Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Οι δύο γείτονες!!!

Εδώ και πολύ, πάρα πολύ καιρό, ήταν δύο γείτονες σε ένα χωριό.
Ο ένας ήταν ένας καλός και ανοιχτοχέρης άνθρωπος, με το χαμόγελο συνεχώς στα χείλια, και το όνομα του... Γελαστός.
Ο άλλος ήταν τσιγκούνης. Παραπάνω δε θα μπορούσε να είναι κάποιος. Και το όνομα του... Σπάγκος.
Μια μέρα κίνησαν και οι δύο μαζί για ένα ταξίδι, με προορισμό τη πλησιέστερη πολιτεία. Ήταν δύο με τρεις μέρες δρόμο.
Περπάτησαν...., περπάτησαν....., και σαν νύχτωσε, άναψαν φωτιά και κάθισαν να φάνε.
Ο τσιγκούνης τότε είπε:
-Για κοίτα τι έπαθα!!!! Δεν μπορώ να λύσω το μπογαλάκι όπου έβαλα τις πίτες για το δείπνο.
-Δεν πειράζει...., είπε ο Γελαστός......Θα φάμε τις δικές μου.
Έφαγαν τις πίτες του χουβαρδά κι έπεσαν να κοιμηθούν. Το πρωί ο Σπάγκος ξύπνησε πρώτος και σκέφτηκε:
''Χθες φάγαμε τις πίτες του γείτονα και σήμερα πρέπει να φάμε τις δικές μου. Γιατί όμως να τον τρέφω με τις πίτες μου;; Θα τον αφήσω και θα συνεχίσω μόνος, κι έτσι θα τις φάω εγώ.''
Μάζεψε αθόρυβα τα πράγματα του και έφυγε.
Σαν ξύπνησε ο Γελαστός, είδε πως ο συνταξιδιώτης του είχε φύγει. Συνέχισε λοιπόν μόνος χωρίς τροφή, κόβοντας δρόμο, μέσα από το  δάσος, μήπως και έβρισκε κανένα καρπό για να φάει. Το βράδυ έφτασε κουρασμένος και πεινασμένος μπροστά σε ένα σπιτάκι.
Χτύπησε,  μα δε του απάντησε κανείς. Δοκίμασε τη πόρτα και εκείνη άνοιξε. Μπήκε μέσα και είδε στο κέντρο του δωματίου ένα τραπέζι, που επάνω του υπήρχε ένα μεγάλο ψωμί. Έκοψε μια φέτα, την έφαγε με όρεξη μια και ήταν πολύ νόστιμη  και ύστερα βρήκε ένα πάγκο χώθηκε πίσω του και από κάτω για να μη κρυώνει και αποκοιμήθηκε.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα μια Αλεπού, ένας Ποντικός και μια Αρκούδα.
Και ο θόρυβος που έκαναν ξύπνησε το κοιμισμένο Γελαστό. Μα δε πρόλαβε να φανερωθεί, γιατί άκουσε μια διαμάχη ανάμεσα στους τρεις.
Μίλησε ο Ποντικός με ανθρώπινη φωνή:
-Είμαστε τρεις μεγάλοι μάγοι, αλλά δεν είναι δυνατό να ζούμε μαζί, αν δεν εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλο. Και είναι προτιμότερο στις δουλειές μας την ημέρα, να ξέρουμε ότι είμαστε φίλοι και σύμμαχοι. Εγώ έχω ένα μυστικό, και θα σας το πω, για να κάνω την αρχή, στην εμπιστοσύνη που θα δείξουμε ο ένας στον άλλο. Στοιχηματίζω, ότι κανένας σας δεν έχει καταλάβει, ότι κρύβω ένα τσουβάλι με χρυσές λίρες πίσω από τη σόμπα. Όταν περνάω δίπλα τους τη νύχτα, τις ακούω που κουδουνίζουν.
