Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι ΜΑΙΡΗ ΜΟΣΧΟΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι ΜΑΙΡΗ ΜΟΣΧΟΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ήταν κάποτε η Γη!



Κάποτε πριν από πάρα πάρα πολλά χρόνια, κοντά στην αρχή του κόσμου, ήταν ο πατέρας άρχοντας ,ο Ήλιος, που καθισμένος στο χρυσό του θρόνο, κυβερνούσε το απέραντο βασίλειο του, έχοντας τριγύρω του τα εκατοντάδες παιδιά του.
Πήρε λοιπόν την απόφαση μια μέρα και όρισε συγκυβερνήτες, τα εννέα μεγαλύτερα παιδιά του μοιράζοντας τους αξιώματα.
Κάθε παιδί είχε το χαρακτήρα του και τις ιδιαιτερότητες του. Τα μικρότερα ήταν χωρισμένα σε ομάδες. Άλλα θαύμαζαν τον ένα, άλλα τον άλλο.
Το βασίλειο ήταν απέραντο, και ο Ήλιος τους έδωσε οδηγίες πώς να μπορέσουν να το κυβερνήσουν σωστά. Και τους είπε ακόμα, ότι μέσα σε όλες τις υποχρεώσεις τους, θα ήταν και η προστασία και εκπαίδευση των μικρότερων.


Πρώτος έφυγε ο μεγάλος του, ο Δίας, μαζί με όσους τον ακολούθησαν. Έπειτα ο δευτερότοκος, ο Κρόνος. Και οι δύο έφυγαν πολύ σοβαροί και με επιβλητικό ύφος. Ακολούθησε το τρίτο παιδί, η κόρη του Γη, με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, που προερχόταν από όλη την ομορφιά που είχε μέσα της. Όλη η φαμελιά της τη θεωρούσε ονειροπόλα εκτός από μια μικρή της αδελφή. Αυτή και πήρε μαζί της. Την αχώριστη της και αγαπημένη Σελήνη. Έπειτα κίνησε για το βασίλειο του ο Άρης, και μετά ο Πλούτωνας σοβαρός κι αυτός και σίγουρος για την αξία του.
Η άλλη κόρη, η Αφροδίτη, πάντα κοκέτα και πάντα λάτρης του εαυτού της προτίμησε να αναλάβει το αξίωμα της μόνη της, χωρίς συντροφιά. Η φροντίδα του εαυτού της δεν της άφηνε περιθώρια να φροντίζει και άλλους. Ο Ήλιος μπροστά στα καπρίτσια και τη τσαχπινιά της υποχώρησε όπως πάντα.
Ακολούθησε ο Ουρανός που δε μειονεκτούσε σε σοβαρότητα. Ο Ποσειδώνας αγέρωχος κι αυτός, και τέλος ο Ερμής ο νεότερος από όλους, και χαϊδεμένος, με αδυναμία στο πατέρα του, μόνος του. Αυτού το βασίλειο δεν ήταν και πολύ μακριά από τον πατέρα του, μια και ο ίδιος μάθαινε ακόμα και ήταν και λίγο τεμπελάκος.


Ο καθένας έχτισε το δικό του παλάτι, το στόλισε και το διακόσμησε όπως ο ίδιος επιθυμούσε.
Οι περισσότεροι νοιάζονταν πιο πολύ για το αξίωμα και τη θέση και τίποτα παραπάνω.
Γι' αυτό και τα παλάτια τους, τα έκαναν ψυχρά και απρόσωπα. Ομιχλώδη και δυσπρόσιτα.


Εκτός από τη Γη. Εκείνη που ήταν πιο συναισθηματική, άρχισε να φροντίζει, για το δικό της βασίλειο, ξεκινώντας να κάνει πραγματικότητα τα όνειρα της χωρίς καθυστέρηση.
Ξεκίνησε στολίζοντας και φτιάχνοντας, θέλοντας να το μετατρέψει σε ότι ομορφότερο είχε μέσα της φανταστεί. Κι άρχισε να δημιουργεί ζωή.Με μια μεγάλη εκπνοή, έφτιαξε τον αέρα. Έφτιαξε στη συνέχεια χρώματα στη παλέτα της, και χρωμάτισε τον αέρα τριγύρω της με ένα απέραντο γαλάζιο που το ονόμασε ουρανό χάριν του αδελφού της, και τον γέμισε με κάθε λογής πετούμενα που τα ονόμασε πουλιά. Έβαλε και πανέμορφα λευκά συννεφάκια να αρμενίζουν. Μετά έφτιαξε χώμα και πέτρα και κάλυψε το κορμί της. Αλλού έκανε τη πέτρα πανύψηλη, και τα είπε βουνά, κι αλλού έκανε τη πέτρα χαμηλότερη και τα είπε λόφους, Αλλού έφτιαξε μεγάλες επίπεδες επιφάνειες που τις ονόμασε πεδιάδες και αλλού έφτιαξε μεγάλα και μικρά κοιλώματα. Έπειτα γέμισε κάθε κοίλωμα της με νερό. Τα μεγάλα τα ονόμασε θάλασσα και ωκεανό και όταν τα τελείωσε, ήταν τόσο όμορφα... που δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της και κύλησαν μέσα τους, κάνοντας το νερό αλμυρό. Τα μικρά κοιλώματα, τα ονόμασε λίμνες.
Και έφτιαξε εδώ κι εκεί μεγάλα και μικρά φιδογυριστά μονοπάτια που κατέληγαν στη θάλασσα, και τα ονόμασε ποτάμια.
Και στο βάθος της θάλασσας και των ωκεανών, των λιμνών και των ποταμών, γέμισε με διάφορα φυτά και όλα τα ονόμασε βυθό. Άλλοτε η θάλασσα έπαιρνε ένα χρώμα γαλάζιο απ' το καθρέφτισμα του ουρανού, άλλοτε χρώμα πράσινο από τα φυτά που είχε στο βυθό της, και άλλοτε οι ωκεανοί έπαιρναν ένα σκούρο μπλε απ' το απύθμενο βάθος τους. Και δημιούργησε κι εκεί διάφορα πλάσματα, τα ψάρια. Άλλα μικρά και με υπέροχα χρώματα, σε διάφορα σχήματα, και άλλα μεγάλα και άσχημα, μα όλα χρήσιμα για να κρατούν την ισορροπία στη δημιουργία της.
Δημιούργησε παντού ζωή, γέμισε τα βουνά και τις πεδιάδες. Έφτιαξε τα ζώα. Και τράβηξε αυλακιές με τα δάχτυλα της παντού , και φύσηξε μέσα όλων των ειδών τους σπόρους. Όπου αυτοί έπεσαν, φύτρωσε πράσινο μικρό σαν χνούδι και κάλυψε το χώμα που το ονόμασε χορτάρι, κι απ' άλλους βγήκαν φυτά με χρωματιστά πέταλα και ευωδιά που γέμισε όλη η πλάση και βάφτισε λουλούδια. Άλλοι γέννησαν φυτά μεγάλα με διαφορετικό ύψος που τα ονόμασε δέντρα. Και όλα γενικά τα φώναζε Φύση.
Και παιχνιδιάρα καθώς ήταν, έφτιαξε λιλιπούτεια πλασματάκια και κάποια με φτερά, να είναι μεταφορείς του φυσικού πλούτου. Όλα σοφά μελετημένα και με αγάπη.
Και η εικόνα ήταν πανέμορφη. Κάθε μεριά είχε τη δική της ομορφιά, γιατί πουθενά δεν έκανε το ίδιο ακριβώς, μια και δεν ήθελε να είναι όλα όμοια.
Και έδωσε σχηματισμούς στη γη, και γύρω άφησε νερό κι έτσι πέντε μεγάλα κομμάτια γίνηκαν και διάφορα άλλα μικρότερα.
Τα μεγάλα τα ονόμασε ηπείρους και τα μικρότερα νησιά.
Και όλα τα δημιούργησε για να παίρνουν ζωή από τον πατέρα της τον Ήλιο, κι από τα αγαθά που έφτιαξε. Όλα με τέσσερα βασικά υλικά. Χώμα, φωτιά, νερό και αέρα.
Και για να μπορούν να έχουν νερό όλα τα φυτά της, έχοντας μια παιχνιδιάρικη διάθεση , έβαλε τα συννεφάκια να συγκρούονται κατά διαστήματα, και να γεννούν νερό που έπεφτε στο χώμα, και τη βάφτισε βροχή. Της άρεσε το τραγούδι της βροχής, όταν έπεφτε. Και για να προστατεύονται τα πλάσματα της, έκανε όταν συγκρούονται τα συννεφάκια να λάμπει και να ακούγεται δυνατός θόρυβος. Αυτό ονόμασε αστραπή και βροντή. Όταν άστραφτε και βροντούσε, ο ουρανός έπαιρνε ένα σκούρο χρώμα. Τότε, όλα τα πλάσματα έτρεχαν να προφυλαχθούν.


Κι απ' τη χαρά της για όλα αυτά, χόρευε κάνοντας περιστροφές ώστε να μπορεί να απολαμβάνει τις ομορφιές τούτες κι η αγαπημένη της αδελφή η Σελήνη.
Κι ήθελε και τη ζωογόνα λάμψη του πατέρα της, κι όλο έκανε και στροφές γύρω του, για να φωτίζει τις ομορφιές της και να τις θαυμάζει.
Κι όπου έπεφτε η λάμψη του, ήταν φως και γεννήθηκε η μέρα, και όπου δεν έπεφτε, ήταν σκοτάδι και γεννήθηκε η νύχτα. Και κάπου ο πατέρας της τη φώτιζε πιο πολύ και αλλού λιγότερο, και μετά άλλαζε πάλι. Όποτε τον επιθυμούσε, ερχόταν πιο κοντά του, αλλά όποια μεριά του κοίταζε τότε, την αισθανόταν ζεστή και παγωμένες τις άλλες. Και κάποιες λιγότερο ζεστές και κάποιες λιγότερο κρύες. Έτσι φτιάχτηκαν οι εποχές.


Υπέροχη εικόνα τούτη! Μα σκέφτηκε, ότι έτσι κουρασμένη που ένοιωθε, δε μπορούσε να φροντίζει μόνη της τόσες ομορφιές. Και αποφάσισε, να φτιάξει το φύλακα της. Αυτόν που θα φροντίζει όλα τούτα. Να έχει σκέψη, ώστε να ανακαλύπτει , και να τρέφεται με τα πάντα. Και τον έφτιαξε να έχει παρέα όχι μόνο του.Και έφτιαξε αρκετούς φύλακες. Αλλά αποφάσισε να μη τους μάθει τίποτα. Έτσι θα εκπαιδευτούν σιγά-σιγά σκέφτηκε. Και θα μάθουν. Ω!! πόσο ήταν σίγουρη ότι θα μάθουν, και θα μπορούν να απολαύσουν όλα αυτά τα θεσπέσια πράγματα! Αυτά τα πλάσματα θα ήταν τα παιδιά της. Και τους ονόμασε ανθρώπους . Μικρούλικα πλασματάκια, αγόρια και κορίτσια, όπως αυτή και τα αδέλφια της. Κι επειδή της άρεσε το χρώμα, τους έκανε διαφορετικούς, για ποικιλία..Άλλους τους έκανε με χρώμα λευκό, άλλους με χρώμα μαύρο, άλλους με χρώμα κιτρινωπό, κι έτσι φτιάχτηκαν οι φυλές. Μα για όλους, δούλεψε με την ίδια αγάπη και φροντίδα. Και για όλους, χρησιμοποίησε τα ίδια γνήσια και αγνά υλικά. Κι άλλους έβαλε εδώ κι άλλους εκεί. Όλα ήταν όπως τα είχε ονειρευτεί. Και της άρεσε να κάθεται και να παρακολουθεί, τα πλάσματα που ζούσαν στο βασίλειο της, πώς σκέφτονταν και πώς ενεργούσαν. Και δάκρυζε, και σε όποια πέτρα έπεφτε το δάκρυ, γινόντουσαν κάθε λογής πετράδια. Και κάθε που ''ξεχείλιζε'' από αγάπη και καλοσύνη, λαμπερό χρυσάφι και άλλα αγαθά γεννιόντουσαν μέσα της.


