίες το ένα από το άλλο.

Ένα όμως από αυτά, που θα το ονομάσουμε Αβγουλίνο, φώναζε πιο δυνατά από όλα με τρεμουλιαστή φωνούλα.
 Πριν προλάβουν να λυθούν οι απορίες τους, παρουσιάστηκε ένα μεγαλόσωμο πλάσμα, ψηλό, που αντί για φτερούγες είχε κάτι μακριά άκρα που κατέληγαν σε μικρά χωρισμένα πλοκάμια, χωρίς   όμως την ευλυγισία των κανονικών πλοκαμιών,  τα λεγόμενα δάχτυλα. 
 Τα άκρα αυτά, άρχισαν να παίρνουν τα αβγά από τις φωλιές και να τα βάζουν σε μεγάλα ψάθινα καλάθια. Τα καλάθια γέμιζαν γρήγορα.
 Ανάμεσα στα αβγά ήταν και ο Αβγουλίνος,  που όποτε απλωνόταν το χέρι στη φωλιά του, κυλούσε και κρυβόταν πίσω από τα άλλα. Έτσι πάρθηκε τελευταίος. Μέσα στο καλάθι δεν είχε πολλά περιθώρια να κυλήσει, οπότε περίμενε φοβισμένος να δει την συνέχεια. Το καλάθι πήρε τη θέση του σε ένα μεγάλο τραπέζι, δίπλα σε πάρα πολλά άλλα καλάθια. Το πλάσμα εξαφανίστηκε. Και επικράτησε ηρεμία. 


Ο Αβγουλίνος μπόρεσε πλέον να ξεθαρρέψει και να κοιτάξει και λίγο τον εαυτό του. Πρόσεξε τα άλλα αδέλφια του, και μετά κοιτάχτηκε ο ίδιος. Του φάνηκε πως οι καμπύλες οι δικές του ήταν πιο τέλειες από των άλλων και λίγο κορδώθηκε.

-Α … ωραία αναπαυτικά είναι εδώ… είπε με καθάρια δυνατή φωνή.

-Εσύ δεν ήσουν που πριν από λίγο με έσπρωχνες; .. του είπε ένα άλλο αβγό δίπλα του.  Γιατί; Μήπως προσπαθούσες να κρυφτείς;

-Λάθος κάνεις απάντησε ο Αβγουλίνος…. Απλά προσπαθούσα να βολευτώ.

Σε λίγο το πλάσμα ξαναγύρισε, κρατώντας κάτι τεράστιες καρτέλες χάρτινες με θέσεις, και η συζήτηση κόπηκε απότομα. Τα αβγά έβγαιναν το ένα μετά το άλλο από το καλάθι και έμπαιναν το καθένα και σε μια θέση. Οι χάρτινες καρτέλες γέμιζαν γρήγορα και ο Αβγουλίνος τα έβλεπε όλα αυτά από τις τρύπες του καλαθιού, περιμένοντας τη σειρά του δικού του καλαθιού, ενώ είχε αρχίσει πάλι να τρέμει.

Όλα τα καλάθια άδειασαν εκτός από τέσσερα. Οι χάρτινες θήκες με τα αδέλφια τους έφυγαν από την αποθήκη και ούτε ήξεραν πού τα πήγαν.

Τότε είδε ένα μεγάλο καζάνι να το γεμίζουν νερό και να το βάζουν πάνω σε μια μεγάλη φωτιά. Κι ύστερα να το τοποθετούν κοντά στα καλάθια τους. Το πλάσμα αυτή τη φορά έπαιρνε τα αβγά και τα έβαζε σε μια μεγάλη σπάτουλα και τα τοποθετούσε στο καζάνι. Έπειτα από κάμποσο τα αβγά έβγαιναν αλλά ο Αβγουλίνος δεν πρόσεξε κάποια διαφορά σε αυτά. 

