Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Ο βασιλιάς που έγινε ξυλοκόπος!



Ο βασιλιάς έξυσε το κεφάλι του και χασμουρήθηκε. Ήταν τόσο βαρετά όλα. Καθόταν στο θρόνο του, και όλοι έτρεχαν να τον υπηρετήσουν. Τίποτα δεν έκανε. Το πρωί ξυπνούσε, και έρχονταν και τον πήγαιναν για μπάνιο. Αφού τον έπλεναν, τον έντυναν με τα ρούχα που ήθελε. Και έπειτα τον συνόδευαν στην τραπεζαρία, που του έφερναν τα πάντα. Έτρωγε κυριολεκτικά και του πουλιού το γάλα, και έπειτα πήγαινε και καθόταν στον θρόνο, και άκουγε τα νέα της ημέρας. Οι σύμβουλοι του τον βεβαίωναν πως τα πάντα τα είχαν υπό τον έλεγχο τους. Όλα ήταν ήρεμα, και βαρετά σκεφτόταν συνεχώς.

Καμιά φορά έβγαινε για κυνήγι, και σκότωνε κάποιο πουλί ή κάποιο ελάφι. Κι αν δεν το πετύχαινε, έστελνε τους αυλικούς του να το σκοτώσουν για λογαριασμό του. Το βασίλειο του ήταν μεγάλο και πλούσιο. Εχθρούς κοντά δεν είχε, οπότε κάθε μέρα ένοιωθε όλο και μεγαλύτερη ανία.

Αποφάσισε να βγει και να περπατήσει στο βασιλικό δάσος. Ίσως αν καθόταν λίγο στο ποτάμι, να ένοιωθε καλύτερα.
Έφτασε στην όχθη και έμεινε ορθός να κοιτάζει τα ήρεμα νερά. Έβλεπε τον εαυτό του να καθρεφτίζεται με το στέμμα του, και άρχισε να του μιλάει.

‘’Φοράς στέμμα, είσαι βασιλιάς κι όμως νιώθεις τόση βαρεμάρα. Τίποτα δεν είναι ευχάριστο. Τι βαρετά που είναι όλα!’’

Εκείνο που δεν είχε προσέξει, ήταν πως ένας γέρος ξυλοκόπος, καθόταν τόση ώρα ακίνητος και αμήχανος. Είχε πάει να κόψει ξύλα και μόλις είδε το βασιλιά, ήταν έτοιμος   να υποκλιθεί, δείχνοντας έτσι τον σεβασμό του. Μα σαν άκουσε τα λόγια του, έμεινε ακίνητος.
Παίρνει την απόφαση, και πηγαίνει κοντά του.

‘’Μεγαλειότατε, συγγνώμη αν άκουσα χωρίς να το θέλω τα λόγια σου. Αλλά αν επιτρέπεις σε έναν υπήκοο σου, έναν φτωχό ξυλοκόπο να πει τη γνώμη του, θα σου απαντήσω.’’

‘’Είσαι ελεύθερος να μιλήσεις και να πεις ό,τι σκέφτεσαι. ‘’

‘’Η ζωή βασιλιά μου δεν είναι βαρετή. Όμως εσύ έχεις καθίσει στο θρόνο σου και δεν κάνεις τίποτα. Η δουλειά σου είναι εύκολη.’’

‘’Τι είναι αυτά που λες; Γέλασε ο βασιλιάς με τα λόγια του ξυλοκόπου. Είμαι βασιλιάς και διοικώ ολόκληρη χώρα. Νομίζεις πως θα μπορούσε ο καθένας να κυβερνήσει;’’

‘’Βασιλιά μου, πιστεύω πως τη δουλειά σου, ένας με μυαλό, ακόμα κι αν δεν είχε τη τύχη να γεννηθεί σε παλάτι μα  σε μια καλύβα, ακόμα κι αν δεν ήταν βασιλιάς από τη κούνια του, αλλά ένας φτωχός ξυλοκόπος, θα μπορούσε να την κάνει άνετα. Το αντίθετο θα ήταν δύσκολο.’’