Η Αλεπού είπε:
-Τότε θα σας πω και το δικό μου μυστικό. Στοιχηματίζω ότι κανένας σας δε ξέρει πως κάτω από το γέρικο δέντρο, πίσω από το σπίτι, είναι θαμμένο ένα κομμάτι ασήμι καθαρό, τόσο μεγάλο, όσο και το κεφάλι ενός κριαριού. Κάποιοι πάσχισαν να το βρουν αλλά δεν ήξεραν πού να ψάξουν.
Τέλος η Αρκούδα μίλησε και αυτή:
-Στοιχηματίζω ότι κανένας σας δε ξέρει, ότι στην αυλή του σπιτιού μπροστά από το πηγάδι, είναι θαμμένο ένα ολόχρυσο κεφάλι ενός μεγάλου αλόγου, γεμάτο πολύτιμα πετράδια. Κανείς δεν ήξερε πού να ψάξει.
Αφού εξομολογήθηκαν τα μυστικά τους, πήγαν στο τραπέζι, μοιράστηκαν το ψωμί, έφαγαν και πήγαν να κοιμηθούν.
Ο Ποντικός έπεσε μπροστά από τη σόμπα, η αλεπού πάνω στο πάγκο, και η αρκούδα στο πάτωμα στη μέση του δωματίου.
Ο Γελαστός δεν κινήθηκε όλη νύχτα. Και το πρωί σαν οι τρεις μάγοι ξύπνησαν και ξεκίνησαν για τις πονηρές τους δουλειές, βγήκε επιτέλους κάτω από το πάγκο. Κατευθύνθηκε στη σόμπα, βρήκε το τσουβάλι με τις λίρες και το πήρε. Έπειτα βγήκε στο κήπο και πέρα στην άκρη βρήκε ένα ξύλινο καρότσι.
Έβαλε το τσουβάλι πάνω, και κατευθύνθηκε στο δέντρο πίσω από το σπίτι. Έσκαψε από κάτω και βρήκε το κομμάτι το ασήμι που είχε μέγεθος σαν κεφάλι κριαριού. Έκλεισε πάλι το λάκκο, και πήγε στο πηγάδι.
Ξέθαψε το χρυσό κεφάλι του αλόγου, και έκλεισε και αυτό το λάκκο.
Τα φόρτωσε όλα στο καρότσι και έφυγε γρήγορα για το σπίτι του.
Εκεί έκαψε το καρότσι, και άρχισε να ζει μια άνετη ζωή, βοηθώντας συγχρόνως και όσους είχαν ανάγκη.
Αγόρασε και χωράφια και ζώα, και πήρε και ανθρώπους στη δούλεψη του.
Σιγά-σιγά, έγινε πιο πλούσιος ακόμα, και όποιος ήθελε τη στήριξη του, αυτός την έδινε άφθονη και πάντα με χαμόγελο και καλοσύνη.
Ο τσιγκούνης γείτονας του, δε μπορούσε να χωνέψει τα πλούτη που απέκτησε ο Γελαστός.
Μια μέρα λοιπόν πήγε στο σπίτι του και τον ρώτησε, πώς έγινε τόσο πλούσιος.
Ο Γελαστός του είπε όλη την ιστορία. Ο Σπάγκος δεν έχασε καιρό ξεκίνησε κι εκείνος για το σπιτάκι των μάγων.
Έφτασε βράδυ. Χτύπησε και σαν είδε ότι κανείς δεν ήταν μέσα, μπήκε και κουρασμένος όπως ήταν, είδε το μεγάλο ψωμί πάνω στο τραπέζι. Έκοψε μια φέτα την έφαγε, μα σαν είδε πόσο νόστιμο ήταν, πήρε και το υπόλοιπο και το έβαλε στο σάκο του. Πήγε έπειτα στη σόμπα και βρήκε πάλι ένα τσουβάλι λίρες.
Ξαφνικά άκουσε θόρυβο, και μόλις που πρόλαβε να χωθεί πίσω και κάτω από το πάγκο, παίρνοντας και τις λίρες μαζί του.