-Να δεις,... σκέφτηκε ο Αβγουλίνος, που αυτό θα είναι κάτι σαν πισίνα, και θα πρέπει να κάνουμε μπάνιο. Όταν ήρθε και η δική του σειρά, αισθάνθηκε μια έντονη ζέστη. Και σταδιακά ένοιωσε το κορμί του να σκληραίνει και να γίνεται πιο δυνατό. Μετά το πλάσμα έβαλε ξανά τα αβγά στα καλάθια. Τώρα είχε παρουσιαστεί ένα καινούργιο καζάνι,  που όμως δεν ήταν πάνω σε φωτιά.  Ο Αβγουλίνος φοβισμένος περίμενε τη σειρά του. Η σπάτουλα μπήκε για πρώτη φορά στο καινούργιο καζάνι και   έβγαλε έξω τα αδέλφια του τα οποία όμως   δεν είχαν το καφέ ή άσπρο χρώμα που είχαν πριν. Ήταν κόκκινα. Τα κόκκινα αβγά έμπαιναν   και αυτά σε θήκες. Έτσι έφυγαν τα τρία καλάθια.

Όταν έφτασε η ώρα του δικού του καλαθιού, ο Αβγουλίνος που δεν είχε αποφασίσει από την τρομάρα του αν ήθελε να γίνει κόκκινος, έσπρωχνε πάλι και κυλούσε κάτω από τα αδέλφια του, ελπίζοντας πως κάποιος θα τον ξεχάσει.
Μάταιες ελπίδες όμως. Η σειρά του έφτασε, και το δεύτερο μπάνιο του, του χάρισε ένα όμορφο κόκκινο χρώμα. Όταν κοιτάχτηκε, άρχισε να του αρέσει η καινούργια του θωριά. Ρίχνοντας ένα βλέμμα τριγύρω, είδε πως όλες οι θήκες είχαν φύγει κι αυτές και μόνο η δική του γεμάτη θήκη είχε μείνει στο τεράστιο τραπέζι.

Ύστερα το πλάσμα πήρε τη θήκη και την έβαλε σε ένα χώρο που έκανε λίγο κρύο, και ήταν σκοτεινά. Τότε μπόρεσε να κουλουριαστεί και να προσπαθήσει να κοιμηθεί. Κατά διαστήματα άναβε ένα φως αλλά γρήγορα το σκοτάδι ερχόταν ξανά.

 Ώρες μετά βρέθηκε τοποθετημένος σε ένα ωραίο καλάθι στο κέντρο ενός τραπεζιού, ακριβώς δίπλα σε ένα αρνίσιο κεφάλι που τον κοιτούσε άψυχα. Τώρα υπήρχαν φώτα και ακούγονταν  τραγούδια και γέλια από παντού.
Ξαφνικά ένα χέρι τον άρπαξε και άρχισε να χτυπάει με τον Αβγουλίνο ένα από τα αδέλφια του. Ο αδελφός του στραπατσαρίστηκε. Εκείνος ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. Μα να τώρα που άλλος αδελφός του τον χτυπούσε. Η κόκκινη φορεσιά στραπατσαρίστηκε κι εκείνου. μα ο Αβγουλίνος αλώβητος.

Βλέποντας τα αδέλφια του να είναι όλα στραπατσαρισμένα, άρχισε να γελάει και να κομπάζει, πως στον ίδιο φαινόταν εξαρχής η βασιλική καταγωγή του, πως ήταν ο πιο όμορφος και πως τίποτα δεν χαλούσε την τελειότητα του. Και μάλιστα όταν το πλάσμα που τον κρατούσε ακόμα τον σήκωσε ψηλά ονομάζοντας τον νικητή, κορδώθηκε ακόμα πιο πολύ, προκαλώντας την αντιπάθεια των αδελφών του για το άτομο του.
Μα δεν πρόλαβε να απολαύσει την νίκη του.

Το χτύπημα αυτή την φορά ήταν με κάτι πιο σκληρό. Το πλάσμα τον είχε χτυπήσει πάνω στο τραπέζι, και τώρα του αφαιρούσε το κόκκινο δέρμα του που είχε στραπατσαριστεί άσχημα παντού. Το τελευταίο που ένοιωσε ήταν τα δόντια που τον δάγκωσαν και μια γλώσσα που τον έσπρωχνε προς τον δρόμο για το τελευταίο του ταξίδι.
Τελικά τα αδέλφια του μετά την πρόσκαιρη ικανοποίηση που ένοιωσαν, σαν  έπαψε να ακούγεται ο φαφλατάς Αβγουλίνος, αποφάσισαν να χαρούν τις στιγμές τους που ήταν το ένα μαζί με το άλλο, ξεχνώντας τον νικητή της μάχης, που δεν μοιράστηκε τίποτα μαζί τους, και που δεν προσπάθησε καν να γίνει φίλος τους,  γιατί αναλώθηκε να καμαρώνει τον εαυτό του, για μια εφήμερη νίκη.