‘’Τι θες να πεις, άνθρωπε; Πως ένας βασιλιάς που μπορεί τα πάντα, δεν θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά ενός ξυλοκόπου;’’

‘’Αυτό ακριβώς λέω και υπάρχει ένας απλός τρόπος να το διαπιστώσεις. Για ένα μήνα, δώσε εντολή στους αυλικούς και το στρατό σου, να θεωρούν εμένα βασιλιά και να κάνουν ό,τι τους λέω. Κι εσύ πάρε τη θέση μου, γίνε ξυλοκόπος, πάρε τη καλύβα μου και το τσεκούρι μου. Τα λίγα που έχω στα διαθέτω για ένα μήνα. Και θα δεις πως έχω δίκιο.’’

Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε με την πρόταση, αλλά δεν ήθελε να δείξει πως είναι δειλός ακόμα και μπροστά σε έναν ξυλοκόπο.

Έτσι έπειτα από σκέψη, του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο παλάτι. Εκεί συγκέντρωσε τους αυλικούς του, και το προσωπικό του παλατιού, καθώς και τον αρχηγό του στρατού του. Και μπροστά σε όλους έδωσε εντολή, για ένα μήνα να θεωρούν βασιλιά τον ξυλοκόπο, στη θέση του. Όποιος δεν υπάκουε, θα το πλήρωνε με τη ζωή του, μόλις θα επέστρεφε.
Έδωσε τα πλούσια ρούχα του στον ξυλοκόπο, και φόρεσε τα φτωχικά εκείνου. Πήρε το τσεκούρι, και κίνησε για το φτωχικό σπιτάκι στην άκρη του δάσους.

Στο παλάτι όλοι άρχισαν να τρέχουν για να φάει ο ξυλοκόπος-βασιλιάς και να ξεκουραστεί. Έπειτα αφού του ετοίμασαν το μπάνιο, κίνησαν να τον πλύνουν μα αυτός αρνήθηκε. Θα φρόντιζε μόνος τον εαυτό του. Τότε οι αυλικοί άρχισαν να του λένε πως αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει. Ήταν βασιλιάς. Θα τα άφηνε όλα στα χέρια τους και δεν θα ανησυχούσε για τίποτα. Τους άφησε λοιπόν να τον φροντίσουν, και μετά ξάπλωσε. Όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όλα αυτά του ήταν ξένα, και έξω από ό,τι είχε συνηθίσει.

Σηκώθηκε λοιπόν και αποφάσισε να κάνει βόλτα για να δει το παλάτι. Προχωρώντας στους διαδρόμους, έφτασε και έξω από τη μεγάλη τραπεζαρία. Την ώρα που ήταν έτοιμος να μπει, άκουσε ομιλίες και γέλια. Κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα και είδε τους αυλικούς του, να τρώνε και να πίνουν, μιλώντας και γελώντας. Προτίμησε να τους παρακολουθήσει για λίγο και να μη φανερωθεί. Τρύπωσε από τη πόρτα και χώθηκε πίσω από τη κουρτίνα του παραθύρου που ήταν παραδίπλα.

Οι αυλικοί έλεγαν:

‘’Τι ανόητο παιχνίδι ήταν αυτό πάλι;’’

‘’Παιχνίδι ή όχι, εμάς μας βολεύει.’’ Είπε κάποιος άλλος.

‘’Αυτός ο ξυλοκόπος, θα κάνει ό,τι του λέμε. Είναι η ευκαιρία για εμάς, να βάλουμε γερό χέρι στα βασιλικά πλούτη, και να ρίξουμε το φταίξιμο σ’ αυτόν. Μέχρι τώρα τρώγαμε λίγα πράγματα. Γιατί ο βασιλιάς μπορεί να μας εμπιστεύεται, μα θα έπαιρνε είδηση αν έβλεπε να λείπουν πολλά. Επίσης είναι ευκαιρία να αυξήσουμε τους φόρους και να γεμίσουμε κι άλλο τις τσέπες μας. Ο χαζός ο λαός δεν θα πει κουβέντα, αφού θα είναι βασιλικό διάταγμα. Κι όταν αργότερα αποφασίσει να αντιδράσει, θα τα ρίξουμε στον ψευτο-βασιλιά και στον πραγματικό βασιλιά για το παιχνίδι που έπαιξε. Κανείς δεν θα σκεφτεί  πως φταίμε εμείς.’’