Έβλεπε τους ανθρώπους, σιγά-σιγά πώς έμαθαν να κυνηγούν, πώς έμαθαν να τρώνε τους καρπούς των δέντρων, πώς ανακάλυψαν την φωτιά, πώς βρήκαν τρόπο και έφτιαξαν εργαλεία, που με αυτά φύτευαν σπόρους στη γη της.


Και μια μέρα που η Αφροδίτη ήρθε να δει το βασίλειο της αδελφής της, τους έφερε για δώρο την αγάπη.
Και όλοι ήταν χαρούμενοι, και ζούσαν αρμονικά και ευτυχισμένοι. Και αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, και δημιουργήθηκε η πρώτη οικογένεια, μα αγαπούσαν και τους εαυτούς τους, γιατί η Αφροδίτη είχε και μεγάλη αγάπη για τον εαυτό της, και το δώρο της ήταν βγαλμένο από μέσα της. Έτσι έγιναν και ατομιστές και ματαιόδοξοι.
Και κυλούσε ο χρόνος. Αυτό ήταν δώρο του πατέρα της απ' την αρχή, που φτιάχτηκαν οι εποχές.
Και οι άνθρωποι με τόση εξυπνάδα, χώρισαν τις εποχές σε τέσσερις, και το χρόνο σε μήνες και σε ώρες, σε λεπτά και σε δευτερόλεπτα. Θαυμαστά πράγματα!! Και όταν είχαν φως έλεγαν ότι είχαν μέρα. Κι όταν είχαν σκοτάδι έλεγαν ότι είχαν νύχτα.
Η Γη καμάρωνε με όλα ετούτα! Και με το δίκιο της!


Της μήνυσαν και τα άλλα αδέλφια της, ότι ήθελαν να τη δουν. Κι εκείνη δέχτηκε ευχαρίστως.
Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας. Ο θαυμασμός του ήταν συγκρατημένος, κι ένοιωσε και ζήλια λιγάκι.
Γι' αυτό, πάνω σε μια παρόρμηση της στιγμής, τους έκανε δώρο τη θαλασσοταραχή και τη τρικυμία. Είπε στη Γη, ότι ταιριάζει καλύτερα με τη βροχή, όταν αστράφτει και βροντάει, και εξάλλου μια θάλασσα συνεχώς ήρεμη, ήταν λίγο... .βαρετή.
Τι να κάνει η Γη, αδελφός της ήταν, πως να τον προσβάλλει;
Κι έπειτα ήρθε επίσκεψη ο Πλούτωνας, και είδε κι αυτός και θαύμασε. Και ένοιωσε κι αυτός ζήλεια στη καρδιά. Και της είπε, ότι τα πλάσματα είναι πάρα πολλά και συνεχώς πολλαπλασιάζονται.
Και μόνο η κατανάλωση σαν τροφή, δεν αρκεί για να κρατιέται η ισορροπία.
Και της έκανε δώρο το θάνατο και την αρρώστια. Έτσι όλα στη ζωή θα γίνονται κύκλος.
Θα υπάρχει αρχή της είπε, και τέλος. Και ξανά αρχή.
Τι να κάνει και η Γη, το δέχτηκε. Πως να τον προσβάλλει;
Κι έπειτα ήρθε ο Ουρανός, και είδε κι αυτός και ζήλεψε. Και τους έκανε δώρο, τη φιλοδοξία, και την αγάπη για το άπιαστο, για να μπορέσει ο άνθρωπος να μεγαλουργήσει, είπε. Τόσο μεγάλη φιλοδοξία, όσο και ο ουρανός πάνω τους, και πιο πέρα ακόμα.
Κι αυτό το δέχτηκε η Γη, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.
Κι ύστερα ήρθε η σειρά του Άρη να της κάνει επίσκεψη. Αυτός με το ζόρι έκρυβε τη ζήλεια του, και δαγκώνοντας τα χείλη, της είπε ότι τα πλάσματα της, πρέπει να μάθουν να αγωνίζονται, ενάντια στις δυσκολίες που θα τους έφερναν τα δώρα των άλλων.
Και την έπεισε, να δεχθεί το δώρο του, που δεν ήταν άλλο από την αγάπη για τη μάχη, για το πόλεμο, και για τα όπλα.
Μα και για τη φιλονικία επίσης. Για τη πονηριά, και τη στρατηγική και την υστεροβουλία. Για την υπεροχή με κάθε μέσον, είπε από μέσα του.
Και μετά ήρθε ο Ερμής, και τους έφερε δώρο, τα μόνα που διέθετε. Τη φυγοπονία, τη τεμπελιά,
την αποφυγή της ευθύνης, Και το να θέλει κάποιος να γίνεται το δικό του με πείσμα. Μια και ήταν χαϊδεμένος, ήταν και λίγο κακομαθημένος. Με όλα αυτά στόλισε το δώρο του. Αγαπούσε ακόμα να παζαρεύει και να έχει κέρδος. Και έβαλε κι αυτά τα γνωρίσματα επίσης στο δώρο του, καθώς και την έλλειψη σεβασμού και αναίδεια που έχει κάθε κακομαθημένο πλάσμα.
Όταν ήρθε ο Δίας, βλοσυρός, είπε στην αδελφή του, ότι δεν τα σκέφτηκε καλά τα πράγματα, τόσα πλάσματα δεν είναι δυνατόν να μην έχουν κάποιον αρχηγό, Αλλά ευτυχώς αυτός σαν πιο σοφός, μεγαλύτερος και πιο πεπειραμένος θα διόρθωνε τις ελλείψεις της. Και τους δώρισε την αγάπη για την αρχηγία, αλλά και την αλαζονεία επίσης της υπεροχής. Κι επειδή ο ίδιος ήταν δεσποτικός σαν χαρακτήρας , σε όλα τα προηγούμενα, να προστεθεί και η ισχυρογνωμοσύνη.


Ανησυχία ένοιωσε η Γη από τα δώρα όλων, μα γρήγορα η καλή της ψυχή, έδιωξε τις κακές τις σκέψεις. Είχε τόση εμπιστοσύνη η ίδια στα πλάσματα της, που τους την έδωσε άπλετα. Έπειτα σκέφτηκε ότι αφού τους είχε δημιουργήσει με την ικανότητα να σκέφτονται, συνεπώς και τη κρίση, θα εκτιμούσαν και θα διατηρούσαν μόνοι τους, την αρμονία που τους είχε χαρίσει.
Ο καιρός περνούσε, και εξακολουθούσε να παρατηρεί, χωρίς ανησυχία, τους ανθρώπους. Τότε ήταν που αυτοί, σκέφτηκαν και δημιούργησαν την έννοια της ιδιοκτησίας. Και άρχισαν να μαζεύουν αγαθά, να φτιάχνουν πλοία, και να διασχίζουν με αυτά τις θάλασσες. Ανέπτυξαν το εμπόριο και έφτιαξαν μάλιστα -πόσο έξυπνο-, το χρήμα, για να μπορούν να υπολογίζουν την αξία αυτών που εμπορεύονταν.
Και εμπορεύονταν τα πάντα. Γιατί τα πάντα τα υπολόγιζαν με την αξία τους πια. Και ότι, δεν είχε κάποιος, το έπαιρνε από τον άλλο που το είχε σε μεγαλύτερη ποσότητα.


Έτσι τα δώρα των αδελφών, έκαναν καλά τη δουλειά τους. Και άρχισαν κάποιοι να νοιώθουν απληστία και να επιθυμούν όλο και περισσότερα αγαθά, άρχισαν να εκμεταλλεύονται κάποιους άλλους ανθρώπους, να θέλουν τη γη που είχαν άλλοι, να μαλώνουν μεταξύ τους και να χωρίζονται σε ομάδες, άλλες μικρές και άλλες μεγαλύτερες, και η κάθε μία, να ορίζει και κάποιον αρχηγό. Και να χωρίζουν τη γη σε κομμάτια. Και με το σπουδαίο τους μυαλό, δημιούργησαν τα σύνορα. Όταν το είδε αυτό η Γη, έκλαψε. Έκλαψε πολύ και από τα δάκρυα της, πλημμύρισαν οι θάλασσες και ξεχείλισαν οι λίμνες και τα ποτάμια. Και οι άνθρωποι γνώρισαν τον κίνδυνο, και χάθηκαν αρκετές ζωές τότε. Αλλά τη βεβαίωσαν, ότι θα τα έφτιαχναν τα πράγματα, κι ότι τα σύνορα ήταν αναγκαία, για να μπορούν να τη φροντίζουν καλύτερα. Και η Γη ένοιωσε πάλι την ελπίδα, τους πίστεψε και χάρηκε.


Κι έτσι, κάθε κομμάτι το βάφτισαν χώρα, και κάθε ομάδα λαό. Τότε έγινε μια μεγάλη συγκέντρωση, των αρχηγών των λαών των πέντε ηπείρων, που ήταν και οι πιο φιλόδοξοι, με σκοπό να εδραιώσουν την υπεροχή τους. Συμφώνησαν σε κάτι. Ότι πάντα έπρεπε να υπάρχει συσσώρευση αγαθών σε κάποιους, για να υπερέχουν αυτοί, από τα μέλη της ομάδας τους. Αλλά κάπως έπρεπε να εξασφαλίσουν την αρχηγία τους. Σκέφτηκαν τότε ότι καλό θα ήταν να μη μάθαιναν όλοι τα ίδια. Γιατί δεν ήταν δυνατό να είναι όλοι το ίδιο έξυπνοι, ούτε να μαθαίνουν όλοι τα πάντα. Έπρεπε κάποιοι, οι περισσότεροι, να ξέρουν λιγότερα από αυτούς. Και ο καθένας να μάθαινε και κάτι. Γιατί ξέροντας λιγότερα ή και τίποτα, αυτό θα τους έκανε εξαρτημένους και αυτοί θα ήταν πάντα αρχηγοί. Και δεν έπρεπε να βρίσκει στήριξη ο κάθε λαός στον άλλο, γι' αυτό και έπρεπε να φτιάξουν ο καθένας ιδιαίτερα γνωρίσματα για την ομάδα του. Και άρχισε να βρίσκει κάθε λαός, τη δική του γλώσσα και οι αρχηγοί της κάθε ομάδας να ελέγχουν τη γνώση, και να αποφασίζουν το τρόπο που θα τη μοιράζουν. Δημιουργήθηκαν οι ''δάσκαλοι'' και οι ''μαθητές''. Και γρήγορα ξέχασαν ποιος τους έφτιαξε, και αισθάνθηκαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν τα πάντα μόνοι. Γρήγορα οι λαοί είχαν τόσες διαφορές μεταξύ τους, που ήταν αδύνατο να νοιώθουν πια σαν μέρη ενός συνόλου. Η ολότητα πέθανε, και γεννήθηκε η ατομικότητα. Και κάθε λαός πίστευε ότι υπερείχε του άλλου, και η κάθε φυλή της άλλης. Και γρήγορα άρχισαν να διαλέγουν για αρχηγούς όσους διέθεταν περισσότερα αγαθά, ή όποιον τους έταζε μεγαλύτερη ανταμοιβή. Η αγάπη για το χρήμα, η φιλοδοξία και η απληστία, γέννησαν το συμφέρον.
Και η απληστία, θέριευε. Και μαζί η αλαζονεία, η φιλοδοξία, η υστεροβουλία και το ψέμα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως μετά τις πλημμύρες και τα δεινά, δεν αισθάνονταν ασφαλείς.
Και βρέθηκαν κάποιοι, που άρχισαν να τους λένε, ότι μεγάλες δυνάμεις τους προστατεύουν όλους. Και οι εμπνευστές, έδωσαν στη προστάτρια δύναμη ότι όνομα ήθελαν. Κι έτσι έφτιαξαν τις θρησκείες και τις διαδικασίες λατρείας. Και οι διαχειριστές της κάθε θρησκείας, είχαν πολλά προνόμια και απολαβές μέσα στη κάθε ομάδα.


