Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστής!!

Θα έχετε δει βέβαια, κάποιο από εκείνα τα παλιά τα σκαλιστά ερμάρια, όλο φύλλα και μπρούντζινα σκαλίσματα, μαύρα από την πολυκαιρία. Ένα τέτοιο ακριβώς ερμάρι στεκόταν στο σαλόνι μιας οικογένειας. Το είχαν από την προμάμμη τους, κληρονομιά. Ήταν σκεπασμένο από πάνω ως κάτω, με σκαλισμένα τριαντάφυλλα και τουλίπες, καθώς και με κέρατα ελαφιών.
Στην κορυφή του στεκόταν ένας παράξενος, κωμικός διαβολάκος, με κατσικίσια πόδια, με κέρατα στο κούτελο, και με μακριά γένια. Σαν τον θεό Πάνα, ένα πράγμα. Στεκόταν εκεί, και χασκογελούσε συνέχεια, με έναν κωμικό τρόπο, που δεν μπορούσες όμως να τον πάρεις ακριβώς σαν χαμόγελο.
Τα παιδιά μια μέρα παίζοντας, τον βάφτισαν: '' ο κατσικοπόδαρος Στραταρχουποδιοικητής'', τόσο μακρύ και δύσκολο για να γελάσουν. Σίγουρα εκείνος που τον είχε σκαλίσει, θα είχε κουραστεί σίγουρα πάρα πολύ!
Μια φορά, έτσι ήταν...και στεκόταν εκεί πάνω, ακίνητος, κοιτάζοντας το τραπέζι, κάτω από τον καθρέφτη. Γιατί εκεί ήταν μια όμορφη βοσκοπούλα, από πορσελάνη. Τα παπουτσάκια της ήταν χρυσωμένα όπως και το καπέλο της. Και φορούσε ένα ωραίο τριαντάφυλλο στη μέση. Στο χέρι της κρατούσε μια γκλίτσα. Με δυο λόγια, ήταν μια κοπέλα αληθινό χάρμα!
Δίπλα της στεκόταν, ένας καπνοδοχοκαθαριστής, μαύρος...κατάμαυρος, μα από πορσελάνη κι αυτός.
Παρά το μαύρο του χρώμα, ήταν πεντακάθαρος και γυαλιστερός, γιατί ο κεραμουργός τον είχε φτιάξει, για να μοιάζει με αυτούς που καθάριζαν τις καμινάδες και ήταν μαύροι από την κάπνα.
Με το ίδιο υλικό θα μπορούσε να είχε φτιάξει ένα πρίγκιπα.
Στεκόταν λοιπόν ο καπνοδοχοκαθαριστής, με ροδοκόκκινο το πρόσωπό του, γιατί φαίνεται από λάθος δεν του το είχαν μαυρίσει κι αυτό....
Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστής, στέκονταν πλάι-πλάι. Κι όπως ήταν φυσικό, συνομιλούσαν, σιγογελούσαν, ερωτεύτηκαν και τέλος αρραβωνιάστηκαν.
Και ήταν ταιριαστοί, γιατί ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, και είχαν και το ίδιο ύψος.
Λίγο πιο πέρα, ήταν ένα άλλο αγαλματάκι, πιο μεγάλο. Ένας Κινέζος, που μπορούσε να κουνάει το κεφάλι του πάνω- κάτω. Ήταν κι αυτός από πορσελάνη, κι έκανε τάχα πως ήταν ο παππούς της βοσκοπούλας, παρόλο που καμία απόδειξη δεν είχαμε γι' αυτό.
Ωστόσο έλεγε πως ήταν εγγονή του, και είχε το θράσος, να υποσχεθεί στον κατσικοπόδαρο, τη βοσκοπούλα για γυναίκα του.
-Θα σε παντρέψω....είπε στη βοσκοπούλα, με κάποιον σπουδαίο!...Είναι φτιαγμένος από γνήσιο μαόνι, κι έχει περιουσία, ένα ολόκληρο ερμάρι, με κρύσταλλα και πιατικά, δικό του!
-Δε θέλω να κλειστώ στο ερμάρι,....έλεγε η βοσκοπούλα....Λένε πως έχει άλλες έντεκα γυναίκες από πορσελάνη εκεί μέσα!....
-Τότε θα γίνεις η δωδέκατη!...είπε ο γερο- Κινέζος. Απόψε κιόλας τη νύχτα θα παντρευτείτε!
Και ο Κινέζος αφού κούνησε πάνω-κάτω δύο φορές το κεφάλι του, αποκοιμήθηκε.
Η βοσκοπούλα έβαλε τα κλάματα, και κοίταξε τον αγαπημένο της, τον καθαριστή.
-Πρέπει να το βάλουμε στα πόδια, και να φύγουμε από εδώ...αλλιώς....χάθηκα. ...είπε μέσα στα κλάματα της.