Γέλια και συμφωνίες ακολούθησαν τα λόγια του πονηρού αυλικού. Και η απόφαση πάρθηκε. Αφού τα κανόνισαν και έφαγαν και ήπιαν, αποσύρθηκαν να ξεκουραστούν και να ονειρευτούν τα πλούτη της χώρας που θα έμπαιναν στις τσέπες τους.

Ο ξυλοκόπος-βασιλιάς όμως, είχε πάρει κι αυτός τις αποφάσεις του. Αφού για ένα μήνα θα καθόταν στο θρόνο, θα το εκμεταλλευόταν για να τιμωρήσει αυτούς τους κλέφτες και προδότες της χώρας.

Από την άλλη μέρα το πρωί, αφού γνώρισε τους αυλικούς, δήλωσε πως ήθελε να τον ενημερώσουν για όσα αφορούσαν την οικονομική κατάσταση της χώρας, και διέταξε τους γραφιάδες να του μιλήσουν  για όλα. Άρχισε να επιστατεί ο ίδιος ακόμα και τα κελάρια με τα ακριβά κρασιά, και τις κουζίνες και έδωσε εντολή το φαγητό που μαγειρευόταν να ήταν τόσο όσο χρειάζονταν για να τραφούν τα άτομα του παλατιού, μαζί με το προσωπικό.

Στη συνέχεια έλεγξε τους φόρους που πλήρωνε ο κάθε πολίτης, και κάλεσε τον αρχηγό του στρατού να τον γνωρίσει καλύτερα. Αυτός ήταν ένας ακέραιος στρατιωτικός, πιστός στο παλάτι και του φέρθηκε με σεβασμό. Ο ξυλοκόπος κατάλαβε πως μπορούσε να τον εμπιστεύεται και του αποκάλυψε τα πάντα. Ο στρατηγός ήθελε να τους συλλάβει, μα ο ξυλοκόπος – βασιλιάς του είπε πως δεν είχαν κάνει φανερά κάποιο παράπτωμα και εύκολα θα μπορούσαν να πουν πως λέει ψέματα ο ίδιος,  για δικό του όφελος. Του εξήγησε λοιπόν το σχέδιο του και ο στρατηγός το επικρότησε με χαρά.

Έτσι χαμήλωσαν οι φόροι σε όσους ήταν πιο φτωχοί, και  αυξήθηκαν  σε όσους ήταν πλούσιοι. Έδωσε εντολή να αρχίσει να χτίζεται  σχολείο, για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα. Κι επίσης πως όποιο παιδί ήθελε να μάθει κάποιο επάγγελμα, μπορούσε να μαθητεύει δίπλα σε κάποιον επαγγελματία. Έδωσε ακόμα εντολή να χτιστεί ένα ιατρείο για να θεραπεύει τους αρρώστους, που μέχρι τότε έπαιρναν φάρμακα με παραγγελίες από τους εμπόρους  και κάλεσε από άλλες χώρες δασκάλους και ανθρώπους που ήξεραν από γιατρικά και ήταν γνωστοί, να εργαστούν στη χώρα του. Αυτοί οι άνθρωποι θα πληρώνονταν απευθείας από το παλάτι. Κι επίσης λιγόστεψε τους χορούς του παλατιού, και άρχισε επισκευές σε ένα κτίριο που οι πολίτες θα μπορούσαν να βλέπουν παραστάσεις και να χορεύουν για να διασκεδάσουν. Κάθε μέρα, ένα μέρος των φαγητών που μαγειρεύονταν μοιραζόταν σε πολύ γέρους και πολύ φτωχούς.

Οι εργασίες ξεκίνησαν με ενθουσιασμό, και οι πολίτες λάτρεψαν με ορμή τον βασιλιά τους, χωρίς να ξέρουν τίποτα πως οι αποφάσεις ήταν του ξυλοκόπου- βασιλιά και όχι του πραγματικού.
 Οι μόνοι δυσαρεστημένοι ήταν οι αυλικοί, που καταλαβαίνοντας πως ο αντικαταστάτης του βασιλιά είχε το στρατό με το μέρος του, δεν τολμούσαν ούτε να πειράξουν μια τρίχα από το κεφάλι του, ώστε να εμποδίσουν το έργο που ξεκινούσε και που δεν τους συνέφερε καθόλου.

