Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Αποχαιρετώντας τις απόκριες!


Ο Στέφανος ήταν στενοχωρημένος σήμερα. Όλα τα παιδιά στο σχολείο, ετοιμάζονταν για τη γιορτή της αποκριάς που θα έκανε η πόλη,  και συζητούσαν χαρούμενα μεταξύ τους τι στολή θα φορούσε  ο καθένας ώστε να είναι ένας ωραίος και πρωτότυπος μασκαράς.

-Εγώ θα ντυθώ ιππότης.. είπε ένα παιδί. Και μάλιστα έχω ήδη δείξει στους γονείς μου ποια στολή θέλω να μου πάρουν. Και μου έχουν πάρει ακόμα, έναν μεγάλο πολύχρωμο αετό για να τον πετάξω την Καθαρά Δευτέρα.

-Εμένα μου πήραν μια όμορφη στολή νεράιδας. Είναι πανέμορφη, μακριά και έχει επάνω κεντημένα αστέρια. Και ο αετός μου είναι ήδη έτοιμος. Οι γονείς μου τον έκαναν παραγγελία για μένα.

Άλλος θα ντυνόταν αστροναύτης, άλλος κλόουν, άλλος πρίγκιπας. Για να μη πω για τους σούπερ ήρωες.

Όλοι θα χαίρονταν στην εκδρομή που οργάνωνε ο Δήμαρχος,  την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Είχαν αποφασίσει όσα παιδιά και οι οικογένειές τους ήθελαν, να μαζεύονταν σε ένα λιβάδι κοντά στο δάσος για να φάνε από κοινού και να πετάξουν τα παιδιά ντυμένα μασκαράδες τους αετούς τους.
Έτσι θα αποχαιρετούσαν τις απόκριες, όλοι μαζί, γονείς, παιδιά και δάσκαλοι, αλλά και όσοι άλλοι από τους κατοίκους θα ήθελαν να πάρουν μέρος.
Ο καθένας θα έφερνε κι από ένα με δύο φαγητά, και τα ποτά και αναψυκτικά τα πρόσφερε η κοινότητα. Αυτός ήταν ο μοναδικός όρος.
Μια και ο καιρός ήταν καλός, θα έπαιζαν παιχνίδια και στη συνέχεια θα βράβευαν την πιο όμορφη στολή και τον πιο ωραίο αετό.

Γι’ αυτό ήταν θλιμμένος ο Στέφανος. Ο πατέρας του δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και δεν ήξερε αργία, και η μητέρα του βοηθούσε στις δουλειές σε κάποιο σπίτι, για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα.
Όχι μόνο δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν, αλλά ούτε χρήματα να ξοδέψουν για αετό και στολή.
Κι όσο σκεφτόταν ότι εκείνος θα ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, τόσο η θλίψη του γινόταν μεγαλύτερη.

Οι μέρες πλησίαζαν και το κεφάλι του πονούσε από την προσπάθεια να βρει μια δικαιολογία για να μη πάει.
Όταν έκανε μια απόπειρα να μιλήσει στους γονείς του, εκείνοι του είπαν ότι ήταν κουρασμένοι και τον έστειλαν για ύπνο κι εκείνον.

Μέσα του κάκιωνε τον πατέρα του και τη μητέρα του, γιατί σκεφτόταν πως αν είχε άλλους γονείς δεν θα αισθανόταν τόσο παραμελημένος, ούτε θα είχε παράπονα.
Μέσα στο παιδικό μυαλό του, δεν καταλάβαινε πως οι γονείς του ένοιωθαν τη στενοχώρια του κι ας μη την είχαν συζητήσει. Ήταν άνθρωποι που δούλευαν για την οικογένεια, αλλά το παιδί τους το λάτρευαν και ήθελαν το καλύτερο για εκείνο. Μα ήταν φτωχοί άνθρωποι. Δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν ό, τι έκαναν οι άλλοι. Και αυτό ο γιος τους έπρεπε να το καταλάβει.

Το βράδυ της Κυριακής ο Στέφανος ήταν αποφασισμένος, να μη πάει στην αποκριάτικη γιορτή. Όταν ξημέρωσε εκείνος είχε ανοίξει τα μάτια του από το χάραμα, μια και όλη νύχτα τον βασάνιζαν όνειρα, πως γινόταν το αντικείμενο κοροϊδίας ολόκληρης της πόλης.