Εν τω μεταξύ η Γη βασανιζόταν, και υπέφερε. Η ανθρώπινη απληστία, ήταν ένα αδηφάγο τέρας, που δεν χόρταινε με τίποτα. Ήθελε κι άλλα και άλλα. Συνεχώς ζητούσε. Άρχισαν να ψάχνουν το δόλιο το σώμα της Γης, για περισσότερα πλούτη. Πολλές φορές για να αποκτήσουν πιο πολλά εδάφη κάποιοι, ή έστω και για πλάκα, την έκαιγαν. Ερήμωσαν οι βράχοι της και τα βουνά της έγιναν μαύρα και άχαρα.
Η Γη με όλα αυτά τα δεινά, αρρώστησε σιγά-σιγά, και η λάμψη της άρχισε να χάνεται.
Ένοιωθε ρίγη και κρυάδες και συχνά την έπιαναν μεγάλες τρεμούλες. Τότε οι άνθρωποι γνώρισαν για πρώτη φορά, τους σεισμούς. Και στη συνέχεια τεράστια κύματα νερού, που υψώθηκαν πολλά μέτρα ψηλά. Και πάλι χάθηκαν ζωές, μα ο σκοπός δεν ήταν να αφανιστεί η δημιουργία της.
Ο σκοπός ήταν να καταλάβουν τα παιδιά της, ότι την έκαναν να πονάει και να αρχίσουν να φέρονται έτσι όπως έπρεπε.


Αλλά οι αρχηγοί , είχαν μάθει να χρησιμοποιούν καλά τα δώρα τους, και κυρίως τα δώρα του Άρη. Και με χαμόγελο βεβαίωναν, όσους είχαν πραγματικά καταλάβει το κίνδυνο και μιλούσαν για αλλαγή τρόπου ζωής, ότι φροντίζουν για το καλό του συνόλου.
Η Γη όμως χειροτέρευε, και έστρεφε το βλέμμα της στην αδελφή της, και στον πατέρα της για βοήθεια. Δεν ήθελε να στραφεί στο πατέρα της, γιατί ήξερε ότι άμα θύμωνε γινόταν αμείλικτος.
Αλλά δεν είχε πού αλλού να γυρέψει να τη στηρίξουν.
Ο πατέρας της ο Ήλιος, θύμωσε πολύ για το κακό που έκαναν στη κόρη του!... Και σκέφτηκε,.. να τα καταστρέψει όλα μεμιάς!... Η κόρη του όμως, με δάκρια στα μάτια, και μέσα στα βογγητά της, τον ικέτευσε, απλά να τους συνετίσει, αλλά να μην είναι πολύ σκληρός μαζί τους.
Κι εκείνος άρχισε να τα θερμαίνει όλα, και απλώνοντας τα χέρια αγκάλιασε τριγύρω, έτσι ώστε η θερμοκρασία να μένει φυλακισμένη κάτω.


Όλα άρχισαν να αλλάζουν. Η Φύση τρελάθηκε, και οι εποχές το ίδιο. Μπερδεύτηκαν, και δεν ήξεραν πια, πότε ήταν το καλοκαίρι, πότε ο χειμώνας. Πότε έχαναν το φθινόπωρο και πότε την άνοιξη. Πότε έβρεχε συνέχεια, και πότε το χώμα στέγνωνε. Πότε οι πάγοι έλιωναν και πότε το κρύο τα πάγωνε όλα.
Τίποτα δεν ήταν σαν πρώτα.


Με όλα τούτα οι άνθρωποι ταράχθηκαν, και ο καθένας άρχισε να σκέφτεται το τι θα μπορούσε να γίνει. Φυσικά για τους αρχηγούς και τους προνομιούχους τίποτα δεν άλλαξε.
Είχαν αρχίσει να σκέφτονται, ότι έτσι όπως αναπτύχθηκαν θα μπορούσαν να πάρουν τα πλούτη τους και να ζήσουν αρχικά στη Σελήνη, στον Άρη, ή όπου αλλού μπορούσαν.
Η αλαζονεία κρατούσε καλά τα σκήπτρα της. Και το μεγαλύτερο δείγμα της, ήταν ότι αυτοί αποφάσιζαν και διάλεγαν μόνοι τους, το ποιοι θα μπορούσαν να ζήσουν αλλού. Και δεν καταλάβαιναν το πιο βασικό... Ότι με το τρόπο που σκέφτονταν, όπου και να πήγαιναν, αν πήγαιναν, τη καταστροφή θα έφερναν πάλι. Γιατί τη κουβαλούσαν μέσα τους.
Κανείς δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Και κανείς δεν υπολόγιζε κάποιους που ήταν εντελώς αθώοι, αμέτοχοι σε όλα, και τα πραγματικά θύματα τους...


Τα παιδιά! Τα μικρά πλασματάκια που έφερναν οι άνθρωποι στο κόσμο, και που είχαν στοιχεία μέσα στις ψυχούλες τους, και στα μυαλουδάκια τους, που δεν είχαν δολοφονηθεί από την απληστία ακόμα, ούτε είχαν ποδοπατηθεί από την αλαζονεία και τα δεινά της. Ούτε καν είχαν δεχθεί αλλοίωση από το κόσμο των μεγάλων ακόμα.
Τα παιδιά που ήταν το μέλλον τους, η συνέχεια του κόσμου τους, η ύπαρξη τους.
Ε, λοιπόν αυτά τα μικρά πλάσματα που δεν τα σκεφτόταν κανείς, παρακολουθούσαν άγρυπνα τα πάντα. Άκουγαν τα πάντα, έβλεπαν τα πάντα, ρωτούσαν τα πάντα!
Και οι απαντήσεις δεν τους άρεσαν καθόλου. Δεν τους άρεσε ο κόσμος, έτσι όπως τον είχαν φτιάξει οι μεγάλοι, και δεν τους άρεσε που σε αυτούς τους μεγάλους, ανήκαν και οι περισσότεροι γονείς τους. Ακόμα και τα αδέλφια τους, όταν μεγάλωναν λίγο, τα έβλεπαν να αλλάζουν, και δεν τους άρεσε. Και το κυριότερο είχαν βαρεθεί, να ακούνε ιστορίες από τα παλιά, που μιλούσαν για τη Γη και τη δημιουργία όπως ήταν στην αρχή.
Και αποφάσισαν να δράσουν! Έκαναν καιρό να συνεννοηθούν με τα παιδιά των άλλων λαών, αλλά βοήθησαν σε αυτό, τα σχολεία, η μάθηση, κάποιοι καλοί δάσκαλοι, και αγωνιστές, οραματιστές ενός σωστού τρόπου ζωής, και με πραγματική αγάπη στη μάνα- Γη.
Και ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους. Και μια ωραία νύχτα γεμάτη άστρα, ξέρετε τα μικρά αδελφάκια, και διάφορα άλλα ξαδέλφια της γης, που λάμπουν το βράδυ, έγινε η μεγάλη μυστική συνάντηση των παιδιών. Και πάρθηκαν αποφάσεις.
Και από την άλλη μέρα, άρχισαν να κάνουν μικρές ομάδες που δεν άφηναν κανένα σκουπίδι. Που έκαναν παρατήρηση στους ίδιους τους γονείς τους, για την άμυαλη συμπεριφορά τους.
Άρχισαν να φυτεύουν δέντρα, και λουλούδια, να ομορφαίνουν τις γωνιές της γης.
Άρχισαν να απαιτούν καλύτερη συμπεριφορά, να ζητούν περισσότερους τόπους για παιχνίδι, και πιο καθαρό αέρα. Παρέσυραν και αρκετούς μεγάλους, και τους πήραν με το μέρος τους.
Και σιγά-σιγά, παρέσυραν κι άλλους , κι άλλους. Ώσπου βρέθηκαν ενωμένοι σα μία γροθιά.
Και βρέθηκαν και κάποιοι σοφοί, και μυαλωμένοι που τα καθοδηγούσαν.
Και όταν τα παιδιά τους ρώτησαν: και τι θα γίνει, αν οι κακοί αρχηγοί, μας επιτεθούν;
Οι σοφοί, απάντησαν:
-Αν είμαστε ενωμένοι, οι αρχηγοί θα καταλάβουν ότι οι καρέκλες τους δε μπορούν να στηρίζονται σε ένα μεγάλο- ΟΧΙ -, στις προσταγές τους, και θα αρχίσουν να ξανασκέφτονται τι προστάζουν.
Αν ο καθένας μας κάνει το σωστό και το καλό, τότε το καλό θα εξαπλωθεί στο κόσμο, και το κακό θα μείνει μόνο και μαραζωμένο. Γιατί μας αξίζει ένας καλύτερος κόσμος. Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον, μας αξίζει μια πράσινη και λαμπερή Γη. Μια υγιής Γη. Εμείς έχουμε την ΕΥΘΥΝΗ!


Τότε ακούστηκαν χαρούμενα γέλια, από όλα τα παιδιά, τόσο δυνατά.... που η Γη τα άκουσε....
και τινάζοντας τα μαλλιά της, τα ανέμισε, έστρεψε το βλέμμα στα παιδιά, στην άσβεστη ελπίδα, και χαμογέλασε, με ένα λαμπερό χαμόγελο που έλαμψε το Σύμπαν.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Το κορίτσι που ήθελε σεβασμό!!!

πηγή



Μια φορά κι ένα καιρό, κοντά σε ένα δάσος, έμενε ένας αγρότης με τη γυναίκα του, τους δύο γιους του, και τη κόρη τους, σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι.
Ο πατέρας και οι δύο γιοι του, καλλιεργούσαν μια μικρή έκταση γης, φυτεύοντας την και σπέρνοντας την, για να εξασφαλίζουν το φαγητό της ημέρας.
Η μητέρα φρόντιζε το σπίτι, και τακτοποιούσε το μικρό της νοικοκυριό, και η κόρη τη βοηθούσε ακολουθώντας τις εντολές της.
Πάντα στο σπίτι τους γινόταν αυτό που ήθελε ο πατέρας, μια και αυτός ήταν ο αρχηγός της οικογένειας.
Όταν προσπαθούσαν να βρουν τι να φυτέψουν που θα τους φέρει μεγαλύτερο κέρδος, το κουβέντιαζε ο πατέρας με τους δυο γιους του. Αυτοί αποφάσιζαν που θα πάνε να μαζέψουν ξύλα, αυτοί αποφάσιζαν που θα τα πουλήσουν, και στη μάνα ανακοίνωναν, το κέρδος της ημέρας.
Στη κόρη, σπάνια απευθυνόταν κανείς, σπάνια τη ρωτούσε κάποιος αν ήταν καλά, κι εκείνη ενώ στην αρχή προσπαθούσε να συμμετέχει στην οικογένεια, γρήγορα σταμάτησε , μια και κατάλαβε ότι σαν κορίτσι που ήταν, δεν θεωρούσαν και τη γνώμη της τόσο σπουδαία. Ούτε οι γονείς της μα ούτε και τα αδέλφια της.
Το κορίτσι  όμως, στο μικρό κρεβατάκι του στη σοφίτα τα βράδια, δεν κοιμόταν αμέσως, αλλά ονειρευόταν και έκανε σκέψεις για το μέλλον. Την προβλημάτιζαν πολλά πράγματα. Την προβλημάτιζε ο κόσμος,  αγαπούσε τα φυτά και τα ζώα, και της άρεσε το νερό στο ποτάμι όπως κυλούσε. Αλλά πάνω από όλα, ήθελε να πάει στο χωριό, τώρα που μεγάλωσε. Να δει πως ζουν οι άλλοι άνθρωποι. Όταν ήταν μικρή, την είχαν πάρει μαζί τους μια φορά οι δικοί της, και είχε διατηρηθεί στη μνήμη της, ένα  μεγάλο σπίτι, που  ένα σωρό παιδιά έτρεξαν και μπήκαν μέσα. Κάποτε, από τις λίγες φορές που ο πατέρας της, της είχε απαντήσει σε κάτι, της είπε ότι αυτό ήταν σχολείο,'' άχρηστο πράγμα δηλαδή'', της είχε πει. Και είχε συμπληρώσει ότι:  '' τα γράμματα ήταν χαμένα χρόνια, ενώ το σημαντικό είναι να φροντίζεις  για το βιος της οικογένειας, να φτιάχνεις φαγητό αν είσαι γυναίκα και να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού, ώστε να τρώει και να ξεκουράζεται ο άντρας όταν γυρίζει από τη δουλειά''.
Μα  εκείνη  ήθελε να μάθει! Και να γράφει και να διαβάζει. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να το πει. Κι ακόμα ήθελε να μη νοιώθει τόσο μόνη και παραμελημένη. Αγαπούσε τη ζωή, και ήθελε να τη γνωρίσει, γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν ήταν μόνο το μικρό της σπιτάκι, αλλά απλωνόταν πολύ πιο πέρα. Πιο πέρα κι από εκεί που μπορούσε να φτάσει ο νους της.
Μια μέρα που η μητέρα της είχε δουλειές πολλές και η κόρη της την ενοχλούσε ''μέσα στα πόδια της'', το κορίτσι τη ρώτησε αν μπορεί να πάει βόλτα μέχρι το ποτάμι.