Όσο γίνονταν αυτά τα έργα, ο πραγματικός βασιλιάς, είχε πάει στην καλύβα του ξυλοκόπου. Όμως πέρασε το βράδυ του πεινασμένος, μια και το μόνο που βρήκε ήταν λίγο μπαγιάτικο ψωμί, και λίγες ντομάτες. Φωτιά δεν ήξερε να ανάψει, και το κρύο που έκανε τη νύχτα, τον ανάγκασε να μαζευτεί σε μια γωνιά προσπαθώντας να ζεσταθεί με μια παλιά κουβέρτα φθαρμένη και σκισμένη σε κάποια σημεία. Πεινασμένος και άυπνος, το πρωί κίνησε για το παλάτι, να ζητήσει φαγητό και να ζεσταθεί, μα οι φρουροί παρότι τον αναγνώρισαν, ακολουθώντας τις εντολές του, δεν τον άφησαν να περάσει.

Απογοητευμένος, κίνησε για τη πόλη, και με ύφος βασιλιά, ζήτησε από κάποιον να του δώσει φαγητό. Εκείνος μόνο που δεν τον κλώτσησε και τον έδιωξε κακήν κακώς. Γύρισε λοιπόν στο δάσος, και αποφασισμένος πήρε το τσεκούρι για να κόψει ξύλα. Έκανε άπειρες προσπάθειες και τελικά κατάφερε να κόψει κάποια μικρά και να τα βάλει στο καρότσι που βρήκε δίπλα στη καλύβα,  μια και ο ξυλοκόπος ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να αγοράσει ένα άλογο ή ένα γάιδαρο. Με πόνο στα χέρια, από τις φουσκάλες που είχαν γεμίσει, άρχισε να τραβάει το μικρό καρότσι  μόνος του, και κατάκοπος έφτασε ξανά στη πόλη. Κατόρθωσε να πουλήσει τα ξύλα του στο φούρναρη, και με τα χρήματα που πήρε, αγόρασε φαγητό και κάθισε σε μια γωνιά να φάει. Όταν χόρτασε, άρχισε  να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του. 

Πρόσεξε ένα παιδί με ένα πόδι, που έπλεκε καλάθια. Μια γυναίκα που έπλενε ρούχα για να ζήσει, έναν με ρούχα όλο μπαλώματα που ξεφόρτωνε τσουβάλια από ένα κάρο. Κι όμως όλοι είχαν ένα χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Χαιρετούσαν ό ένας τον άλλο ζωηρά και κοιτάζονταν με καλοσύνη. Εκείνον όμως πήγαν να τον κλωτσήσουν γιατί; Τότε σηκώθηκε και πήγε σε αυτόν που ζήτησε νωρίτερα φαγητό και τον είχε διώξει.

‘’Γιατί πριν που σου ζήτησα φαγητό, με έδιωξες; Έδωσες φαγητό και χωρίς να στο ζητήσει το παιδί με τα καλάθια. Έδωσες φαγητό σε μια γυναίκα που σου μίλησε. Τα είδα όλα από τη γωνιά που καθόμουν.’’

‘’Αυτό το παιδί, έχασε το πόδι του σε ένα ατύχημα, στο οποίο έχασε και τους γονείς του. Όμως πλέκει καλάθια για να ζήσει. Η γυναίκα που είδες, έχει άρρωστο το παιδί της, και δεν βγάζει τόσα λεφτά για να πάρει φάρμακα. Μπαλώνει ρούχα για να ζήσει. Και ότι βγάζει τα χαλάει για να γίνει καλά το παιδί της. Εσύ ήρθες με ύφος, και απαίτησες να σε ταΐσω. Γιατί το άξιζες περισσότερο από αυτούς; Σε αυτή τη πολιτεία, κάθε άνθρωπος αγωνίζεται να ζήσει. Ό,τι καιρό και να κάνει πάει στη δουλειά  του κάθε μέρα, με χαμόγελο ό,τι προβλήματα και να έχει. ‘’