Παραμύθι γραμμένο από Μαίρη Μοσχονά στις 6/4/2018


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Ο ονειροπόλος λαγός!






Κάποτε, όταν οι νεράιδες, διαφέντευαν το κόσμο όλο, υπήρχαν κανόνες στο νεραιδοβασίλειο, με τις δουλειές που έπρεπε να κάνει ο καθένας, για κάθε εποχή. Όλες οι δουλειές της Φύσης και της ζωής ανθρώπων και ζώων, γίνονταν χάρη σε αυτούς τους κανόνες και στα πλάσματα που είχαν οριστεί, να φροντίζουν για το κάθε τι στη γη. Υπήρχαν και πλάσματα που δούλευαν όλο το χρόνο, για να πηγαίνουν όλα σύμφωνα με το καθορισμένο πρόγραμμα,  τις εορταστικές ημέρες, κάθε εποχής.

Κάποια από αυτά τα πλάσματα ήταν και ο κύριος Αυτάρας. Ένας παχουλός λαγός, που ζούσε στη καρδιά του δάσους, μαζί με τη γυναίκα του, τη κυρία Πηδηχτή, και ένα ζωηρό και όμορφο στρουμπουλό λαγουδάκι, που δεν ήταν άλλο, από το γιο τους το Χνούδη.

Ο κύριος Αυτάρας είχε καθήκοντα πολύ σπουδαία, που τα είχε κληρονομήσει από το πατέρα του, κι αυτός από τον δικό του. Γιατί η επιχείρηση του κυρίου Αυτάρα, πήγαινε από πατέρα σε γιο, χρόνια και χρόνια. Η επιχείρηση του, ήταν ένα εργαστήριο που έφτιαχνε όλα τα αβγά, που  μετά την Ανάσταση του Χριστούλη,  μοιράζονταν σε όλα τα σπίτια, και έδιναν χαρά σε όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Όλο το χρόνο φρόντιζε τα πάντα. Από τα φυτά που έδιναν τους πολύτιμους καρπούς τους για να γίνουν τα υπέροχα σοκολατένια αβγά, μέχρι τα απλά αβγά που ζωγραφίζονταν με χρώματα φυτικά, με τη βοήθεια μαγικών συστατικών που μόνο εκείνος είχε δικαίωμα να έχει. Χωρίς τα αβγά, Πάσχα δεν μπορούσε να εορταστεί πουθενά. Γι'αυτό.. και ήταν πολύ σημαντική η δουλειά του.
Τώρα που μεγάλωσε ο γιος του, σιγά – σιγά έπρεπε να μάθει τη δουλειά, που κάποτε θα γινόταν δική του. Κι έπρεπε να παραδειγματίζεται από τον υπεύθυνο και δουλευταρά πατέρα του και από τη μητέρα του, που εκτός από τη βοήθεια που πρόσφερε στην επιχείρηση, είχε και άψογα νοικοκυρεμένο το σπίτι τους, φαγητό καλομαγειρεμένο στο τραπέζι τους, και καθαρά ρούχα για όλη την οικογένεια.

Όμως ο Χνούδης, ήταν ένα ζωηρό και λίγο ονειροπόλο λαγουδάκι, που συχνά ξεχνιόταν με ό,τι απίθανο έβλεπε, και που κάθε πρωί η καημένη η κυρία Πηδηχτή, τράβαγε τα πάνδεινα για να τον σηκώσει από το κρεβάτι του. Ήταν.. και λίγο τεμπελάκος!

Ήταν όμως καλό πλάσμα, με πολύ καλή καρδιά. Δεν έφταιγε  ο καημένος, απλά... το μυαλουδάκι του πετούσε.. σε κάθε φανταστική ιστορία που άκουγε ή διάβαζε.
Μάταια ο δόλιος ο πατέρας του τον δίδασκε και τον συμβούλευε... Κάθε που του έλεγε να κάνει κάποια δουλειά, εκείνος έλεγε ένα ζωηρό ...''ναι μπαμπά'', και ώρες μετά, ο πατέρας του ανακάλυπτε ότι ο Χνούδης δεν είχε κάνει τίποτα από ότι του είχε πει. Ή τον έβρισκε να κοιμάται, ή είχε ξεχαστεί κάνοντας κάτι άλλο. Οπότε ακολουθούσε η κατσάδα και η τιμωρία. Όση ώρα κατσάδιαζε το Χνούδη ο κύριος Αυτάρας, εκείνος είχε καμπουριασμένους τους ώμους του, κατεβασμένο το κεφάλι του, τα αυτάκια του ήταν πεσμένα, τα χεράκια του πίσω από τη πλάτη, και τα δάχτυλα του ποδιού του, σχημάτιζαν μηχανικά κύκλους στο χώμα.
Υπέμενε καρτερικά τη τιμωρία και τη κατσάδα, και πάντα υποσχόταν ότι δεν θα το ξαναέκανε.
Μέχρι την επόμενη φορά.....