Η μάνα της την άφησε, κι εκείνη χαρούμενη ξεκίνησε γρήγορα, από φόβο μη το μετανιώσει και τη φωνάξει πίσω. Όπως βάδιζε μέσα στα δέντρα, ένοιωσε ελεύθερη, και άρχισε να απολαμβάνει τις μυρωδιές του δάσους, και το τραγούδι των πουλιών. Απομακρύνθηκε χωρίς να το καταλάβει. Και όταν έφτασε πια στη καρδιά του δάσους, λες και κάποιος τράβηξε από μπροστά της μια κουρτίνα, ένα σπιτάκι φάνηκε, που είχε τριγύρω έναν υπέροχο κήπο, με ότι λουλούδι μπορείς να φανταστείς. Λουλούδια που δεν είχε ξαναδεί ποτέ της και που μοσχομύριζαν τόσο, και ήταν τόσο όμορφα στην όψη,  ώστε αισθάνθηκε ένα με την ομορφιά τους και γεμάτη από την ευωδιά τους. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε, και παρουσιάστηκε μπροστά της μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Φορούσε μια ποδιά, πάνω από το μακρύ της φόρεμα. Και όπως άνοιξε η πόρτα, μια μυρωδιά ξεχύθηκε υπέροχη από το σπίτι, από κάτι που ψηνόταν. Η  κοιλίτσα της που γουργούρισε, της θύμισε ότι δεν είχε φάει τίποτα, και την έκανε να ξεπεράσει τη δειλία της, και να καλημερίσει τη γυναίκα.
-Καλημέρα κορίτσι μου! της απάντησε με χαμόγελο εκείνη.
Δεν σε έχω ξαναδεί από εδώ, από πού έρχεσαι;
Το κορίτσι της είπε που έμενε, κι ότι είχε βγει βόλτα και ξεμάκρυνε άθελα της.
Η γυναίκα τη ρώτησε αν ήθελε λίγη πίτα που μόλις την είχε βγάλει από το φούρνο.
Το κορίτσι δέχτηκε με χαρά, παρότι δεν ήξερε καν, τι ήταν η πίτα.
Μπήκε στο σπίτι, και η καλή γυναίκα της έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι που το έβλεπε πρώτη φορά. Όταν το δοκίμασε, είδε ότι μέσα ήταν γεμάτο από διάφορα χόρτα, και ήταν πολύ νόστιμο. Ρώτησε να μάθει πώς γίνεται.
Πρόθυμα η γυναίκα της εξήγησε το τρόπο και της είπε ότι μπορεί να βάλει ότι θέλει μέσα.
Μετά κουβέντιασαν για το κήπο και για τα λουλούδια της, και έμαθε τα ονόματα τους ενόσω της τα έδειχνε ένα- ένα με καμάρι.
Το κορίτσι ήταν ενθουσιασμένο που κάποιος της μιλούσε για πρώτη φορά τόσο πολύ και της εξηγούσε διάφορα με τόση προθυμία. Κι εκείνη τα ''ρούφαγε'' όλα, και τα φύλαγε στο μυαλό και στη καρδιά της με λαχτάρα. Έπρεπε όμως να φύγει και με ''μισή καρδιά'' αποχαιρέτησε τη γυναίκα.
Η καλή κυρία της είπε τότε, να ξαναπάει όποτε θέλει, και το κορίτσι μας με την ελπίδα και τη χαρά στη καρδούλα του, το υποσχέθηκε και έφυγε τρέχοντας.
Στο σπίτι της, δεν της μίλησε κανείς, μια και όλοι ήταν πολύ κουρασμένοι.
Κάποια στιγμή, εκείνη ρώτησε:
- Γιατί δεν φυτεύουμε λουλούδια και να φτιάξουμε ένα κήπο;;
Κι αμέσως ο πατέρας της, της απάντησε:
- Τα λουλούδια δεν χρησιμεύουν πουθενά και δεν τρώγονται.
-Γιατί με το στάρι που φτιάχνουμε αλεύρι, δεν δοκιμάζουμε να κάνουμε και κάτι άλλο εκτός από ψωμί;;
Και πάλι η φωνή του πατέρα ακούστηκε:
-Είμαστε πολύ κουρασμένοι για να ασχολούμαστε με πράγματα χωρίς ουσία. Ψωμί έφτιαχναν οι πατεράδες μας, ψωμί φτιάχνουμε κι εμείς.
Τα αδέλφια της χαμογελούσαν με ύφος, σα να άκουσαν τη μεγαλύτερη χαζομάρα από το πιο χαζό άνθρωπο του κόσμου.
Την άλλη μέρα, έφυγε πάλι μετά τις δουλειές και πήγε στο σπίτι της γυναίκας. Μια απόφαση είχε πάρει μέσα της. Όταν έφτασε, της είπε:
-Θα έρχομαι να σε βοηθάω σε ότι θέλεις. Σε αντάλλαγμα θέλω να με μάθεις να φτιάχνω πίτες, να φτιάχνω τέτοια γλυκά, σαν κι αυτό που μου έδωσες να φάω σήμερα, και να περιποιούμαι λουλούδια, για να έχω ένα τέτοιο κήπο. Θα ήθελα να μου δείξεις, αν θες, ότι μπορείς, κι εγώ θα σου κάνω ότι δουλειές επιθυμείς.
Η γυναίκα κατάλαβε τη δίψα της κοπέλας για μάθηση. Και της αποκρίθηκε:
-Σε συμπαθώ πολύ. Οι άνθρωποι που έχουν μυαλό και θέληση αξίζουν πολλά. Θα σου μάθω ό,τι ξέρω, και θα σου μάθω ακόμα, να γράφεις και να διαβάζεις. Γιατί η εξυπνάδα, θέλει και μόρφωση για να αποδώσει σωστά. Και συμφώνησαν!
Κι όταν της είπε ότι θα πρέπει να το ''σκάει'' από το σπίτι, τότε η γυναίκα της υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί και θα βρει μια λύση.
Την άλλη μέρα, ένα αμαξάκι πλησίασε στο σπίτι του αγρότη. Και ο οδηγός του δεν ήταν άλλος από τη γυναίκα του δάσους. Το κορίτσι δε μίλησε, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάτι θα γινόταν.

-Καλημέρα κύριε! είπε η γυναίκα στο πατέρα. Θα ήθελα να αγοράσω ξύλα, και λίγο στάρι, και λίγο καλαμπόκι. Έμαθα ότι πουλάτε.
Ο πατέρας σαν είδε τη πελάτισσα, βιάστηκε να τη καλημερίσει. Και μέχρι να της φέρουν οι γιοι του τα πράγματα που ζήτησε, την έμπασε φιλόξενα στο σπίτι του.
Εκείνη του είπε τότε:
-Τι τυχερός που είσαι που έχεις παιδιά και σε βοηθούν. Εγώ η άμοιρη είμαι μόνη και δεν έχω καμία βοήθεια. Θα πλήρωνα, για να βρω ένα κορίτσι να με βοηθάει στις δουλειές, αλλά να ξέρω ότι είναι από οικογένεια, καλό και τίμιο.
Αμέσως ο πατέρας απάντησε:
-Αν θες κυρά, σου δίνω τη κόρη μου, και με τα χρήματα που θα δώσεις, θα βοηθηθεί πολύ η φτωχή η οικογένεια μου.
-Αν θέλει κι εκείνη, τότε δέχομαι.
-Γιατί να μη θέλει; Είναι υποχρέωση της να βοηθήσει την οικογένεια της!
Το κορίτσι με τα λιγοστά πράγματα του, έφυγε με το αμάξι και πήγε μαζί με τη γυναίκα.
Ο πατέρας είπε στη γυναίκα του, ότι τουλάχιστον θα προσφέρει και στην οικογένεια κάτι και το κορίτσι.
Να χρησιμεύσει και κάπου.
Πέρασε ένας χρόνος, και το κορίτσι ακούραστα,  μάθαινε γράμματα, έκανε δουλειές, μάθαινε γλυκά και  φαγητά, και έμαθε ακόμα να ράβει και να κεντάει. Απέκτησε γνώσεις   για τα λουλούδια, τα φυτά, και τα δέντρα με τους καρπούς τους, και ό,τι ήξερε η γυναίκα για τα ζώα και για τη ζωή γενικά, της το δίδασκε με πάθος. Στο πρόσωπο της κοπέλας έβλεπε τη κόρη που δεν είχε αποκτήσει, και το κυριότερο έβλεπε τη κόρη που ήταν η ίδια κάποτε.
Και ήταν μια άριστη μαθήτρια, που δοκίμαζε σιγά-σιγά να φτιάχνει  τα πάντα και με τρόπους καινούργιους.
Κάθε μήνα η οικογένεια του κοριτσιού έπαιρνε ένα ποσό, και δεν είχε καμία έγνοια για τη τύχη του.
Πέρασε και δεύτερος χρόνος, και το κορίτσι πρότεινε στη γυναίκα:
-Τόσα καλά και ωραία πράγματα φτιάχνουμε. Γιατί να μη πάμε στο χωριό και να τα πουλήσουμε στο κόσμο;
-Εγώ δεν έχω αντίρρηση, της απάντησε η γυναίκα με θαυμασμό.
Όλο αυτό το καιρό είχε γνωρίσει το ''κοφτερό'' μυαλό του κοριτσιού, και το είχε αγαπήσει πολύ.
Έτσι φόρτωσαν το αμαξάκι με όμορφα λουλούδια, με πίτες και γλυκά, με όμορφα κεντήματα και ξεκίνησαν.
Εκείνη την εποχή,  ο καθένας μπορούσε να πουλήσει ότι ήθελε. Έτσι έστησαν τη πραμάτεια τους στην αγορά, και άρχισαν να τη πουλάνε.
Ο κόσμος στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά το χαμόγελο της κοπέλας και η ευγένεια της, τους παρακινούσε να δοκιμάσουν τις πίτες, και να αγοράσουν λίγα λουλούδια για το σπίτι τους, και κάποιο από τα κεντήματα για το νοικοκυριό τους.
Η ημέρα τους είχε μεγάλη επιτυχία. Αγόρασαν και ότι υλικά χρειάζονταν, και τους έμειναν και αρκετά χρήματα  κέρδος.
Αυτό άρχισαν να το κάνουν μια φορά την εβδομάδα, έπειτα μέρα παρά μέρα, και γρήγορα έγιναν γνωστές για το εμπόρευμα τους από τη μια άκρη στην άλλη.
Κάποια μέρα η γυναίκα έπεσε άρρωστη βαριά. Το κορίτσι έμεινε στο προσκέφαλο της νύχτα μέρα, χωρίς παράπονο, φροντίζοντας την με αγάπη. Δεν μπόρεσε όμως να γίνει καλά, και πριν φύγει από αυτόν το κόσμο, είπε στο κορίτσι με κόπο...
-Μου χάρισες αγάπη.... αφοσίωση... και φροντίδα... όλο αυτό το καιρό.
Το σπίτι μου........... τα ζώα μου κι ότι άλλο έχω........ .είναι δικά σου. Σ' αγαπώ και ξέρω ........ότι αφήνω ένα πλάσμα με ικανότητα,....... εξυπνάδα, και δύναμη. Είμαι περήφανη....... γιατί βοήθησα να δείξεις την αξία σου.......... Και φεύγω ήσυχη ......και σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις........ Ότι έκανα ..........εγώ για σένα, κάνε το.......... κι εσύ για άλλους........... Αυτό είναι κληρονομιά πραγματική................ Το να βοηθάς να............. γίνονται σωστοί άνθρωποι.
Το κορίτσι δάκρυσε και αποκρίθηκε:
-Ποτέ δε θα μπορέσω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για όσα έκανες για μένα, και που με βοήθησες να καταλάβω τη ζωή και το πώς να γίνω ευτυχισμένη. Και σου  υπόσχομαι να γίνω ακόμα καλύτερη!
Έπειτα από καιρό, οι δουλειές της αυξήθηκαν και τα κέρδη της ήταν μεγαλύτερα.
Την ήξεραν πλέον όλοι, και πολλές οικογένειες κι ακόμα κι από γειτονικά χωριά και πόλεις, έρχονταν μόνο και μόνο για τα ωραία της πράγματα.
Κι εκείνη όπου έβλεπε κάποιο κορίτσι που ήταν καλό και παραμελημένο από τους δικούς του, το έπαιρνε και το δίδασκε, και το έκανε βοηθό της. Σιγά-σιγά απέκτησε πολλούς βοηθούς που τους δίδασκε και τους νοιαζόταν, όπως έκανε η καλή γυναίκα για εκείνη.
Μέσα στην ευτυχία που πλημμύριζε τη καρδιά της, οι σκέψεις της πήγαν στους δικούς της. Επιθύμησε να τους δει και να μάθει νέα τους.
Κι έτσι κάποια μέρα φόρτωσε το καροτσάκι της  με πίτες, τάρτες, λουλούδια και κεντήματα, μα και με ρούχα που είχε ράψει εκείνη και οι βοηθοί της, και πήγε στο πατρικό της.
Οι δικοί της τα έχασαν όταν την είδαν.
Κι αφού τους έδωσε όλα αυτά που έφτιαξε μόνη της, και τα δοκίμασαν, έμειναν άφωνοι από την επιτυχία που τους είπε ότι είχε.
Πρώτη φορά την άκουγαν και δεν της είπαν να σταματήσει.
Γιατί πρώτη φορά ένοιωθαν ότι είχαν μπροστά τους έναν άνθρωπο που τον σέβονταν όλοι.
Και ο πατέρας της τη ρώτησε:
-Και που βρήκες όλη αυτή την ικανότητα;
Και η κόρη του του είπε:
-Πατέρα μου, το διαμάντι πάντα υπήρχε κρυμμένο  μέσα στον άχρηστο βράχο. Αλλά κανείς,  δεν είχε ενδιαφερθεί να το ανακαλύψει. Μόνο αυτή η γυναίκα που απλά το έβγαλε στην επιφάνεια, απομακρύνοντας με τη καλοσύνη της, την υπομονή της, το σεβασμό και την αγάπη της, τα άχρηστα κομμάτια.
Και ο πατέρας για πρώτη φορά ένοιωσε ότι διδάχθηκε κάτι, από το μόνο άτομο που δεν έβαζε ο νους του, ότι θα μπορούσε να διδαχθεί. Από ένα κορίτσι!!