Ο βασιλιάς κατάλαβε τα λόγια του ηλικιωμένου. Και ντροπιασμένος αποφάσισε να γυρίσει στη καλύβα. Ζήτησε μόνο από τον ηλικιωμένο πριν φύγει να του μάθει να ανάβει φωτιά. Εκείνος αφού τον κοίταξε για λίγο, του έδειξε. Ο βασιλιάς τον ευχαρίστησε και έφυγε. Από εκείνη την ημέρα, έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πολιτεία, τα πουλούσε κι αφού έπαιρνε λίγο φαγητό για τον εαυτό του, άρχισε να μιλάει με τους πολίτες. Ό,τι του περίσσευε το έδινε σε αυτούς που το χρειάζονταν. Στο τέλος υπήρξε και μέρα που δεν έφαγε εκείνος για να ταΐσει κάποιον που πεινούσε. Όμως δεν έμεινε νηστικός, γιατί ο ηλικιωμένος που τον παρακολουθούσε όλες τις μέρες, τον φώναξε και τον φίλεψε φαγητό, λέγοντας του.

‘’Φάε! Τώρα το αξίζεις πραγματικά.’’


Πρώτη φορά ένοιωσε ευτυχία μέσα του ο βασιλιάς. Και με έκπληξη ανακάλυψε πως ο μήνας τελείωνε την επόμενη μέρα κι εκείνος δεν είχε βαρεθεί καθόλου. Αντίθετα ένοιωθε να έχει ξαναγεννηθεί.

Την άλλη μέρα κίνησε για το παλάτι. Ο ξυλοκόπος- βασιλιάς τον περίμενε στην πύλη, μαζί με τον στρατηγό. Του ζήτησαν  να μιλήσουν  δίπλα στην όχθη του ποταμού κι εκεί του διηγήθηκαν τα πάντα. Ο βασιλιάς θύμωσε.

Γύρισε στο παλάτι, που οι αυλικοί τον υποδέχθηκαν με κολακείες αλλά και με κάποιο φόβο, μια και το ύφος του προσώπου του το έβλεπαν για πρώτη φορά.

Αφού κατηγορήθηκαν, ρίχτηκαν στη φυλακή, και δημεύτηκαν οι περιουσίες τους .
Ο ξυλοκόπος έμεινε στο παλάτι σαν σύμβουλος του βασιλιά. Και όταν ρώτησε

‘’Για πες μου μεγαλειότατε, βαριέσαι τη ζωή τώρα;’’

Πήρε την εξής απάντηση:


‘’Αν θες να είσαι σωστός βασιλιάς και καλύτερος άνθρωπος, πρέπει να ενδιαφέρεσαι και να  γνωρίζεις ο ίδιος τα πράγματα και τη ζωή, και να μη βασίζεσαι ποτέ σε ό,τι σου λένε οι άλλοι, ή σε ποια θέση γεννήθηκες’’.

Ένα παραμύθι μου γραμμένο 17/4/2016

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

''Το μαγικό περβάζι''!

Ένα παραμύθι του ''ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ''



Το ξέρεις εκείνο εκεί το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε;

Εκείνο εκεί σου λέω, απέναντι, που έχει τις γλάστρες το βασιλικό και το γεράνι, αυτές που ποτίζει μόνος του ο Κοσμάς κάθε μέρα. 

Αυτό το περβάζι λοιπόν έχει δει θάματα και πράματα. Ό,τι ακουμπήσει επάνω του αποκτά λαλιά. Να, γι αυτό τρέχουν τα πουλιά να καθίσουν εκεί, για να μπορούν έστω και για λίγο να μιλήσουν. Γι αυτό ο άνεμος κάνει το χατήρι ακόμη και στους κόκκους της σκόνης να τους μεταφέρει πάνω στο περβάζι. Γι αυτό και οι αχτίνες του ήλιου κάθονται εκεί πιο πολλή ώρα και το ζεσταίνουν. Για να μιλήσουν και αυτές. 

Μη με ρωτάς πώς έγινε αυτό και τα πάντα αποκτούν λαλιά...δεν ξέρω την αρχή. Αλλά ξέρω ότι το παράθυρο ανοίγει πρωί πρωί και κλείνει το βράδυ. Η γιαγιά κάθεται στο παράθυρό της και πλέκει. Κοιτάζει τον Κοσμά που πάει στο σχολείο του και τον βλέπει πρώτη που γυρνάει.
Η γιαγιά λοιπόν κάθεται για να συζητά με όλα. Μπορεί να λένε ότι η γιαγιά γέρασε και μιλάει μόνη της, αλλά δεν τη νοιάζει. Έτσι και αλλιώς κανένας από το σπίτι δεν έχει χρόνο να συζητήσει μαζί της.