Για να φτιαχτούν τα υπέροχα χρώματα, που θα έβαφαν και θα στόλιζαν τα αβγά, υπήρχε ειδική στιγμή, και συγκεκριμένη ημέρα.  Τα μαγικά συστατικά που ήδη αναφέραμε, δεν ήταν άλλα από μαγικές σκόνες, που μόνο η ίδια η νεραιδοβασίλισσα μπορούσε να φτιάξει.
 Οι σκόνες έπρεπε να πέσουν στις ρίζες   φυτών γεμάτων με υπέροχα άνθη, όταν το φως της Σελήνης έπεφτε πάνω στα λουλούδια και τα έκανε να μοιάζουν φτιαγμένα από ασήμι, με τη λάμψη του. Και τότε, όταν έκανε την εμφάνιση της η πρώτη αχτίδα του ήλιου, με τη πρωινή δροσιά, τα μπουμπούκια άνοιγαν, και άρχιζαν να τρέχουν από τα πολύχρωμα πέταλα,  όλα τα χρώματα της ίριδας. Τα μάζευαν σε ειδικές κανάτες, τα πήγαιναν στο εργαστήριο και με αυτά έφτιαχναν τα ωραιότερα αβγά του κόσμου.

Φέτος είχε δυσκολίες η οικογένεια. Η μητέρα της κυρίας Πηδηχτής είχε αρρωστήσει, κι εκείνη είχε αναγκαστεί να πάει κοντά της. Οπότε όλη η δουλειά είχε πέσει στον κύριο Αυτάρα που  ο δόλιος    προσπαθούσε να κάνει ότι μπορούσε και με το σπίτι.

Έλεγε λοιπόν στο γιο του:

-''Αγόρι μου, πρέπει για μια φορά στη ζωή σου, να δείξεις ότι μπορούμε να στηριζόμαστε πάνω σου, τώρα που σε έχουμε ανάγκη. Πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ, μέχρι να γυρίσει η μαμά σου από τη γιαγιά, στην άκρη του δάσους. Εντάξει;;''

-''Ναι μπαμπά'', ....απαντούσε ο Χνούδης. ''Θα δεις, θα κάνω ότι μου πεις και θα σε βοηθήσω''.

-''Ωραία λοιπόν, κάτσε εδώ εσύ να προσέχεις τα φυτά, να μη τα πλησιάσει κανένα από αυτά τα νυχτερινά έντομα που λαχταράνε να τα φάνε για να γεμίσουν τη κοιλιά τους, κι εγώ θα πάω να τελειώσω τα  σοκολατένια αβγά. Γιατί αύριο όπως ξέρεις, θα έρθει η νεραιδοβασίλισσα για να ρίξουμε τη μαγική σκόνη, και να ελέγξει αν όλα θα είναι έτοιμα στην ώρα τους για το φετινό Πάσχα. Είσαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις;;....ξαναρώτησε το γιο του.

-''Μείνε ήσυχος μπαμπά, σου υπόσχομαι να είμαι καλός φύλακας.

-''Ωραία,...του απάντησε ο κύριος Αυτάρας, και απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα, φωνάζοντας του ακόμα μία φορά...''μη ξεχάσεις Χνούδη, αν δεις κανένα καταστροφέα, να τον ψεκάσεις και να τον σκοτώσεις. Τίποτα να μη πλησιάσει γιε μου μέχρι το πρωί, που τα έντομα φοβούνται το φώς... στηρίζομαι επάνω σου''.
Ο Χνούδης κρατώντας το σπρέι στα χέρια, άρχισε να βηματίζει πάνω- κάτω, και από τη μια άκρη στην άλλη, μη τραβώντας τα μάτια του από τα λουλούδια.
Σε λίγο όμως, κουράστηκε,.. και διάλεξε μία θέση, απ' όπου μπορούσε να παρακολουθεί καθιστός.