''Όταν φύγουν θα βγω, θα πάρω και τα υπόλοιπα και θα γίνω καπνός. Θα γίνω πάμπλουτος θα αποκτήσω δούλους και υπηρέτες, και θα παντρευτώ και τη κόρη κανενός βασιλιά για να αβγατίσω κι άλλο τη περιουσία μου''....σκέφτηκε. Περίμενε λοιπόν σιωπηλός.
Η πόρτα άνοιξε και η Αλεπού, ο Ποντικός και η Αρκούδα μπήκαν μέσα λογομαχώντας.
Έλεγε ο ποντικός:
-Είμαι σίγουρος ότι κάποιος από εσάς πήρε τις λίρες μου. Αλλά αυτό το τσουβάλι που έχω τώρα πίσω από τη σόμπα θα το προσέχω.
- Δεν ξέρεις τι λες..., είπε η Αλεπού. Κάποιος από εσάς πήρε το ασήμι μου. Μα αυτό που έχω θάψει τώρα, θα το προσέχω περισσότερο.
-Και οι δύο λέτε ψέματα. Κάποιος από εσάς πήρε το χρυσό μου άλογο. Αλλά αυτό που έθαψα στο πηγάδι τώρα, δε πρόκειται να μου το πάρει κανείς σας.
Και οι τρεις κατευθύνθηκαν στο τραπέζι και ξαφνικά.... διαπίστωσαν ότι το ψωμί έλειπε.
-Αδέλφια, είπε η Αλεπού, κάποιος έκλεψε το ιερό ψωμί μας. Και άδικα κατηγορήσαμε ο ένας τον άλλον.
Πρέπει να είναι ο ίδιος κλέφτης, και να γύρισε για να μας ξανακλέψει. Ελάτε να ψάξουμε.
Ψάχνοντας λοιπόν το σπίτι αρχικά, δεν άργησαν να ανακαλύψουν το τσιγκούνη φίλο μας. Στο σάκο του βρήκαν το ψωμί τους. Και δίπλα του το τσουβάλι με τις λίρες.
-Ώστε εσύ είσαι ο κλέφτης!!!!....φώναξαν οι τρεις μάγοι.
Ο Σπάγκος..... κατάχλομος και τρομαγμένος,  δεν πρόλαβε να πει κουβέντα. Σαν τα θηρία όρμησαν πάνω του και οι τρεις και τον έφαγαν.
Έτσι ο τσιγκούνης μας, πλήρωσε πολύ ακριβά την απληστία του.
Κι όπως ποτέ δε βοήθησε κανέναν, δεν τον αναζήτησε και κανείς.. Ούτε στενοχωρήθηκε κάποιος που δεν τον ξαναείδε. Και γρήγορα, ξέχασαν όλοι, ότι υπήρξε κάποτε ένας γείτονας τους, που τον έλεγαν Σπάγκο και ήταν φοβερά άπληστος και  τσιγκούνης, και που ήθελε να αποκτά τα πάντα για τον εαυτό του, μα το μόνο που δεν απέκτησε ποτέ, ήταν η αγάπη των άλλων.

4 σχόλια:

  1. ΤΕΛΕΙΟ.....ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ .... ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ....ΔΙΔΑΓΜΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ....ΑΛΛΑ ΤΟΣΟ ΣΩΣΤΑ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ.... ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΕΝΗΛΙΚΟΥΣ....ΝΑΣΑΙ ΚΑΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ'ευχαριστώ Βίκυ να είσαι καλά κι εσύ και να έχεις μια όμορφη εβδομάδα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν και ο Χαμογελαστός ήταν και αυτός κλέφτης...το ότι βοηθούσε τον κόσμο τον έσωσε!!!!!!
    Σίγουρα η φιλαργυρία είναι μεγάλο ελάττωμα, για να μην πω ασθένεια, και ο Σπάγγος έπαθε ό,τι του άξιζε!!!!!!!!!!
    Καλημέρα ''παραμυθού''!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ναι και το ότι έκλεψε τρεις κακούς μάγους επίσης.
    Αυτό μη το ξεχνάμε!!
    Καλημέρα και σε σένα Άννα μου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*