Σήμερα λοιπόν πήρε θέση η γιαγιά μαζί με τον καφέ της και το πλεχτό της μπροστά στο παραθύρι της.
Ο Κοσμάς, όταν πότισε τα λουλούδια της, έφυγε για το σχολείο. Στο περβάζι υπήρχε μόνο λίγο νερό που έπεσε από το ποτιστήρι. Φυσικά υπάρχει πάντα το γεράνι και ο βασιλικός. Φύσηξε τότε ο άνεμος και έφερε ένα κόκκο χώμα, που τον παρακάλεσε να τον πάει σ' αυτό το περβάζι να δει από κοντά τι μαγικό συμβαίνει.

Ο άνεμος δεν καθόταν να συζητήσει μαζί τους. Ήταν πολύ απασχολημένος είπε. Έπρεπε να πετάξει παντού γιατί τον χρειάζονταν. Εκείνος κινούσε τους ανεμόμυλους, εκείνος φούσκωνε τα πανιά των ιστιοφόρων, εκείνος δρόσιζε τους ανθρώπους, εκείνος σκόρπιζε τους σπόρους μακριά, εκείνος καθάριζε την ατμόσφαιρα και χίλια δυο άλλα. Γι αυτό δεν επέμεινε η γιαγιά να τον κρατήσει!

Οι αχτίνες του ήλιου έψαχναν το περβάζι και αμέσως το φώτισαν με την παρουσία τους. Ο πατέρας τους ο ήλιος δεν τις άφηνε όλες στο ίδιο σημείο, γι αυτό δυο δυο έρχονταν κάθε μέρα. αλλά διαφορετικές αχτίνες, για να μην παραπονιέται καμιά.

Που λες, ήλθε και ένα πουλάκι να πιει το νεράκι πάνω στο περβάζι.

-Μη με πιεις , του είπε το νεράκι

-Ωωωω μα διψάω και πού να τρέχω να βρω νερό; Δεν μένει καθόλου νερό στο χώμα. Ή το εξατμίζει ο ήλιος, ή το πίνει το χώμα αν είναι διψασμένο.

-Μη στενοχωριέσαι, θα σου δώσω εγώ νερό, είπε η γιαγιά. Αλλά επειδή μπορεί και αυτό να αποκτήσει λαλιά και να μη θέλει να το πιεις, θα το ρίξω κάτω , εκεί δα, σε βολεύει; το ρώτησε.

Το πουλάκι πέταξε κάτω από το περβάζι και ήπιε λαίμαργα το νερό από τη λακκουβίτσα.
Χορτασμένο πια, κάθισε παρέα με τη γιαγιά και τις αχτίδες, αλλά και το νεράκι που το πρόσεχαν οι θυγατέρες του ήλιου να μην το ζεστάνουν και εξατμιστεί. Το γεράνι και ο βασιλικός κάθονταν σιωπηλοί την περισσότερη ώρα, γιατί τους άρεσε να ακούνε!


   Όμως τον κόκκο το χώμα δεν τον πρόσεχαν. 

-Κανείς, ούτε εδώ σ' αυτό το μαγικό περβάζι δεν μου δίνει σημασία, είπε παραπονεμένα ο κόκκος.

-Α...με συγχωρείς είπε το νεράκι, αλλά είσαι τόσο μικρός δεν σε πρόσεξα. 

-Και συ μια σταγόνα είσαι, εντάξει, λίγο πιο μεγάλη από εμένα, αλλά σου μιλάνε όλοι.

-Μην παραπονιέσαι, είπε η γιαγιά. Τώρα σε είδαν και σε άκουσαν όλοι.

-Πέστε μου τότε, πώς είναι να είσαι μεγάλος και να μπορείς να πηγαίνεις παντού; Να, εσείς οι αχτίδες, του ήλιου οι θυγατέρες, βλέπετε όλον τον κόσμο. Σας λατρεύουν όλοι και κανείς δεν σας αποδιώχνει όπως εμένα που με σκουπίζουν ή με πατάνε συνεχώς...

