Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Η κορώνα από δροσιά!!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας δυνατός βασιλιάς, σε μακρινό τόπο, που είχε μια μοναχοκόρη.
Ήταν πολύ όμορφη, μα σαν μοναχοκόρη, ήταν κακομαθημένη και ήθελε πάντα να γίνεται ότι της άρεσε. Με λίγα λόγια, ήταν η πιο περήφανη βασιλοπούλα του κόσμου. Φορούσε μόνο φίνες μεταξωτές φορεσιές, κεντημένες με χρυσούς δράκους, γαλάζιες θάλασσες και τριανταφυλλί σύννεφα, καθώς και τα πιο ακριβά στολίδια από χρυσάφι, ασήμι, διαμάντια, και νεφρίτη.
Στα μαλλιά της, είχε φουρκέτες με μαργαριτάρια και ρουμπίνια, και παρόλο που είχε όλα τα καλά, δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένη.
Πάντα ήθελε να αποκτά ότι δεν είχε κανένας άλλος. 
Μια μέρα, περπατούσε στο περιβόλι, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος. Η πρωινή δροσιά, ήταν ακόμα πάνω στα φύλλα και στα λουλούδια. Και σαν ο ήλιος σηκώθηκε πάνω από τα δέντρα, οι δροσοσταλίδες άστραφταν, σαν ατίμητα και καθαρά πετράδια.
Εκείνη τη στιγμή, το περιβόλι του βασιλιά, έλαμπε πιο πολύ κι από το θησαυροφυλάκιο που είχαν το χρυσάφι. Η βασιλοπούλα κιτρίνισε από το κακό της. Δεν ήταν δυνατό τα λουλούδια να είχαν πιο όμορφα στολίδια από τα δικά της.
Έτρεξε μανιασμένη στο παλάτι. Πήγε στο πατέρα της κλαίγοντας, και του φώναξε:
-Θέλω ένα περιδέραιο και μια κορώνα φτιαγμένα από δροσοσταλίδες.
Ο πατέρας της τα έχασε και μάταια πήγε να της πει, ότι αυτό δεν γινόταν. Η κόρη του όχι μόνο δεν τον άκουγε, αλλά έκλαιγε και φώναζε δυνατότερα.
Πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της, και τα κλάματα της ακούγονταν όλη τη μέρα.
Ο βασιλιάς μη θέλοντας να είναι η κόρη του στενοχωρημένη, αποφάσισε να μεταφέρει το πρόβλημα αλλού. Διέταξε να έρθουν στο παλάτι όλοι οι χρυσικοί και οι τεχνίτες του βασιλείου.
Μόλις μαζεύτηκαν όλοι, τους πρόσταξε να φτιάξουν ένα περιδέραιο και μια κορώνα από δροσοσταλίδες, και τους έδωσε διορία τρεις ημέρες, αλλιώς θα τους έπαιρνε τη ζωή.
Κατά βάθος είχε την ελπίδα ότι η κόρη του, θα άλλαζε γνώμη. Σε τρεις ημέρες πολλά μπορεί να συνέβαιναν. Αλλά τουλάχιστον θα σταματούσε να κάνει φασαρία, κλαίγοντας και φωνάζοντας.
Φόβος και τρόμος απλώθηκε στο βασίλειο. 
Οι χρυσικοί και οι οικογένειες τους, έκλαιγαν τη μοίρα τους, και δεν τολμούσαν ούτε να το σκάσουν, γιατί ήξεραν ότι θα τους έβρισκαν όπου και να πήγαιναν.
Κανένας δεν είχε ακουστά για τέτοια στολίδια, και ούτε είχαν ιδέα πώς να τα φτιάξουν.
Προσπάθησαν να βάλουν και τις γυναίκες του παλατιού, να μιλήσουν στη βασιλοπούλα, ώστε να καταλάβει ότι ήταν άδικο να χάσουν τη ζωή τους. Αλλά μάταια. 
Εκείνη ήθελε αυτό που επιθυμούσε, θεωρούσε ότι η ζωή των χρυσικών δεν άξιζε αν δεν της έδιναν αυτό που τους είχε προστάξει ο πατέρας της.
