Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Το ψωμί και το αλάτι!!!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις κόρες. Οι δύο ήταν ακατάδεχτες και περήφανες και η τρίτη ήταν γλυκομίλητη και καλή. Ο βασιλιάς ήταν πολύ γέρος και σκέφτηκε να μοιράσει τα υπάρχοντα του στις κόρες του, όσο ήταν ακόμα ζωντανός. Γι' αυτό τις φώναξε και τους είπε:
-Κόρες μου καλές, θέλω να σας μοιράσω το βασίλειο μου, μα πριν θέλω να μάθω πόσο με αγαπά η κάθε μια σας.
-Εγώ σε αγαπώ σαν τον ήλιο.....αποκρίθηκε περήφανα η πρώτη κόρη. Έτσι θεωρώ ότι μου δίνεις ζωή.
Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ από αυτή την απάντηση, και χάρισε το ένα τρίτο του βασιλείου του στη κόρη του σαν ανταμοιβή.
-Εγώ σε αγαπώ σαν την ίδια τη ζωή μου, που θα την έδινα ευχαρίστως για σένα πατέρα...είπε περήφανα και η δεύτερη του κόρη.
Και αυτή η απάντηση ενθουσίασε τον πατέρα, που έδωσε και στη δευτερότοκη το δεύτερο τρίτο του βασιλείου του.
Ήταν η σειρά της μικρότερης κόρης να του απαντήσει. Κι εκείνη είπε μόνο:
-Εγώ σε αγαπώ γλυκέ μου πατέρα, σαν το ψωμί και το αλάτι.
Αυτή η απόκριση φάνηκε άχαρη στο βασιλιά, και έγινε έξω φρενών.
-Τι;;; .....φώναξε.... τόση λίγη εκτίμηση μου έχεις, που με συγκρίνεις με τόσο τιποτένια πράγματα;;  Εξαφανίσου από το παλάτι μου, σε ξεγράφω κι εγώ από κόρη μου.
Έβαλε λοιπόν τους δούλους με τα σκυλιά του, να συνοδέψουν τη βασιλοπούλα έξω από το βασίλειο, και δήλωσε ότι τη ξεγράφει.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τριγυρνούσε μέσα στο δάσος, το άτυχο κορίτσι, και τρεφόταν με αγριοφράουλες και κούρνιαζε πάνω στα δέντρα για να κοιμηθεί.
Ένα πρωί ξύπνησε τρομαγμένη από τα γαβγίσματα μιας ομάδας κυνηγόσκυλων. Την είχαν μυριστεί και έδιναν σήμα στο αφεντικό τους για το θήραμα. Σε λίγο κατέφθασε και το αφεντικό τους, που δεν ήταν άλλος από το βασιλόπουλο του κοντινού βασιλείου, με του πατέρα της. Ετοίμασε το τόξο του, πέρασε σαΐτα και ήταν έτοιμος να στοχεύσει όταν, αντιλήφθηκε ότι το θήραμα, ήταν ένα κορίτσι. Μόλις είδε το κοριτσίστικο πρόσωπο μέσα στα κλαριά, τα έχασε. Γρήγορα όμως συνήλθε και είπε στη κοπέλα να κατέβει. 
-Ποια είσαι, και τι έκανες επάνω στο δέντρο;;....τη ρώτησε.
Η δύστυχη βασιλοπούλα, του είπε:
-Είμαι η τρίτη κόρη του βασιλιά, του βασιλείου που συνορεύει με το δικό σου. 
Και του εξιστόρησε τα συμβάντα. 
Όση ώρα μιλούσε, το βασιλόπουλο θαύμαζε την ομορφιά της και νευρίασε με την άδικη συμπεριφορά του πατέρα της. Τη πήρε μαζί του στο παλάτι, και τη φιλοξένησε με τιμές.
Σιγά-σιγά γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν. Γρήγορα γιόρτασε όλο το βασίλειο τους γάμους τους.