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Συνομιλώντας με τις εποχές!




 Το κρύο έμπαινε από παντού. Παρόλο που προσπαθούσα να κλείσω και τη πιο μικρούλα χαραμάδα, παρόλο που είχα ανάψει μια φωτιά που κινδύνευε να τα αγκαλιάσει όλα στις πύρινες φλόγες της, ωστόσο ο χώρος δεν έλεγε να ζεστάνει.

Κουράστηκα σκεφτόμουν. Αυτός ο χειμώνας είναι μακρύς. Αισθάνθηκα να με πνίγει.

-Με πνίγεις… φώναξα έντονα! …Σε βαρέθηκα πια!... Ποιος νομίζεις πώς είσαι;… συνέχισα να φωνάζω.

-Εσύ,..  ποιος νομίζεις πώς είσαι και τολμάς να λες βαρέθηκα;…

Άκουσα μια βαθιά φωνή να μου απαντάει με αυταρχικό τόνο.

-Είμαι ο Άνθρωπος... απάντησα.

-Κι εγώ είμαι ο Χειμώνας. Αν με βαρέθηκες , γιατί δεν έρχεσαι να μου τα πεις; Σίγουρα δεν σκιάζεσαι!

-Το λες, γιατί ξέρεις πως με ένα φύσημα του ανέμου σου,   θα με γκρεμίσεις στα βάραθρα, μόνο και μόνο επειδή αντέδρασα. Είναι εύκολο να κάθεσαι και να μην έχεις αντίλογο.

-Σου υπόσχομαι  πως θα σε αφήσω να σταθείς μπροστά σε μένα και τα αδέλφια μου και θα σε ακούσουμε.  

 Το αποφάσισα! Ήταν σπάνια ευκαιρία να μιλήσω με τις εποχές. Αλλά τον Χειμώνα τον φοβόμουν λίγο.   Πώς θα τα καταφέρω; Μα είμαι ο Άνθρωπος. Που όταν το αποφασίσει,   καταφέρνει ό, τι βάζει στο μυαλό του.


Πήρα λίγα πράγματα μαζί μου, και  μόλις χάραξε ξεκίνησα. Όσο προχωρούσε η μέρα,   ο αδύναμος ήλιος,     έκανε την  πορεία μου  πιο εύκολη. Πήρα τον  δρόμο που οδηγούσε ψηλά στην κορφή του Απάτητου. Ο Απάτητος ήταν ένα τεράστιο βουνό, που η κορυφή του δεν φαινόταν. Ήταν πάντα καλυμμένη από μπαμπακένια ομίχλη. Δεν υπολογίστηκε ποτέ, γιατί το βασίλειο στην κορφή, ήταν πέρα και πάνω από τα σύννεφα.

Ο δρόμος ήταν   δύσβατος. Το κρύο τσουχτερό, αλλά το άχτι μου, καυτό μέσα μου, μου τόνωνε το ηθικό,  και μεγάλωνε  τις αντοχές μου.

Μέρες πριν, η θέα πίσω μου έμοιαζε τόσο μικρή που μπορούσα να τη κλείσω  στη χούφτα μου. Τότε ήταν που πέρασα το κατώφλι της άσπρης ομίχλης, αυτής που μοιάζει σαν ξασμένο μπαμπάκι, σαν το λευκό χνάρι της αθωότητας. Και   κόπασε ο άνεμος, και μια κατάλευκη απεραντοσύνη με έζωσε από παντού. Μπροστά  μου ξεπρόβαλε, η ανοιχτή πύλη ενός τεράστιου λαμπερού  πύργου.

Και την διάβηκα, χωρίς κανείς   να με σταματήσει. Μια μεγάλη αίθουσα με ένα έντονο φως στο βάθος και κάπως ψηλά, φαινόταν να με προσμένει και να με καλεί.
Πήρα βαθιά ανάσα και καλύπτοντας τα μάτια με το χέρι μου, βάδισα προς την κατεύθυνσή του.

Όταν πλησίασα αρκετά, το φως που πήγαζε όπως κατάλαβα,  από την αίγλη τους, έγινε λίγο πιο αδύναμο, τόσο, όσο να μπορώ να διακρίνω τις επιβλητικές παρουσίες, τα παιδιά του αιώνιου Χρόνου, καθισμένα στους θρόνους τους.
 Τον λευκοντυμένο αυστηρό  γέρο,    τον Χειμώνα.
 Την γυναίκα με το λουλουδένιο στέμμα και το καλοσυνάτο χαμόγελο, την  Άνοιξη. 
Τον  άνδρα με τον μανδύα στο χρώμα του πρωινού του Οκτώβρη, που δεν ήταν άλλος από το Φθινόπωρο. 
Και έναν  ανέμελο νέο με γαλάζια φορεσιά και μαλλιά χρυσά σαν το φως του ήλιου. Το Καλοκαίρι.
 Μπροστά μου,  Εγώ, ο μοναδικός θνητός, είχα ολοζώντανες και μεγαλειώδεις τις τέσσερις εποχές. 


-Εσύ λοιπόν είσαι ο Άνθρωπος. Ναι, τώρα σε αναγνωρίζω. Είσαι αυτός με την αλαζονεία στη φωνή, και την απερισκεψία στην πράξη…. είπε ο χειμώνας.

-Είμαι αυτός που αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα που δημιουργεί η βασιλεία σου…. απάντησα με θράσος.

-Λοιπόν τι λες; Λες δηλαδή ότι θα ήσουν καλύτερα χωρίς εμένα;

-Σίγουρα δεν θα ήμουν χειρότερα. Εσύ κάθεσαι εδώ και στέλνεις τους Ανέμους να κάνουν όλη την δουλειά σου, δημιουργείς το κρύο, το χιόνι, τις καταιγίδες. Βροντάς και αστράφτεις όποτε κρίνεις, και δεν σκέφτεσαι εμάς τους  ανθρώπους. Που ψάχνουμε τρόπους να ζεσταθούμε, που μπορεί να μην έχουμε σπίτια, που μένουμε μέσα στις λάσπες και τα νερά της βροχής. Που γεννάμε τα παιδιά μας στα χωράφια ενώ μας μαστιγώνεις με τις καταστροφικές νεροποντές σου και το κρύο που παγώνει κάθε ζωή. Και οι αρρώστιες μας σκοτώνουν, και η πείνα μας θερίζει. Μας μετατρέπεις σε θηρία με τη σκληρή συμπεριφορά σου. Αδιάφορος για τα δεινά μας.

-Απερίσκεπτε Άνθρωπε, γιατί θεωρείς εμένα δημιουργό των δεινών σου; Γιατί με κατηγορείς για την συμπεριφορά μου το διάστημα της βασιλείας μου, όταν δεν σκέφτεσαι στο ελάχιστο ότι είσαι κομμάτι αυτής της φύσης που υπάρχει γύρω σου; Όταν εσύ έχεις εμένα κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν τα αδέλφια μου. Το Καλοκαίρι, την Άνοιξη και το Φθινόπωρο.

 Κοιτούσα απορημένος  όταν η Άνοιξη είπε ήρεμα. 

-Δεν γνωρίζεις ότι αυτό είναι ορισμένο έτσι, για να υπάρχει διάστημα ανασύνταξης και ξεκούρασης πριν αρχίσει ξανά το έργο της νέας δημιουργίας;  Γιατί νομίζεις ότι η βασιλεία όλων μας, σου προκαλεί δεινά, ενώ όλη αυτή η λειτουργία, σου είναι γνωστή από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος;


-Δεν το ξέρεις, είπε το Φθινόπωρο, ότι στη Φύση, πρέπει να υπάρχει ισορροπία;  Ό,τι εσύ είσαι αυτός, που θεώρησες Εαυτόν, Κυρίαρχο και Αφέντη του Σύμπαντος;
-Πώς κάνω ζημιά Εγώ; Και γιατί με κατηγορείτε για τόση έπαρση;

- Εσύ, είπε γλυκά η Άνοιξη,  επηρεάζεις τη δουλειά μας, όταν επιλέγεις την τεχνολογική ανάπτυξή σου σε παραπάνω βαθμό από ό, τι χρειάζεσαι.  Όταν στραγγίζεις ολόκληρη τη πλάση, για να έχεις αγαθά που θα καλύψουν την άναρχη και χωρίς λογική, διαβίωσή σου. Κάθε γέννα είναι ευλογημένη! Αλλά εσύ Άνθρωπε, γιατί κάνεις παιδιά, αφού μετά δεν μπορείς να καλύψεις τις ανάγκες τους;

- Κι αφού τα γεννάς, είπε το Καλοκαίρι,  γιατί τα μεγαλώνεις χωρίζοντας τα σε ομάδες που σκοτώνονται μεταξύ τους;

- Εσύ είσαι αυτός που δεν βάζεις φρένο στη δίψα σου για εφήμερο κέρδος, είπε το Φθινόπωρο.  Αλαζονεία δεν είναι να κατηγορείς τον Χειμώνα επειδή πήρες έναν πλούτο  και τον ξοδεύεις ασύστολα;

-Ή νομίζεις πως όταν κρατάω περισσότερο, δεν φταις Εσύ καθόλου; …ρώτησε ο Χειμώνας.

-Γιατί φταίω;...ψέλλισα.

-Στο είπα! Είσαι άπληστος και ανεύθυνος. Δεν σκέφτεσαι πως θα ζήσεις το αύριο.

- Εσύ είσαι αυτός που δεν νοιάζεται για το βασίλειο,  του οποίου είσαι απλά θεματοφύλακας! …είπε το Καλοκαίρι.