Μέσα σε όλο αυτό το θρήνο, ένας γέρος χρυσικός καθόταν ήσυχος και χαμογελαστός.
Οι νεότεροι δεν του μιλούσαν πολύ, γιατί τον θεωρούσαν ξεπερασμένο, και με λιγότερες ικανότητες από τις δικές τους.
Κάποιος τον ρώτησε:
-Χαμογελάς γιατί είσαι ήδη γέρος, και δεν σε νοιάζει να πεθάνεις;;;
Κι εκείνος χαμογελαστός απάντησε:
-Όχι μόνο δε θα πεθάνω, αλλά θα μου χρωστάτε και όλοι τη ζωή σας.
Έφθασε η τρίτη μέρα, η τελευταία της διορίας, που θα έπρεπε να δώσουν απάντηση στο βασιλιά, ή να πεθάνουν.
Ξεκίνησαν όλοι μαζί, και μπροστά πήγαινε ο γέρος.
Μόλις έφθασαν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν στο βασιλιά και στη μοναχοκόρη του, ο γέρος υποκλίθηκε, και είπε:
-Βασιλιά μου, είμαι σε θέση να σου απαντήσω, ότι μπορώ να φτιάξω αυτό που ποθεί η καρδιά της όμορφης βασιλοπούλας μας. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα.
Οι πολύτιμες δροσοσταλίδες, είναι τόσο λεπτεπίλεπτες που κινδυνεύουν να καταστραφούν αν μαζευτούν από χέρια απλού θνητού. Μόνο τα βασιλικά χέρια της κόρης σου μπορούν να τις αγγίξουν και να τις μαζέψουν. Πρέπει να το κάνει η ίδια, και να μου τις δώσει, ώστε να της φτιάξω μετά τα υπέροχα κοσμήματα που ζήτησε.
Δίχως να το πολυσκεφτεί η βασιλοπούλα, συμφώνησε και το άλλο πρωί όλοι μαζί πήγαν στο περιβόλι. Κάθε φύλλο και κάθε λουλουδάκι ήταν σκεπασμένο από δροσιά. Μα σαν την άγγιζε η βασιλοπούλα, έλιωνε μέσα στα δάχτυλα της.
Η κοπέλα έτρεχε με πείσμα από φυτό σε φυτό, κι από λουλούδι σε λουλούδι, μέχρι που έκανε το γύρο του περιβολιού. Ο γέρος την περίμενε υπομονετικά. Η βασιλοπούλα πήγε κοντά του με τα χέρια άδεια. Ο γέρος τη κοίταζε στα μάτια με καλοσύνη, κι εκείνη έγινε κατακόκκινη για πρώτη φορά από ντροπή. Ζήτησε για πρώτη φορά συγγνώμη, κι ο γέρος της είπε:
-Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε πρώτα, και να μαθαίνουμε ότι σε αυτή τη ζωή συμμετέχουμε.
Δε μας ανήκει τίποτα που δε πρέπει να μας ανήκει. Και δε θυσιάζουμε τίποτα χωρίς σκέψη, που δε πρέπει να θυσιαστεί. Είμαστε μέρη ενός συνόλου, και πρέπει να σεβόμαστε το κάθε τι.
Από τότε έμεινε κοντά στη κοπέλα, μέχρι το τέλος της ζωής του, και της δίδαξε τις αξίες της ζωής, και τη σεμνότητα του χαρακτήρα.

2 σχόλια:

  1. ''Δε μας ανήκει τίποτα που δε πρέπει να μας ανήκει. Και δε θυσιάζουμε τίποτα χωρίς σκέψη, που δε πρέπει να θυσιαστεί. Είμαστε μέρη ενός συνόλου, και πρέπει να σεβόμαστε το κάθε τι.''
    Όλη η αξία της ζωής περικλείονται σ'αυτές τις γραμμές!!!!!!!!!
    Καλό σου βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πάρα πολύ όμορφο και σοφό παραμύθι, που πιστεύω πως θα επικοινωνεί πολύ καλά με τα μικρά παιδιά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*