-Ναι είμαστε αγαπητές, είπαν οι αχτίδες, αλλά δεν μας αγαπούν πάντα. Να, τώρα τελευταία δεν μας θέλουν και πολύ να τους χαϊδεύουμε τα μαλλιά ή τα μάγουλα, γιατί κάνουμε, λέει, κακό στο δέρμα. Και όταν κάνει ζέστη δεν μας αγαπούν, γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να δουλέψει κάτω από τον καυτό ήλιο..δεν είμαστε λοιπόν πάντα αγαπητές!

-Εντάξει, μπορεί κάποιοι να μην αγαπάνε τον ήλιο όταν καίει, αλλά μπορείτε να πηγαίνετε παντού και βλέπετε τόσο κόσμο. Κανείς όμως δεν μπορεί να σας κάνει κακό. Είστε οι πιο δυνατές και αγαπητές από όσο ξέρω.

-Όλοι μπορούν να πάθουν κακό, έτσι λέει ο ήλιος, είπαν οι αχτίδες. Αλλά μην μας ρωτήσετε τι κακό γιατί δεν ξέρουμε...

-Όλα μπορούν να πάθουν κακό αλλά δεν πρέπει να το σκέφτεται κανείς, είπε η γιαγιά.Το μόνο που πρέπει να μας νοιάζει είναι πόσο καλό μπορούμε να κάνουμε.


-Και εγώ είπε το πουλάκι πετάω και βλέπω τόσο κόσμο, αλλά τελευταία φοβάμαι μην πάθω κακό, γιατί μας κυνηγούν οι κυνηγοί και στον άλλο δρόμο είναι κάτι παιδιά που μας πετάνε με σφεντόνες πέτρες


-Πω πω τι θα πει φοβάμαι; το διέκοψε ο κόκκος

-Εσύ δεν φοβάσαι; Δεν νιώθεις κάτι που σου προκαλεί στενοχώρια όταν νομίζεις ότι θα σε πατήσει κάποιος ή όταν νομίζεις ότι θα διαλυθείς από το νερό;

-Α...όχι δεν νιώθω κάτι, γιατί και το νερό να με διαλύσει θα με στεγνώσει ο ήλιος και θα γίνω πάλι κόκκος και ακόμα αν με πατήσει κάποιος, κολλάω κάτω από το παπούτσι του και με πάει αλλού. Να, όμως στενοχωριέμαι όταν με διώχνουν με τη σκούπα.

-Εσείς αχτίδες φοβάστε; 

-Όχι δεν φοβόμαστε ...μα τι λέω ναι φοβόμαστε, όταν τα σύννεφα μας εμποδίζουν να έλθουμε να ζεστάνουμε τον κόσμο . Μα ο μπαμπάς μας λέει ότι είναι χρήσιμα και αυτά επειδή φέρνουν νερό στη Γη και είναι σαν ομπρέλες που δίνουν σκιά στον κόσμο να κάνει τις δουλειές του χωρίς τις ζεστές θυγατέρες του...εμάς εννοεί! 

-Να τον διώξετε το φόβο από μέσα σας είπε η γιαγιά. Σας κάνει μόνο να αισθάνεστε άσχημα και να μην μπορείτε να ευχαριστηθείτε ό,τι κάνετε τώρα.

-Μα γιαγιά, είπε το πουλάκι, εγώ να μην φοβάμαι μη με σκοτώσει κανένας κυνηγός;



                Το πουλάκι έμεινε σκεφτικό!

-Όταν κάτι ή κάποιος είναι χρήσιμος τότε φοβάται. Αυτό κατάλαβα εγώ. Μακάρι να μπορούσα να φοβηθώ και εγώ πετάχτηκε ο κόκκος από χώμα. 

-Μα είσαι χρήσιμος του είπε το γεράνι. Πες στον αέρα να σε βάλει μέσα στη γλάστρα μου να μου κάνεις για πάντα συντροφιά. Σε θέλω!