-Δεν έχεις σεβασμό στη Φύση, που τη μολύνεις και την καταδικάζεις σε θάνατο, μικρέ και πλεονέκτη Άνθρωπε, ακούστηκε ξανά θλιμμένη η φωνή της Άνοιξης.   Δεν έχεις σεβασμό στα ζώα και στα φυτά. Τα καταστρέφεις, και έχεις καταφέρει να εξαφανίζεις ολόκληρα είδη, πολλές φορές, μόνο για το κέφι σου.  Και μη νομίζεις πως μόνο από τον αδελφό μου το Χειμώνα,  έχεις παράπονα. Όταν βασιλεύω εγώ, έχεις παράπονα με τις αρρώστιες που Εσύ δημιούργησες, με την μανία σου για μεγάλα κτίρια και τεράστιες πόλεις, και τη μόλυνση, που προκάλεσες,  στο όνομα του πολιτισμού σου. Εσύ γέννησες τη καταστροφή του περιβάλλοντος, την πείνα, τον πόλεμο, τον θάνατο, το χρήμα.

-Κι  Εσύ καις τα πάντα, χωρίς να προστατεύεις ό, τι αγαθό σου δόθηκε απλόχερα, ώστε  να το προσφέρεις στα παιδιά σου.... συμπλήρωσε το Καλοκαίρι.

- Ακριβώς, είπε πάλι η Άνοιξη, στη βασιλεία του Καλοκαιριού, θα έπρεπε να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις τον ήλιο, τον Ζωοδότη. Αλλά πάλι   βρίσκεις τρόπους για να καταστρέφεις την Πλάση, χωρίς να σέβεσαι ούτε ένα κλωνάρι δέντρου. Γιατί νομίζεις ότι το Σύμπαν, και εμείς οι Εποχές θα σε φροντίζουμε αιώνια; Γιατί νομίζεις ότι θα ταΐζουμε για πάντα το αδηφάγο τέρας κέρδους που έχεις μέσα σου;

-Κάτσε και σκέψου, συνέχισε ο Χειμώνας, εγώ σε λίγο θα πάω αλλού, για να δώσω την ευκαιρία και σε κάποιους άλλους όμοιούς σου να πέσουν σε νάρκη και ηρεμία και να ανασυνταχθούν. Θα έρθει η αδελφή μου η Άνοιξη, για να γεμίσει με λουλούδια τη Πλάση, και να σου δώσει νέα ώθηση ζωής.  Σκέψου, πως είναι καιρός, να σταματήσεις αλαζονικά να απαιτείς μόνο. Πρέπει και να προσφέρεις! Γιατί η Κλεψύδρα του Χρόνου δεν έχει γυρισμό. Και ό,τι πετάς χωρίς σεβασμό τώρα, και ό,τι πράττεις χωρίς σύνεση ενάντια στη Φύση και στους ομοίους σου, γίνεται ο δήμιος σου και η αιτία του αφανισμού των παιδιών σου.


Το ύφος τους έδειχνε πως η συνομιλία είχε τελειώσει, κι εγώ …. Εγώ δεν είχα μιλήσει και πολύ, γιατί όλα τα επιχειρήματά μου, είχαν διαλυθεί με τις πρώτες τους λέξεις. Με σκυφτό το κεφάλι, και γεμάτος απέχθεια για το είδος μου, βγήκα από το κάστρο. Και όσο κατέβαινα το βουνό, τόσο ένοιωθα να αλλάζω μέσα μου. Αρχικά ένοιωσα σαν κακομαθημένο παιδί που αρνήθηκαν να του κάνουν το χατίρι. Μα σε λίγο αισθάνθηκα απελπισμένος για την Ανθρώπινη πορεία.

-Όχι Άνθρωπε, δεν τα έχασες όλα ακόμα…. είπε μια γλυκιά φωνή.

 Γυρίζω το κεφάλι προς τα πάνω και βλέπω την Άνοιξη να μου χαμογελά.

- Ήρθα ξανά, για να σας δώσω πάλι μια ευκαιρία. Πρέπει να αγαπήσετε και να νοιώσετε πρώτα σεβασμό για τους εαυτούς σας και για τη Ζωή. Όταν τα νοιώσετε αυτά, τότε θα νοιώσετε την Αγάπη και τον σεβασμό για την Φύση και για όλα τα πλάσματα. Μα μην καθυστερείτε… Η άμμος στην κλεψύδρα δεν έχει τελειώσει ακόμη. Σκέψου Άνθρωπε, σκέψου,…  Αγάπησε, και πράξε συνετά! Για να έχεις μέλλον!  

Έβαλα φτερά στα πόδια, και έτρεξα στα καταπράσινα λιβάδια που φάνηκαν μπροστά στα μάτια μου. Ρουφώντας άπληστα τις ευωδιές, ξεκίνησα αποφασισμένος να χτίσω ένα καινούργιο ονειρεμένο κόσμο για το Αύριο.
 

Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

Ο Αβγουλίνος!







Σε ένα μεγάλο κοτέτσι που οι αχυρένιες φωλίτσες ήταν αραδιασμένες στη σειρά, μεγάλες παχουλές κότες, είχαν πάρει τη θέση τους όπως κάθε μέρα για να γεννήσουν τα αβγά τους.
Εν τω μεταξύ κουβέντιαζαν μεταξύ τους τα τελευταία νέα, έτσι για να περάσει η ώρα μέχρι να εκτελέσουν το έργο τους για σήμερα.

-Αχ! … έλεγε η μία… το άκουσες; Πρέπει να κάνουμε πολλά αβγά.

- Φυσικά …. Λέει η άλλη με ύφος πολύξερο. Όταν είναι Πάσχα, οι άνθρωποι χρειάζονται πολλά αβγά κι εμείς, που μας ποτίζουν και μας ταΐζουν,  πρέπει να τους ικανοποιήσουμε.

-Ξέρεις τέτοιες μέρες, εμείς την γλιτώνουμε, αλλά,  λυπάμαι τα δόλια τα αρνιά. Βόσκουν αμέριμνα και ξαφνικά … εξαφανίζονται κάμποσα από δαύτα. Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Μιλάμε για αφανισμό.

Ξάφνου οι κουβέντες σταμάτησαν. Είχε έρθει η ώρα! Και πριν περάσει ένα λεπτό,  οι φωλιές άρχισαν να γεμίζουν αβγά. Ήταν μια τελετουργία που την έντυνε η σιωπή για όσο κρατούσε.


Μετά άκουγες αναστεναγμούς, και μία-μία σηκωνόταν να πάει να ξεμουδιάσει, να φάει και να πιει δροσερό νερό. 
 Κι ενώ οι κότες έφευγαν, ένας συρφετός από ψιθύρους και απορίες ακουγόταν από τα νεοφερμένα στο φως αβγά. Άρχιζαν να αναρωτιούνται για το άγνωστο μέρος  που βρέθηκαν ξαφνικά, να απορούν και να ζητούν πληροφορίες το ένα από το άλλο.

Ένα όμως από αυτά, που θα το ονομάσουμε Αβγουλίνο, φώναζε πιο δυνατά από όλα με τρεμουλιαστή φωνούλα.
 Πριν προλάβουν να λυθούν οι απορίες τους, παρουσιάστηκε ένα μεγαλόσωμο πλάσμα, ψηλό, που αντί για φτερούγες είχε κάτι μακριά άκρα που κατέληγαν σε μικρά χωρισμένα πλοκάμια, χωρίς   όμως την ευλυγισία των κανονικών πλοκαμιών,  τα λεγόμενα δάχτυλα. 
 Τα άκρα αυτά, άρχισαν να παίρνουν τα αβγά από τις φωλιές και να τα βάζουν σε μεγάλα ψάθινα καλάθια. Τα καλάθια γέμιζαν γρήγορα.
 Ανάμεσα στα αβγά ήταν και ο Αβγουλίνος,  που όποτε απλωνόταν το χέρι στη φωλιά του, κυλούσε και κρυβόταν πίσω από τα άλλα. Έτσι πάρθηκε τελευταίος. Μέσα στο καλάθι δεν είχε πολλά περιθώρια να κυλήσει, οπότε περίμενε φοβισμένος να δει την συνέχεια. Το καλάθι πήρε τη θέση του σε ένα μεγάλο τραπέζι, δίπλα σε πάρα πολλά άλλα καλάθια. Το πλάσμα εξαφανίστηκε. Και επικράτησε ηρεμία. 


Ο Αβγουλίνος μπόρεσε πλέον να ξεθαρρέψει και να κοιτάξει και λίγο τον εαυτό του. Πρόσεξε τα άλλα αδέλφια του, και μετά κοιτάχτηκε ο ίδιος. Του φάνηκε πως οι καμπύλες οι δικές του ήταν πιο τέλειες από των άλλων και λίγο κορδώθηκε.

-Α … ωραία αναπαυτικά είναι εδώ… είπε με καθάρια δυνατή φωνή.

-Εσύ δεν ήσουν που πριν από λίγο με έσπρωχνες; .. του είπε ένα άλλο αβγό δίπλα του.  Γιατί; Μήπως προσπαθούσες να κρυφτείς;

-Λάθος κάνεις απάντησε ο Αβγουλίνος…. Απλά προσπαθούσα να βολευτώ.

Σε λίγο το πλάσμα ξαναγύρισε, κρατώντας κάτι τεράστιες καρτέλες χάρτινες με θέσεις, και η συζήτηση κόπηκε απότομα. Τα αβγά έβγαιναν το ένα μετά το άλλο από το καλάθι και έμπαιναν το καθένα και σε μια θέση. Οι χάρτινες καρτέλες γέμιζαν γρήγορα και ο Αβγουλίνος τα έβλεπε όλα αυτά από τις τρύπες του καλαθιού, περιμένοντας τη σειρά του δικού του καλαθιού, ενώ είχε αρχίσει πάλι να τρέμει.

Όλα τα καλάθια άδειασαν εκτός από τέσσερα. Οι χάρτινες θήκες με τα αδέλφια τους έφυγαν από την αποθήκη και ούτε ήξεραν πού τα πήγαν.

Τότε είδε ένα μεγάλο καζάνι να το γεμίζουν νερό και να το βάζουν πάνω σε μια μεγάλη φωτιά. Κι ύστερα να το τοποθετούν κοντά στα καλάθια τους. Το πλάσμα αυτή τη φορά έπαιρνε τα αβγά και τα έβαζε σε μια μεγάλη σπάτουλα και τα τοποθετούσε στο καζάνι. Έπειτα από κάμποσο τα αβγά έβγαιναν αλλά ο Αβγουλίνος δεν πρόσεξε κάποια διαφορά σε αυτά. 

-Να δεις,... σκέφτηκε ο Αβγουλίνος, που αυτό θα είναι κάτι σαν πισίνα, και θα πρέπει να κάνουμε μπάνιο. Όταν ήρθε και η δική του σειρά, αισθάνθηκε μια έντονη ζέστη. Και σταδιακά ένοιωσε το κορμί του να σκληραίνει και να γίνεται πιο δυνατό. Μετά το πλάσμα έβαλε ξανά τα αβγά στα καλάθια. Τώρα είχε παρουσιαστεί ένα καινούργιο καζάνι,  που όμως δεν ήταν πάνω σε φωτιά.  Ο Αβγουλίνος φοβισμένος περίμενε τη σειρά του. Η σπάτουλα μπήκε για πρώτη φορά στο καινούργιο καζάνι και   έβγαλε έξω τα αδέλφια του τα οποία όμως   δεν είχαν το καφέ ή άσπρο χρώμα που είχαν πριν. Ήταν κόκκινα. Τα κόκκινα αβγά έμπαιναν   και αυτά σε θήκες. Έτσι έφυγαν τα τρία καλάθια.

Όταν έφτασε η ώρα του δικού του καλαθιού, ο Αβγουλίνος που δεν είχε αποφασίσει από την τρομάρα του αν ήθελε να γίνει κόκκινος, έσπρωχνε πάλι και κυλούσε κάτω από τα αδέλφια του, ελπίζοντας πως κάποιος θα τον ξεχάσει.
Μάταιες ελπίδες όμως. Η σειρά του έφτασε, και το δεύτερο μπάνιο του, του χάρισε ένα όμορφο κόκκινο χρώμα. Όταν κοιτάχτηκε, άρχισε να του αρέσει η καινούργια του θωριά. Ρίχνοντας ένα βλέμμα τριγύρω, είδε πως όλες οι θήκες είχαν φύγει κι αυτές και μόνο η δική του γεμάτη θήκη είχε μείνει στο τεράστιο τραπέζι.