Οι γονείς του ήρθαν να τον ξυπνήσουν, κι εκείνος τους είπε πως δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
Όταν ανήσυχοι τον ρώτησαν αν αισθάνεται καλά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και ξέσπασε σε κλάματα, ομολογώντας  αυτό που τον βασάνιζε.

Για μεγάλη του έκπληξη, οι γονείς του κοιτώντας τον με αγάπη, χαμογέλασαν και του είπαν:

-Μα έτσι θα αφήναμε εμείς το παιδί μας; Έχεις στολή και μάλιστα μια πανέμορφη στολή φτιαγμένη με αγάπη και μεράκι.
 Και η μητέρα του, του παρουσιάζει μια υπέροχη στολή σκιάχτρου.
Είχε μεταποιήσει ένα παντελόνι του πατέρα του, του είχε ράψει πολύχρωμες τιράντες και χρωματιστά μπαλώματα εδώ κι εκεί, και είχε ξεφτίσει τα μπατζάκια. Από πάνω του είχε φτιάξει ένα πουκάμισο πολύχρωμο κι αυτό, με ένα μαντιλάκι στο τσεπάκι που είχε επάνω μια μικρή κολοκύθα. Η στολή είχε και δύο παράταιρες κάλτσες και τα παλιά του παπούτσια με κορδόνια πολύχρωμα δεμένα σε μεγάλους φιόγκους. Το ψάθινο καπέλο του πατέρα του, είχε αποκτήσει τώρα χόρτα κολλημένα να εξέχουν από τον περίγυρο, και να σχηματίζουν μαλλιά. Και στο κέντρο του κολλημένη κι εκεί μια τσόχινη πορτοκαλιά κολοκύθα.
- Θα κάνουμε και το ανάλογο μακιγιάζ και θα είσαι πανέμορφος.

Του Στέφανου του άρεσε πολύ η στολή που του έφτιαξε η μητέρα του. Και χαρούμενος άρχισε να ντύνεται.
Και την ώρα που ήταν έτοιμος πλέον, φωνάζει…
-Αετός;

Ο πατέρας του βγάζει περήφανος, έναν αετό που είχε φτιάξει μόνος του κομμάτι-κομμάτι και σχημάτιζε ένα υπέροχο πουλί.

-Μα πότε τα ετοιμάσατε όλα αυτά;… ρώτησε ο Στέφανος.

-Τόσες μέρες που τα βράδια σε στέλναμε για ύπνο, εμείς αφιερώναμε λίγες ώρες για να σου ετοιμάσουμε την έκπληξη. ..είπε ο πατέρας. Και να ξέρεις ….ότι τον αετό σου τον έχω δοκιμάσει και πετάει μια χαρά.

Ο Στέφανος κατάλαβε πόσο άδικα σκέφτηκε για τους γονείς του, και πως εκείνοι φρόντιζαν να τον κάνουν να χαρεί. Εκείνος όμως τι έκανε; Με περισσή  αχαριστία σκεφτόταν ότι ήθελε άλλους γονείς στη θέση τους. Δεν θα το ξανασκεφτόταν ποτέ πια. Είχε πάρει το μάθημά του.

Το βράδυ, γύρισαν στο σπίτι, κρατώντας τα βραβεία για την πιο πρωτότυπη στολή, και για τον πιο ωραίο αετό, και γεμάτοι επαίνους, για το υπέροχο ψωμί, την νόστιμη πίτα και τα πιο ζουμερά ντολμαδάκια που είχαν φάει.


Ο Στέφανος έπεσε να κοιμηθεί, κάνοντας την σκέψη πως δεν χρειάζονται πολλά χρήματα για να γίνει ευτυχισμένος κάποιος. Αρκεί να υπάρχει αγάπη, και μεράκι. Κι έπειτα χαμογελαστός βυθίστηκε σε έναν ύπνο γεμάτο υπέροχα όνειρα!

10/3/2016 ΜΑΙΡΗ ΜΟΣΧΟΝΑ

2 σχόλια:

  1. Α πολύ με συγκίνησε! Τι όμορφο παραμύθι Μαίρη μου. Και δικό σου!!! Με διδάγματα και τόσο τρυφερό. Γράφεις όμορφα. Όπως τα άλλα που διάβασα στο άλλο σου μπλογκ. Μπράβο, γράφε μας δικά σου. Τα απολαμβάνουμε πραγματικά.
    Φιλιά πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Άννα μου ελπίζω να πέρασες καλά το τριήμερο! Είπα να γράψω ένα λόγω των ημερών. Και ξέρεις πάντα να έχει διδάγματα! Φιλιά! Καλή εβδομάδα!

      Διαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*