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένας ψίθυρος. Το νεράκι μίλησε .Προσπαθούσε να αναπνεύσει μια και εξατμιζόταν λίγο λίγο

-Εγώ τώρα φοβάμαι που θα χαθώ, είπε το νεράκι. Εξατμίζομαι και από τον άνεμο και όχι μόνο από τον ήλιο. Αλλά είμαι χρήσιμο, το ξέρω. Χωρίς νεράκι τίποτε δε ζει. Και η μια σταγόνα είναι χρήσιμη!

-Να μη φοβάσαι. Απόλαυσε την συζήτηση και τον αέρα που φυσάει απαλά και τις αχτίδες του ήλιου, για να έχεις να διηγείσαι στις άλλες σταγόνες πολλά από αυτά που είδες.
Εξάλλου, δεν θα χαθείς. Θα εξατμιστείς, αλλά κάποια στιγμή θα γίνεις πάλι νερό, νερό βροχής και θα είσαι μια όμορφη σταγόνα που θα ταξιδέψει αλλού. Και αν είμαι τυχερή μπορεί να πέσεις ξανά σ' αυτό το περβάζι, το παρηγόρησε η γιαγιά.

Η σταγόνα χαμογέλασε και σαν να πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης από τα λόγια της γιαγιάς. Μετά δεν ξαναμίλησε μέχρι που εξατμίστηκε τελείως.

- Στο καλό σταγόνα, να πας να βρεις εκείνο το σύννεφο ψηλά είπε η γιαγιά. Και όταν θα ξαναέλθεις εδώ στη γη θα ποτίσεις τα φυτά και τα δέντρα για να μας δώσουν καρπούς.

-Είδατε; Ακόμη και η σταγόνα είναι χρήσιμη. Εγώ είμαι τελείως άχρηστος.

-Κάνεις λάθος είπε η γιαγιά. Το χώμα είναι χρήσιμο πολύ. Και εσύ, ένας μικρός κόκκος, έχεις μέσα σου ζωή, το ξέρεις; Θες να δεις; Μπορείς να μπεις σ' αυτή τη μικρή λακουβίτσα στο περβάζι; Εγώ θα ρίχνω σταγονίτσες νερό κάθε μέρα να ξεδιψάς, οι αχτίνες θα σε ζεσταίνουν και θα δεις τι θα γίνει μετά λίγο καιρό.

-Ναι θέλω είπε ο κόκκος. Έτσι και αλλιώς αύριο θα με σκουπίσει κάποιος, ή θα με πάρει ο αέρας και θα χάσω τη συντροφιά σου

Έτσι και έγινε. Ο κόκκος από χώμα γέμισε μια μικρή τρυπούλα που είχε το περβάζι. Η γιαγιά κάθε μέρα έριχνε μια σταγονίτσα νερό και οι αχτίδες μέσα στη συζήτηση δεν ξεχνούσαν να ζεσταίνουν το χωματάκι που περίμενε να δει τι θα συμβεί. 
Και πράγματι μετά κάποιο καιρό έβγαλε δειλά το κεφαλάκι του ένα λουλουδάκι. Γιατί ο σπόρος ήταν μέσα στον κόκκο με το χώμα. Ήταν η ζωή που έλεγε η γιαγιά.

-Κανείς δεν είναι άχρηστος είπε η γιαγιά στην παρέα. Ακόμη και το πιο μικρό είναι χρήσιμο και κρύβει μέσα του ζωή ή δίνει ζωή.

Η υπόλοιπη παρέα κοιτούσε με θαυμασμό τη μικρή λακουβίτσα. Και ο κόκκος το χώμα κοιτούσε ξαπλωτός το λουλουδάκι πόσο όμορφο ήταν! Ήταν τόσο περήφανο!

Έτσι κυλούσαν οι μέρες και την παρέα την συμπλήρωνε πότε ένα μυρμήγκι, άλλοτε ένα φύλλο από το δέντρο που το έφερε ο άνεμος και άλλοτε οι σταγόνες βροχής. Μα τότε οι αχτίνες του ήλιου δεν έκαναν επίσκεψη στο περβάζι της γιαγιάς, εκτός και αν τρύπωναν ανάμεσα από τα σύννεφα και έρχονταν για να χαιρετίσουν.

-Αυτή είναι η ζωή.Τα πάντα κάνουν τον κύκλο τους, έλεγε η γιαγιά. 


Έτσι περνούσαν οι μέρες σ' αυτό το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*