Ύστερα το πλάσμα πήρε τη θήκη και την έβαλε σε ένα χώρο που έκανε λίγο κρύο, και ήταν σκοτεινά. Τότε μπόρεσε να κουλουριαστεί και να προσπαθήσει να κοιμηθεί. Κατά διαστήματα άναβε ένα φως αλλά γρήγορα το σκοτάδι ερχόταν ξανά.

 Ώρες μετά βρέθηκε τοποθετημένος σε ένα ωραίο καλάθι στο κέντρο ενός τραπεζιού, ακριβώς δίπλα σε ένα αρνίσιο κεφάλι που τον κοιτούσε άψυχα. Τώρα υπήρχαν φώτα και ακούγονταν  τραγούδια και γέλια από παντού.
Ξαφνικά ένα χέρι τον άρπαξε και άρχισε να χτυπάει με τον Αβγουλίνο ένα από τα αδέλφια του. Ο αδελφός του στραπατσαρίστηκε. Εκείνος ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. Μα να τώρα που άλλος αδελφός του τον χτυπούσε. Η κόκκινη φορεσιά στραπατσαρίστηκε κι εκείνου. μα ο Αβγουλίνος αλώβητος.

Βλέποντας τα αδέλφια του να είναι όλα στραπατσαρισμένα, άρχισε να γελάει και να κομπάζει, πως στον ίδιο φαινόταν εξαρχής η βασιλική καταγωγή του, πως ήταν ο πιο όμορφος και πως τίποτα δεν χαλούσε την τελειότητα του. Και μάλιστα όταν το πλάσμα που τον κρατούσε ακόμα τον σήκωσε ψηλά ονομάζοντας τον νικητή, κορδώθηκε ακόμα πιο πολύ, προκαλώντας την αντιπάθεια των αδελφών του για το άτομο του.
Μα δεν πρόλαβε να απολαύσει την νίκη του.

Το χτύπημα αυτή την φορά ήταν με κάτι πιο σκληρό. Το πλάσμα τον είχε χτυπήσει πάνω στο τραπέζι, και τώρα του αφαιρούσε το κόκκινο δέρμα του που είχε στραπατσαριστεί άσχημα παντού. Το τελευταίο που ένοιωσε ήταν τα δόντια που τον δάγκωσαν και μια γλώσσα που τον έσπρωχνε προς τον δρόμο για το τελευταίο του ταξίδι.
Τελικά τα αδέλφια του μετά την πρόσκαιρη ικανοποίηση που ένοιωσαν, σαν  έπαψε να ακούγεται ο φαφλατάς Αβγουλίνος, αποφάσισαν να χαρούν τις στιγμές τους που ήταν το ένα μαζί με το άλλο, ξεχνώντας τον νικητή της μάχης, που δεν μοιράστηκε τίποτα μαζί τους, και που δεν προσπάθησε καν να γίνει φίλος τους,  γιατί αναλώθηκε να καμαρώνει τον εαυτό του, για μια εφήμερη νίκη.


Παραμύθι γραμμένο από Μαίρη Μοσχονά στις 6/4/2018


Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Ο ονειροπόλος λαγός!






Κάποτε, όταν οι νεράιδες, διαφέντευαν το κόσμο όλο, υπήρχαν κανόνες στο νεραιδοβασίλειο, με τις δουλειές που έπρεπε να κάνει ο καθένας, για κάθε εποχή. Όλες οι δουλειές της Φύσης και της ζωής ανθρώπων και ζώων, γίνονταν χάρη σε αυτούς τους κανόνες και στα πλάσματα που είχαν οριστεί, να φροντίζουν για το κάθε τι στη γη. Υπήρχαν και πλάσματα που δούλευαν όλο το χρόνο, για να πηγαίνουν όλα σύμφωνα με το καθορισμένο πρόγραμμα,  τις εορταστικές ημέρες, κάθε εποχής.

Κάποια από αυτά τα πλάσματα ήταν και ο κύριος Αυτάρας. Ένας παχουλός λαγός, που ζούσε στη καρδιά του δάσους, μαζί με τη γυναίκα του, τη κυρία Πηδηχτή, και ένα ζωηρό και όμορφο στρουμπουλό λαγουδάκι, που δεν ήταν άλλο, από το γιο τους το Χνούδη.

Ο κύριος Αυτάρας είχε καθήκοντα πολύ σπουδαία, που τα είχε κληρονομήσει από το πατέρα του, κι αυτός από τον δικό του. Γιατί η επιχείρηση του κυρίου Αυτάρα, πήγαινε από πατέρα σε γιο, χρόνια και χρόνια. Η επιχείρηση του, ήταν ένα εργαστήριο που έφτιαχνε όλα τα αβγά, που  μετά την Ανάσταση του Χριστούλη,  μοιράζονταν σε όλα τα σπίτια, και έδιναν χαρά σε όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Όλο το χρόνο φρόντιζε τα πάντα. Από τα φυτά που έδιναν τους πολύτιμους καρπούς τους για να γίνουν τα υπέροχα σοκολατένια αβγά, μέχρι τα απλά αβγά που ζωγραφίζονταν με χρώματα φυτικά, με τη βοήθεια μαγικών συστατικών που μόνο εκείνος είχε δικαίωμα να έχει. Χωρίς τα αβγά, Πάσχα δεν μπορούσε να εορταστεί πουθενά. Γι'αυτό.. και ήταν πολύ σημαντική η δουλειά του.
Τώρα που μεγάλωσε ο γιος του, σιγά – σιγά έπρεπε να μάθει τη δουλειά, που κάποτε θα γινόταν δική του. Κι έπρεπε να παραδειγματίζεται από τον υπεύθυνο και δουλευταρά πατέρα του και από τη μητέρα του, που εκτός από τη βοήθεια που πρόσφερε στην επιχείρηση, είχε και άψογα νοικοκυρεμένο το σπίτι τους, φαγητό καλομαγειρεμένο στο τραπέζι τους, και καθαρά ρούχα για όλη την οικογένεια.

Όμως ο Χνούδης, ήταν ένα ζωηρό και λίγο ονειροπόλο λαγουδάκι, που συχνά ξεχνιόταν με ό,τι απίθανο έβλεπε, και που κάθε πρωί η καημένη η κυρία Πηδηχτή, τράβαγε τα πάνδεινα για να τον σηκώσει από το κρεβάτι του. Ήταν.. και λίγο τεμπελάκος!

Ήταν όμως καλό πλάσμα, με πολύ καλή καρδιά. Δεν έφταιγε  ο καημένος, απλά... το μυαλουδάκι του πετούσε.. σε κάθε φανταστική ιστορία που άκουγε ή διάβαζε.
Μάταια ο δόλιος ο πατέρας του τον δίδασκε και τον συμβούλευε... Κάθε που του έλεγε να κάνει κάποια δουλειά, εκείνος έλεγε ένα ζωηρό ...''ναι μπαμπά'', και ώρες μετά, ο πατέρας του ανακάλυπτε ότι ο Χνούδης δεν είχε κάνει τίποτα από ότι του είχε πει. Ή τον έβρισκε να κοιμάται, ή είχε ξεχαστεί κάνοντας κάτι άλλο. Οπότε ακολουθούσε η κατσάδα και η τιμωρία. Όση ώρα κατσάδιαζε το Χνούδη ο κύριος Αυτάρας, εκείνος είχε καμπουριασμένους τους ώμους του, κατεβασμένο το κεφάλι του, τα αυτάκια του ήταν πεσμένα, τα χεράκια του πίσω από τη πλάτη, και τα δάχτυλα του ποδιού του, σχημάτιζαν μηχανικά κύκλους στο χώμα.
Υπέμενε καρτερικά τη τιμωρία και τη κατσάδα, και πάντα υποσχόταν ότι δεν θα το ξαναέκανε.
Μέχρι την επόμενη φορά.....

Για να φτιαχτούν τα υπέροχα χρώματα, που θα έβαφαν και θα στόλιζαν τα αβγά, υπήρχε ειδική στιγμή, και συγκεκριμένη ημέρα.  Τα μαγικά συστατικά που ήδη αναφέραμε, δεν ήταν άλλα από μαγικές σκόνες, που μόνο η ίδια η νεραιδοβασίλισσα μπορούσε να φτιάξει.
 Οι σκόνες έπρεπε να πέσουν στις ρίζες   φυτών γεμάτων με υπέροχα άνθη, όταν το φως της Σελήνης έπεφτε πάνω στα λουλούδια και τα έκανε να μοιάζουν φτιαγμένα από ασήμι, με τη λάμψη του. Και τότε, όταν έκανε την εμφάνιση της η πρώτη αχτίδα του ήλιου, με τη πρωινή δροσιά, τα μπουμπούκια άνοιγαν, και άρχιζαν να τρέχουν από τα πολύχρωμα πέταλα,  όλα τα χρώματα της ίριδας. Τα μάζευαν σε ειδικές κανάτες, τα πήγαιναν στο εργαστήριο και με αυτά έφτιαχναν τα ωραιότερα αβγά του κόσμου.

Φέτος είχε δυσκολίες η οικογένεια. Η μητέρα της κυρίας Πηδηχτής είχε αρρωστήσει, κι εκείνη είχε αναγκαστεί να πάει κοντά της. Οπότε όλη η δουλειά είχε πέσει στον κύριο Αυτάρα που  ο δόλιος    προσπαθούσε να κάνει ότι μπορούσε και με το σπίτι.

Έλεγε λοιπόν στο γιο του:

-''Αγόρι μου, πρέπει για μια φορά στη ζωή σου, να δείξεις ότι μπορούμε να στηριζόμαστε πάνω σου, τώρα που σε έχουμε ανάγκη. Πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ, μέχρι να γυρίσει η μαμά σου από τη γιαγιά, στην άκρη του δάσους. Εντάξει;;''

-''Ναι μπαμπά'', ....απαντούσε ο Χνούδης. ''Θα δεις, θα κάνω ότι μου πεις και θα σε βοηθήσω''.

-''Ωραία λοιπόν, κάτσε εδώ εσύ να προσέχεις τα φυτά, να μη τα πλησιάσει κανένα από αυτά τα νυχτερινά έντομα που λαχταράνε να τα φάνε για να γεμίσουν τη κοιλιά τους, κι εγώ θα πάω να τελειώσω τα  σοκολατένια αβγά. Γιατί αύριο όπως ξέρεις, θα έρθει η νεραιδοβασίλισσα για να ρίξουμε τη μαγική σκόνη, και να ελέγξει αν όλα θα είναι έτοιμα στην ώρα τους για το φετινό Πάσχα. Είσαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις;;....ξαναρώτησε το γιο του.

-''Μείνε ήσυχος μπαμπά, σου υπόσχομαι να είμαι καλός φύλακας.

-''Ωραία,...του απάντησε ο κύριος Αυτάρας, και απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα, φωνάζοντας του ακόμα μία φορά...''μη ξεχάσεις Χνούδη, αν δεις κανένα καταστροφέα, να τον ψεκάσεις και να τον σκοτώσεις. Τίποτα να μη πλησιάσει γιε μου μέχρι το πρωί, που τα έντομα φοβούνται το φώς... στηρίζομαι επάνω σου''.
Ο Χνούδης κρατώντας το σπρέι στα χέρια, άρχισε να βηματίζει πάνω- κάτω, και από τη μια άκρη στην άλλη, μη τραβώντας τα μάτια του από τα λουλούδια.
Σε λίγο όμως, κουράστηκε,.. και διάλεξε μία θέση, απ' όπου μπορούσε να παρακολουθεί καθιστός.

Γιατί να είμαι όρθιος;;;...σκέφτηκε.

Πέρασε αρκετή ώρα,  παρακολουθώντας τα πάντα γύρω του, και ακούγοντας την ησυχία του δάσους. Τότε,  έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό.
Ω!!!.... πόσο λάθος κίνηση ήταν αυτή.....