Γιατί να είμαι όρθιος;;;...σκέφτηκε.

Πέρασε αρκετή ώρα,  παρακολουθώντας τα πάντα γύρω του, και ακούγοντας την ησυχία του δάσους. Τότε,  έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό.
Ω!!!.... πόσο λάθος κίνηση ήταν αυτή.....

Μόλις τα ματάκια του αντίκρυσαν τα αστέρια, άρχισε να σκέφτεται, τί ωραία που θα ήταν να άπλωνε τα χέρια και να τα έπιανε. Μετά φαντάστηκε, ότι είχε δικό του σκάφος, και ταξίδευε από αστέρι σε αστέρι, κι ανακάλυπτε διάφορα.... Άλλο είχε λιχουδιές, άλλο πολύτιμα πετράδια, άλλο ήταν γεμάτο καρότα.... και με το ένα και το άλλο...χάθηκε σ' αυτό το αστρικό του ταξίδι.
Κι όσο εκείνος ταξίδευε...δυστυχώς τα εχθρικά έντομα πλησίαζαν όλο και περισσότερο τα φυτά.
Αλλά ο Χνούδης βρισκόταν στα άστρα... κι από εκεί δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα...

Τα έντομα έπεσαν πάνω στα μπουμπούκια και τους τρυφερούς βλαστούς, και αν τα λουλούδια είχαν κόκαλα, θα λέγαμε ότι δεν άφησαν κοκαλάκι..
Πέρασε αρκετή ώρα, και το ταξίδι του  Χνούδη, το διέκοψε ξαφνικά  μια φωνή, που δεν ήταν άλλη από τη τρομαγμένη φωνή του κυρίου Αυτάρα,.. και ο Χνούδης μας,... προσγειώθηκε απότομα στη γη.

-Τι έκανες γιε μου;;... Δε σου είπα να προσέχεις....ξουτ παλιοέντομα...ξουτ τα κατέστρεψες όλα γιε μου, γιατί δεν έκανες ότι σου είπα;;;

Έντρομος ο Χνούδης κοίταζε τριγύρω του και η εικόνα που αντίκρυσε του έφερε ακόμα περισσότερο πανικό. Όλα τα φυτά ήταν χωρίς λουλούδια, με βλαστούς καταφαγωμένους και στα περισσότερα, ίσα που ξεχώριζε ένα κοτσανάκι από το έδαφος....
Τι καταστροφή ήταν αυτή!!!...

-''Μα....ψέλισσε ....αλλά δε συνέχισε, γιατί η έκφραση δυστυχίας στο πρόσωπο του πατέρα του, τον έκανε να νοιώσει,  λες και τον έρριξαν στη παγωμένη λίμνη...Εξάλλου και να συνέχιζε, τι θα μπορούσε να πει;;

Ο πατέρας, γύρισε με σκυμένο το κεφάλι και με κουρασμένα βήματα στο σπίτι...
Δεν ήξερε τι να κάνει.... Είχαν καταστραφεί όλα....

-''Μπαμπά,....τι να κάνω;;.......

-''Μα τι άλλο να κάνεις, πέρα από αυτό που έκανες;;; Μια φορά σου ζήτησα βοήθεια πραγματική, αλλά εσύ δεν σκέφτηκες ούτε εμένα, ούτε τη μητέρα σου....και τώρα κανένα πλάσμα σε αυτή τη γη δε θα χαρεί την Ανάσταση, επειδή εσύ είσαι ανεύθυνος και δεν κρατάς τις υποσχέσεις που δίνεις....Τι θα πω στη νεραιδοβασίλισσα αύριο;;;....Και για πρώτη φορά στη ζωή του ο Χνούδης, είδε δάκρια να κυλούν από τα μάτια του πατέρα του...

Ντροπή τον κυρίευσε, και κουλουριάστηκε σε μια γωνιά, μη μπορώντας να πει τίποτα...

Την άλλη μέρα που η βασίλισσα ήρθε και είδε όλη τη καταστροφή, έγινε έξαλλη. Μίλησε με μεγάλη αυστηρότητα στο κύριο Αυτάρα, και του είπε ότι πρόδωσε την εμπιστοσύνη της, και ρεζίλεψε το όνομα της οικογένειας του. Κι έπειτα τον τιμώρησε αφαιρώντας του τη δουλειά, που ανήκε εδώ και πολλά χρόνια στην οικογένεια του, επειδή είναι ανάξιος. Μια και εξαιτίας του όλα τα πλάσματα θα στερηθούν τη χαρά του Πάσχα.