-Ότι θες εσύ, το θέλω κι εγώ...απάντησε εκείνος! Δεν θα χαθούμε θα καθαρίζω καμινάδες και θα ζήσουμε. Δεν θα χαθούμε, είμαι επαγγελματίας εγώ!
Την παρηγόρησε με αυτά τα λόγια, και δείχνοντας της πού να πατάει, στα πόδια του τραπεζιού, την κατέβασε κάτω και κατέβηκε κι εκείνος!
Σαν κοίταξαν όμως προς το ερμάρι, είδαν μεγάλη φασαρία! Τα κέρατα των ελαφιών κουνιόνταν, και ο κατσικοπόδαρος, φώναζε στον Κινέζο...
-Φεύγουν! Πρόσεχε, το έσκασαν από δίπλα μας!...
Η βοσκοπούλα και ο καθαριστής τρόμαξαν τόσο πολύ, που πήγαν και κρύφτηκαν σε ένα συρτάρι.
Εκεί έμεναν τρεις τράπουλες, που όμως δεν είχαν όλα τους τα χαρτιά. Κι ένα μικρό κουκλοθέατρο, έτοιμο για παράσταση. Όλες οι ντάμες κάθονταν στη πρώτη σειρά, κι έκαναν αέρα με τις βεντάλιες τους. Και οι συνοδοί τους ήταν οι Φάντηδες, που είχαν δύο κεφάλια, το ένα πάνω και το άλλο κάτω.
Το έργο μιλούσε για δύο αρραβωνιασμένους, που δεν τους άφηναν να παντρευτούν, και το ζευγάρι μας συγκινήθηκε τόσο, ώστε η βοσκοπούλα έβαλε τα κλάματα με τα δεινά της ηρωίδας.
-Δεν αντέχω πια να τους βλέπω...είπε...πρέπει να φύγουμε από εδώ....
Όταν κοίταξαν έξω, είδαν ότι ο Κινέζος είχε ξυπνήσει και ανασάλευε με όλο του το κορμί.
-Αλίμονο μας! Θα μας πιάσει ο Κινέζος.....
-Εγώ ξέρεις τι λέω;....ρώτησε ο καθαριστής. Να χωθούμε σ' εκείνο το βάζο, στη γωνιά. Έχει λεβάντα και αλάτι μέσα. Θα είμαστε μαλακά κι αν έρθει ο Κινέζος θα του ρίξουμε αλάτι στα μάτια.
-Όχι δεν έχουμε άλλη εκλογή πρέπει να φύγουμε...το κινέζικο βάζο και ο Κινέζος, κάποτε ήταν αρραβωνιασμένοι, και όλο και κάποια σπίθα θα έχει μείνει από την παλιά αγάπη τους.
-Δε φοβάσαι λοιπόν να ξεκινήσεις μαζί μου, να δεις τον κόσμο παραέξω;...τη ρώτησε.
Σκέφτηκες πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος, και ότι ποτέ ξανά δεν θα μπορούμε να γυρίσουμε εδώ;
-Ναι! ...απάντησε εκείνη στα γρήγορα..
-Ο δρόμος μου περνάει μέσα από μπουριά και σόμπες, μέσα από στάχτες και καμινάδες.Έχεις το θάρρος;.. Αν το έχεις τότε έλα μαζί μου, γιατί ο μόνος δρόμος διαφυγής, είναι να φτάσουμε πολύ ψηλά. Εκεί που κανένας δεν θα μπορέσει να μας φτάσει.
Και την οδήγησε στο πορτάκι της σόμπας.
-Τι σκοτεινά που είναι εδώ μέσα...είπε η κοπέλα.
Ωστόσο τον ακολούθησε, όχι μόνο στη σόμπα, αλλά και στα μπουριά, που το σκοτάδι ήταν ακόμα μεγαλύτερο.
-Τώρα φτάνουμε στην καμινάδα, ....της είπε. Βλέπεις εκείνο το αστέρι; Από εκείνη τη τρύπα θα βγούμε και θα γνωρίσουμε τον κόσμο.
Πραγματικά ένα αστέρι έλαμπε, λες και τους έδειχνε τον δρόμο. Η βοσκοπούλα και ο καθαριστής, σκαρφάλωναν ο ένας πίσω από τον άλλο, και εκείνος την κρατούσε διαρκώς, λέγοντας της κάθε φορά πού να βάλει το πορσελάνινο ποδαράκι της. Έτσι φτάσανε στη κορφή, και κάθισαν στο περβάζι να ξεκουραστούν.
Πάνω τους απλωνόταν ο ουρανός, και κάτω τους οι στέγες όλης της πολιτείας. Έβλεπαν μακριά ένα μεγάλο κόσμο να απλώνεται μπροστά στα μάτια τους.