Μόλις τα ματάκια του αντίκρυσαν τα αστέρια, άρχισε να σκέφτεται, τί ωραία που θα ήταν να άπλωνε τα χέρια και να τα έπιανε. Μετά φαντάστηκε, ότι είχε δικό του σκάφος, και ταξίδευε από αστέρι σε αστέρι, κι ανακάλυπτε διάφορα.... Άλλο είχε λιχουδιές, άλλο πολύτιμα πετράδια, άλλο ήταν γεμάτο καρότα.... και με το ένα και το άλλο...χάθηκε σ' αυτό το αστρικό του ταξίδι.
Κι όσο εκείνος ταξίδευε...δυστυχώς τα εχθρικά έντομα πλησίαζαν όλο και περισσότερο τα φυτά.
Αλλά ο Χνούδης βρισκόταν στα άστρα... κι από εκεί δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα...

Τα έντομα έπεσαν πάνω στα μπουμπούκια και τους τρυφερούς βλαστούς, και αν τα λουλούδια είχαν κόκαλα, θα λέγαμε ότι δεν άφησαν κοκαλάκι..
Πέρασε αρκετή ώρα, και το ταξίδι του  Χνούδη, το διέκοψε ξαφνικά  μια φωνή, που δεν ήταν άλλη από τη τρομαγμένη φωνή του κυρίου Αυτάρα,.. και ο Χνούδης μας,... προσγειώθηκε απότομα στη γη.

-Τι έκανες γιε μου;;... Δε σου είπα να προσέχεις....ξουτ παλιοέντομα...ξουτ τα κατέστρεψες όλα γιε μου, γιατί δεν έκανες ότι σου είπα;;;

Έντρομος ο Χνούδης κοίταζε τριγύρω του και η εικόνα που αντίκρυσε του έφερε ακόμα περισσότερο πανικό. Όλα τα φυτά ήταν χωρίς λουλούδια, με βλαστούς καταφαγωμένους και στα περισσότερα, ίσα που ξεχώριζε ένα κοτσανάκι από το έδαφος....
Τι καταστροφή ήταν αυτή!!!...

-''Μα....ψέλισσε ....αλλά δε συνέχισε, γιατί η έκφραση δυστυχίας στο πρόσωπο του πατέρα του, τον έκανε να νοιώσει,  λες και τον έρριξαν στη παγωμένη λίμνη...Εξάλλου και να συνέχιζε, τι θα μπορούσε να πει;;

Ο πατέρας, γύρισε με σκυμένο το κεφάλι και με κουρασμένα βήματα στο σπίτι...
Δεν ήξερε τι να κάνει.... Είχαν καταστραφεί όλα....

-''Μπαμπά,....τι να κάνω;;.......

-''Μα τι άλλο να κάνεις, πέρα από αυτό που έκανες;;; Μια φορά σου ζήτησα βοήθεια πραγματική, αλλά εσύ δεν σκέφτηκες ούτε εμένα, ούτε τη μητέρα σου....και τώρα κανένα πλάσμα σε αυτή τη γη δε θα χαρεί την Ανάσταση, επειδή εσύ είσαι ανεύθυνος και δεν κρατάς τις υποσχέσεις που δίνεις....Τι θα πω στη νεραιδοβασίλισσα αύριο;;;....Και για πρώτη φορά στη ζωή του ο Χνούδης, είδε δάκρια να κυλούν από τα μάτια του πατέρα του...

Ντροπή τον κυρίευσε, και κουλουριάστηκε σε μια γωνιά, μη μπορώντας να πει τίποτα...

Την άλλη μέρα που η βασίλισσα ήρθε και είδε όλη τη καταστροφή, έγινε έξαλλη. Μίλησε με μεγάλη αυστηρότητα στο κύριο Αυτάρα, και του είπε ότι πρόδωσε την εμπιστοσύνη της, και ρεζίλεψε το όνομα της οικογένειας του. Κι έπειτα τον τιμώρησε αφαιρώντας του τη δουλειά, που ανήκε εδώ και πολλά χρόνια στην οικογένεια του, επειδή είναι ανάξιος. Μια και εξαιτίας του όλα τα πλάσματα θα στερηθούν τη χαρά του Πάσχα.

Μόλις η βασίλισσα βγήκε από το σπίτι, ο κύριος Αυτάρας κλείστηκε βουβός στο δωμάτιο του. Ούτε μίλησε, ούτε έφαγε, ούτε ήπιε τίποτα.

Ο Χνούδης τότε σηκώθηκε από τη γωνιά του, και αποφασισμένος βγήκε από το σπίτι. Έκοψε δρόμο από ένα μονοπάτι που ήξερε, και πρόφτασε την νεραιδάμαξα στη στροφή του δρόμου.
Μπήκε μπροστά στην άμαξα, αποφασιστικά, αναγκάζοντας τον αμαξά να σταματήσει, και τη βασίλισσα να τον κοιτάζει θυμωμένη αλλά και με απορία....

-''Μεγαλειοτάτη, ...ψέλλισε ο Χνούδης,....

-''Τι θες αγόρι;;.... μίλα γρήγορα γιατί βιάζομαι..

-''Είμαι ο Χνούδης, ο γιος του κυρίου Αυτάρα...
Εγώ φταίω για όλα... η μαμά μου λείπει..γιατί είναι άρρωστη η γιαγιά μου..κι εγώ δεν έκανα αυτό που μου είπε ο πατέρας μου, παρότι του το υποσχέθηκα...Εκείνος προσπαθούσε να προλάβει τα πάντα...αλλά εγώ είμαι κακό παιδί....Δεν κράτησα την υπόσχεση μου...και ο μπαμπάς μου είναι δυστυχισμένος εξαιτίας μου...
Αλλά δεν θα το ξανακάνω....θα γίνω υπεύθυνος, γιατί τώρα κατάλαβα ότι πρέπει να είμαι υπάκουος, και να κρατάω τις υποσχέσεις μου, για να μη δίνω λύπη στους γονείς μου που τους αγαπάω πολύ, και να μη προκαλώ στενοχώρια  σε κανένα με την επιπολαιότητα μου....''

Η βασίλισσα κοίταξε προσεκτικά το αγόρι, και του είπε αυστηρά:

-''Πρέπει να το αποδείξεις...''

-''Υπόσχομαι να κάνω ότι μου πείτε''...είπε ο δόλιος ο Χνούδης με λαχτάρα...και προσμονή...

-''Θα σου δώσω ένα μαγικό υγρό, και καινούργια φυτά. Θα πρέπει να σκάψεις να βγάλεις τα χαλασμένα φυτά από τη ρίζα, και στο λάκο τον ίδιο θα φυτέψεις τα καινούργια φυτά, ρίχνοντας και λίγο από το υγρό, πριν τα σκεπάσεις με το χώμα. Θα κάνουν να μεγαλώσουν μια εβδομάδα, αλλά μαζί τους θα μεγαλώνουν και παράσιτα. Θα πρέπει να τα κρατάς καθαρά, ξερριζώνοντας τα παράσιτα, ποτίζοντας, και ρίχνοντας τακτικά λίπασμα. Ακόμα θα πρέπει να προσέχεις τα έντομα.
Αν το κάνεις αυτό, θα καταλάβω ότι έχεις γίνει υπεύθυνος και ότι δεν είσαι πια ένας άχρηστος και ανυπάκουος τεμπέλης, και θα   συγχωρήσω και σένα και το πατέρα σου, ο οποίος θα πάρει τη δουλειά του πίσω''.

-''Μα σε μία εβδομάδα θα έχει φτάσει το Πάσχα, και πάλι τα παιδιά δεν θα έχουν τα αβγά στην ώρα τους''.

-''Μη σε ανησυχεί αυτό,  θα σταματήσω το χρόνο γι' αυτή την εβδομάδα. Θα έρθω να σε ελέγξω όταν περάσουν και οι επτά ημέρες. Και έπειτα, μέσα σε τρεις ημέρες ακόμα, τα αβγά θα πρέπει να ετοιμαστούν από εσένα μόνο. Με καμία βοήθεια''.

Αυτά είπε η βασίλισσα, κι αφού του έδωσε το υγρό και τα φυτά, έφυγε..
Ο Χνούδης αποφασιστικά φορτώθηκε τα πράγματα και πήγε στο χωράφι.
Πήρε τα εργαλεία, και άρχισε να σκάβει, τραβώντας με τα χεράκια του, τα χαλασμένα κοτσάνια μέχρι που τα αγκάθια τον μάτωσαν. Κι αφού έκανε αυτή τη δουλειά για ώρες, ικανοποιημένος είδε ότι είχε ξεφορτωθεί όλα τα παλιά υπόλοιπα. Άρχισε να φυτεύει τα καινούργια ρίχνοντας και από λίγο υγρό και έπειτα τα σκέπασε με το χώμα. Τα πότισε, έβαλε λίπασμα και τα περιφρούρησε χωρίς να κοιμηθεί. Μόλις ξημέρωσε ξάπλωσε κοντά στα φυτά και κοιμήθηκε λίγο. Συχνά πεταγόταν καθιστός και κοιτούσε γύρω του. Μόλις σιγουρευόταν ότι όλα ήταν εντάξει, ξανακοιμόταν. Όταν ξεκουράστηκε, μασούλησε ένα καρότο, και άρχισε πάλι να ποτίζει, να ξεχορταριάζει, και όταν βράδιασε, έμεινε πάλι άγρυπνος φρουρός.
Την έβδομη μέρα που ήρθε η βασίλισσα, είδε ικανοποιημένη ότι όλα είχαν γίνει στην εντέλεια.

Το βράδυ έρριξαν τη μαγική σκόνη, και ο Χνούδης ζήτησε από το πατέρα του να έρθει και να παρακολουθήσει. Ο κύριος Αυτάρας έκθαμβος είδε τη δουλειά του γιου του, και το χαμόγελο ικανοποίησης της βασίλισσας, που του είπε:

-''Έχεις πραγματικά ένα καινούργιο ικανό και υπέυθυνο γιο, που σε αγαπάει πάρα πολύ. Και πρέπει να ομολογήσω ότι ήθελε θάρρος για να μου πει την αλήθεια''.

Στο πρώτο φως, τα μπουμπούκια άνοιξαν, και τα χρώματα έτρεχαν στις κανάτες.
Γέμισε χρώμα η πλάση, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πορτοκαλί, ροζ, μοβ..Όλες οι αποχρώσεις σχημάτιζαν μια πανδαισία. Όταν μαζεύτηκε όλο το χρώμα, τα πέταλα έπεσαν και έμειναν στα κοτσάνια μόνο μικρούλικοι σπόροι. Τους μάζεψαν γιατί από αυτούς θα έβγαιναν τα φυτά της επόμενης χρονιάς.
Ο κύριος Αυτάρας και ο Χνούδης μετέφεραν τις κανάτες στο εργαστήριο. Κι εκεί ο Χνούδης βούταγε τα πινέλα και άφησε τη φαντασία του να εκφραστεί με αυτά. Ζωγράφισε τα ωραιότερα σχέδια που είχαν γίνει ποτέ. Λουλούδια, σύννεφα, πεταλούδες, πασχαλίτσες, πουά,κορδέλες, και τα σοκολατένια με υπέροχα σχέδια ζωγραφισμένων χαρτιών. Και τι δε ζωγράφισε. Σε τρεις μέρες όπως υποσχέθηκε, τα είχε τελειώσει όλα.

Το Πάσχα είχε φτάσει, και οι νεραιδομεταφορείς ήρθαν να φορτώσουν για να κάνουν τις παραδόσεις σε όλη τη γη.
Ο κύριος Αυτάρας χαρούμενος άκουγε τα σχόλια θαυμασμού που του έκαναν μόλις είδαν το φετινό εμπόρευμα. Και απαντούσε όλο καμάρι:

-''Ο γιος μου τα έφτιαξε. Είναι τα ωραιότερα που έχουν φτιαχτεί. Είμαι περήφανος που τον έχω γιο''.

Κι ο Χνούδης χαρούμενος διαπίστωσε, ότι η ικανοποίηση που ένοιωθε από τον θαυμασμό και την  ευτυχία των δικών του και των άλλων, ήταν πολύ μεγαλύτερη, από αυτή που του χάριζε η τεμπελιά, ο ύπνος και τα φανταστικά του ταξίδια.


Παραμύθι της ΜaryMosch

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...