Μόλις η βασίλισσα βγήκε από το σπίτι, ο κύριος Αυτάρας κλείστηκε βουβός στο δωμάτιο του. Ούτε μίλησε, ούτε έφαγε, ούτε ήπιε τίποτα.

Ο Χνούδης τότε σηκώθηκε από τη γωνιά του, και αποφασισμένος βγήκε από το σπίτι. Έκοψε δρόμο από ένα μονοπάτι που ήξερε, και πρόφτασε την νεραιδάμαξα στη στροφή του δρόμου.
Μπήκε μπροστά στην άμαξα, αποφασιστικά, αναγκάζοντας τον αμαξά να σταματήσει, και τη βασίλισσα να τον κοιτάζει θυμωμένη αλλά και με απορία....

-''Μεγαλειοτάτη, ...ψέλλισε ο Χνούδης,....

-''Τι θες αγόρι;;.... μίλα γρήγορα γιατί βιάζομαι..

-''Είμαι ο Χνούδης, ο γιος του κυρίου Αυτάρα...
Εγώ φταίω για όλα... η μαμά μου λείπει..γιατί είναι άρρωστη η γιαγιά μου..κι εγώ δεν έκανα αυτό που μου είπε ο πατέρας μου, παρότι του το υποσχέθηκα...Εκείνος προσπαθούσε να προλάβει τα πάντα...αλλά εγώ είμαι κακό παιδί....Δεν κράτησα την υπόσχεση μου...και ο μπαμπάς μου είναι δυστυχισμένος εξαιτίας μου...
Αλλά δεν θα το ξανακάνω....θα γίνω υπεύθυνος, γιατί τώρα κατάλαβα ότι πρέπει να είμαι υπάκουος, και να κρατάω τις υποσχέσεις μου, για να μη δίνω λύπη στους γονείς μου που τους αγαπάω πολύ, και να μη προκαλώ στενοχώρια  σε κανένα με την επιπολαιότητα μου....''

Η βασίλισσα κοίταξε προσεκτικά το αγόρι, και του είπε αυστηρά:

-''Πρέπει να το αποδείξεις...''

-''Υπόσχομαι να κάνω ότι μου πείτε''...είπε ο δόλιος ο Χνούδης με λαχτάρα...και προσμονή...

-''Θα σου δώσω ένα μαγικό υγρό, και καινούργια φυτά. Θα πρέπει να σκάψεις να βγάλεις τα χαλασμένα φυτά από τη ρίζα, και στο λάκο τον ίδιο θα φυτέψεις τα καινούργια φυτά, ρίχνοντας και λίγο από το υγρό, πριν τα σκεπάσεις με το χώμα. Θα κάνουν να μεγαλώσουν μια εβδομάδα, αλλά μαζί τους θα μεγαλώνουν και παράσιτα. Θα πρέπει να τα κρατάς καθαρά, ξερριζώνοντας τα παράσιτα, ποτίζοντας, και ρίχνοντας τακτικά λίπασμα. Ακόμα θα πρέπει να προσέχεις τα έντομα.
Αν το κάνεις αυτό, θα καταλάβω ότι έχεις γίνει υπεύθυνος και ότι δεν είσαι πια ένας άχρηστος και ανυπάκουος τεμπέλης, και θα   συγχωρήσω και σένα και το πατέρα σου, ο οποίος θα πάρει τη δουλειά του πίσω''.

-''Μα σε μία εβδομάδα θα έχει φτάσει το Πάσχα, και πάλι τα παιδιά δεν θα έχουν τα αβγά στην ώρα τους''.

-''Μη σε ανησυχεί αυτό,  θα σταματήσω το χρόνο γι' αυτή την εβδομάδα. Θα έρθω να σε ελέγξω όταν περάσουν και οι επτά ημέρες. Και έπειτα, μέσα σε τρεις ημέρες ακόμα, τα αβγά θα πρέπει να ετοιμαστούν από εσένα μόνο. Με καμία βοήθεια''.