Η καημένη η βοσκοπούλα, δεν είχε φανταστεί τον κόσμο τόσο μεγάλο, και κρύο, και ξένο. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του καλού της, κι έβαλε τα κλάματα. Τόσο πολύ έκλαιγε, που ξεκόλλησε το χρυσάφι από τη ζώνη της.
-Πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος!...φοβάμαι, ....αχ! και να ήμουνα πίσω στο τραπέζι μου, κάτω από τον καθρέφτη!.. Εκεί ήμουν ευτυχισμένη, και καθαρή. Τώρα που σε ακολούθησα, σκέφτομαι ότι αν με αγαπάς, πρέπει να με ξαναπάς πίσω.
Ο καθαριστής της θύμισε τον Κινέζο, τον κατσικοπόδαρο, αλλά εκείνη με τα φιλιά της τον κατάφερε, να της κάνει το χατήρι. Της είπε μόνο:
-Σε ρώτησα αν είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις, και αν το σκέφτηκες καλά, και μου απάντησες ναι!
Δεν πρέπει ποτέ να αποφασίζεις επιπόλαια, ούτε να σκέφτεσαι βιαστικά.
Μπήκαν πάλι στην καμινάδα, και άρχισαν να κατεβαίνουν από τα μπουριά και τους σωλήνες.
Κουραστικό ταξίδι!
Τελικά, έφτασαν στο πορτάκι της σόμπας, και σταμάτησαν να ακούσουν τι γίνεται μέσα. Όλα ήταν ήρεμα. Κοίταξαν με προσοχή, και ξαφνικά....ωχ!... ο Κινέζος, ήταν στο πάτωμα. Και ο δόλιος ήταν σπασμένος σε τρία κομμάτια. Φαίνεται προσπάθησε να τους κυνηγήσει, και έπεσε και έσπασε.
Ολόκληρη η πλάτη του είχε κοπεί. Και το κεφάλι του είχε κυλήσει στη γωνιά. Ο κατσικοπόδαρος, στεκόταν βυθισμένος στις σκέψεις του.
-Φοβερό! Ο παππούς έγινε κομμάτια, και φταίμε εμείς γι' αυτό! Αχ! ...δεν θα μπορέσω να αντέξω αυτή την τραγωδία!...Τελικά το κατάλαβα, έπρεπε να μείνουμε και να αγωνιστούμε εδώ! Σε παρέσυρα και φύγαμε, δείχνοντας δειλία, και δεν σκέφτηκα τις συνέπειες της επιλογής μου!
-Μη κάνεις έτσι αγάπη μου!.... Θα δεις όλα θα φτιάξουν! Θα τον κολλήσουν τον παππού και θα γίνει σαν και πρώτα. Θα τον πάνε στον τεχνίτη, και θα του βάλει καρφί, και θα γίνει καινούργιος.
-Αχ!...μακάρι. Γιατί δεν έρχεται κάποιος;
Την άλλη μέρα, πράγματι η υπηρέτρια, πήρε τον Κινέζο και τον πήγε στον μάστορα, ενόσω απορούσε πώς στο καλό βρέθηκε στο πάτωμα. Κι ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει, ενώ είχε καθαρίσει, πώς η βοσκοπούλα και ο καθαριστής ήταν τόσο βρώμικοι.
Ο Κινέζος φτιάχτηκε, και ξαναπήρε τη θέση του. Ο κατσικοπόδαρος μόλις τον είδε, τον ρώτησε:
-Θα την πάρω την εγγονή σου, γυναίκα μου; Από τότε που γύρισες έγινες πολύ περήφανος...
Ο Κινέζος όμως έμεινε ασάλευτος, γιατί δεν ήθελε να δείξει σε έναν ξένο, ότι μια βίδα υπήρχε στο κεφάλι του, και δεν μπορούσε πια να το κουνήσει.
Κι έτσι όλα έγιναν όπως πριν, ήσυχα. Το ζευγάρι ζούσε μαζί, ο παππούς στην άλλη μεριά του τραπεζιού, και ο κατσικοπόδαρος που τους άφησε ήσυχους πλέον, στην κορυφή , πάνω στο ερμάρι.



2 σχόλια:

  1. Mακριά από μας οι κατσικοπόδαροι!!! Αλλά όχι και να το βάζουμε στα πόδια χωρίς να σκεφθούμε τις συνέπειες....Αντιμετώπιση των κατσικοπόδαρων χρειάζεται!!!!! Και φυσικά να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας!!!!!!!!!!! Ωραία ιστορία Μαίρη!
    Καλησπέρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φυσικά μη ξεχνάμε η ζωή δεν αξίζει να την παίρνεις επιπόλαια ούτε να δειλιάζεις!

      Διαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*