Την ημέρα του γάμου, έπειτα από τη τελετή, έγινε ένα τεράστιο γλέντι με καλεσμένους τους πάντες. Όλοι οι βασιλιάδες ήταν καλεσμένοι, μαζί και ο πατέρας της. Εκείνος όμως δεν ήρθε, και αντί για αυτόν, ήρθε  κάποιος, που  έφερε και τα νέα του διπλανού βασιλείου.
-Έτσι που λέτε, οι δύο κόρες άρπαξαν και το μερτικό του πατέρα τους και το μοιράστηκαν μεταξύ τους. Βασιλεύουν οι ίδιες τώρα, και το γέρο βασιλιά τον πέταξαν στο δρόμο, γιατί τις ενοχλούσε. Έτσι πεινασμένος γυρίζει εδώ κι εκεί, μια και δεν έχει τίποτα δικό του, και για να φάει ζητιανεύει.
Η νέα βασίλισσα σαν τα άκουσε αυτά τα μαντάτα, έβαλε τα κλάματα για τη κατάντια του πατέρα της. Ρώτησε πού μπορούσε να βρει το γέρο βασιλιά, αλλά κανείς δεν ήξερε πού.
Την άλλη μέρα, ζήτησε από τον άντρα της, να στείλει ανθρώπους παντού, και όπου έβλεπαν ζητιάνο, να τον οδηγούσαν μπροστά της. Κι εκείνος καταλαβαίνοντας το πόνο της το έκανε πράξη αμέσως.
Είδε όλους τους ζητιάνους που της έφεραν, αλλά μάταια. Και πάνω που άρχισε να απελπίζεται, της έφεραν και έναν γέρο, που περπατούσε φοβισμένα και κουρασμένα με σκυμμένο κεφάλι.
Η βασίλισσα τον γνώρισε αμέσως. Μα κράτησε τα δάκρυα της. Κάθισε το γέρο στο τραπέζι και τον φίλεψε ψωμί και αλάτι με τα ίδια της τα χέρια.
Σαν τα είδε ο γέρος, έμεινε να τα κοιτά και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του.
-Σε ευχαριστώ υψηλοτάτη, γι' αυτό το κομμάτι το ψωμί και το αλάτι που με φιλεύεις. Είναι τα πολυτιμότερα πράγματα στο κόσμο, και το έμαθα πάνω στη καμπούρα μου.
-Έχεις δίκιο,...αποκρίθηκε η βασίλισσα....το ίδιο πιστεύω κι εγώ, ....μα σαν το είπα στον πατέρα μου, εκείνος έβαλε τους δούλους του και τα σκυλιά του, να με κυνηγήσουν μέσα στα δάση.
Εκείνη τη στιγμή ο γερο-πατέρας, γνώρισε τη κόρη του. Και κλαίγοντας έπεσε στα πόδια της.
Μα εκείνη τον αγκάλιασε, του μίλησε τρυφερά, και του γνώρισε τον άντρα της. Του είπε ακόμα ότι γρήγορα θα γινόταν παππούς, και το εγγονάκι του αλλά και εκείνοι, τον χρειάζονταν κοντά τους. Έτσι έζησαν όλοι μαζί στο παλάτι. 
Γρήγορα, αποφάσισαν να βάλουν τη τάξη και στο διπλανό βασίλειο, μια και οι αδελφές της, τρώγονταν τώρα μεταξύ τους, για να διώξει η μία την άλλη και να κάνει το βασίλειο δικό της όποια κέρδιζε. Στις μάχες που ακολούθησαν, σκοτώθηκαν και οι δύο αδελφές, αμετανόητες για το κακό που έκαναν, και για τη ψευτιά τους. Τα δύο βασίλεια έγιναν ένα, και έκτοτε έζησαν όλοι καλά κι ευτυχισμένοι.

1 σχόλιο:

  1. Όμορφο παραμύθι....Ο βασιλιάς έπαθε ό,τι του άξιζε από τις δύο κόρες του...Ματαιόδοξος και αυτός έτσι τις δίδαξε......
    Ευτυχώς που στα παραμύθια υπάρχουν και οι καλές πριγκιποπούλες!!!!!!!!!!
    Καλή εβδομάδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*