Αυτά είπε η βασίλισσα, κι αφού του έδωσε το υγρό και τα φυτά, έφυγε..
Ο Χνούδης αποφασιστικά φορτώθηκε τα πράγματα και πήγε στο χωράφι.
Πήρε τα εργαλεία, και άρχισε να σκάβει, τραβώντας με τα χεράκια του, τα χαλασμένα κοτσάνια μέχρι που τα αγκάθια τον μάτωσαν. Κι αφού έκανε αυτή τη δουλειά για ώρες, ικανοποιημένος είδε ότι είχε ξεφορτωθεί όλα τα παλιά υπόλοιπα. Άρχισε να φυτεύει τα καινούργια ρίχνοντας και από λίγο υγρό και έπειτα τα σκέπασε με το χώμα. Τα πότισε, έβαλε λίπασμα και τα περιφρούρησε χωρίς να κοιμηθεί. Μόλις ξημέρωσε ξάπλωσε κοντά στα φυτά και κοιμήθηκε λίγο. Συχνά πεταγόταν καθιστός και κοιτούσε γύρω του. Μόλις σιγουρευόταν ότι όλα ήταν εντάξει, ξανακοιμόταν. Όταν ξεκουράστηκε, μασούλησε ένα καρότο, και άρχισε πάλι να ποτίζει, να ξεχορταριάζει, και όταν βράδιασε, έμεινε πάλι άγρυπνος φρουρός.
Την έβδομη μέρα που ήρθε η βασίλισσα, είδε ικανοποιημένη ότι όλα είχαν γίνει στην εντέλεια.

Το βράδυ έρριξαν τη μαγική σκόνη, και ο Χνούδης ζήτησε από το πατέρα του να έρθει και να παρακολουθήσει. Ο κύριος Αυτάρας έκθαμβος είδε τη δουλειά του γιου του, και το χαμόγελο ικανοποίησης της βασίλισσας, που του είπε:

-''Έχεις πραγματικά ένα καινούργιο ικανό και υπέυθυνο γιο, που σε αγαπάει πάρα πολύ. Και πρέπει να ομολογήσω ότι ήθελε θάρρος για να μου πει την αλήθεια''.

Στο πρώτο φως, τα μπουμπούκια άνοιξαν, και τα χρώματα έτρεχαν στις κανάτες.
Γέμισε χρώμα η πλάση, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πορτοκαλί, ροζ, μοβ..Όλες οι αποχρώσεις σχημάτιζαν μια πανδαισία. Όταν μαζεύτηκε όλο το χρώμα, τα πέταλα έπεσαν και έμειναν στα κοτσάνια μόνο μικρούλικοι σπόροι. Τους μάζεψαν γιατί από αυτούς θα έβγαιναν τα φυτά της επόμενης χρονιάς.
Ο κύριος Αυτάρας και ο Χνούδης μετέφεραν τις κανάτες στο εργαστήριο. Κι εκεί ο Χνούδης βούταγε τα πινέλα και άφησε τη φαντασία του να εκφραστεί με αυτά. Ζωγράφισε τα ωραιότερα σχέδια που είχαν γίνει ποτέ. Λουλούδια, σύννεφα, πεταλούδες, πασχαλίτσες, πουά,κορδέλες, και τα σοκολατένια με υπέροχα σχέδια ζωγραφισμένων χαρτιών. Και τι δε ζωγράφισε. Σε τρεις μέρες όπως υποσχέθηκε, τα είχε τελειώσει όλα.

Το Πάσχα είχε φτάσει, και οι νεραιδομεταφορείς ήρθαν να φορτώσουν για να κάνουν τις παραδόσεις σε όλη τη γη.
Ο κύριος Αυτάρας χαρούμενος άκουγε τα σχόλια θαυμασμού που του έκαναν μόλις είδαν το φετινό εμπόρευμα. Και απαντούσε όλο καμάρι:

-''Ο γιος μου τα έφτιαξε. Είναι τα ωραιότερα που έχουν φτιαχτεί. Είμαι περήφανος που τον έχω γιο''.

Κι ο Χνούδης χαρούμενος διαπίστωσε, ότι η ικανοποίηση που ένοιωθε από τον θαυμασμό και την  ευτυχία των δικών του και των άλλων, ήταν πολύ μεγαλύτερη, από αυτή που του χάριζε η τεμπελιά, ο ύπνος και τα φανταστικά του ταξίδια.


Παραμύθι της ΜaryMosch

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...