Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Όταν τα φρούτα μιλάνε...






Η Αννούλα σήμερα που ήταν Κυριακή και δεν είχε σχολείο, αποφάσισε να φτιάξει πρωινό στη μαμά και στον μπαμπά που κοιμόνταν ακόμη.

Πήγε λοιπόν σιγά-σιγά στην κουζίνα και σκέφτηκε:
‘’Θα στύψω φρούτα. Όμως το μηχάνημα θα κάνει θόρυβο. Τι να κάνω;’’

Στο μεταξύ έβγαλε από το ψυγείο αβγά και αφού γέμισε το μπρίκι νερό, τα έβαλε μέσα. Ήξερε πώς να ανάβει το μάτι της κουζίνας, όμως είχε ένα άγχος!!!
Ας μην κάνω ζημιά Θεούλη μου, έλεγε συνεχώς από μέσα της. Αράδιασε  ό,τι φρούτα είχαν στον πάγκο της κουζίνας.

Η Αννούλα ήταν μικρούλα, αλλά έφτανε στον πάγκο με ένα μικρό σκαλάκι, που ήταν ολόδικό της. Όμως αφού έτρωγε το φαγητό της, θα ψήλωνε. Το ήξερε.
Συνέχιζε να κοιτάζει τα φρούτα και σκεφτόταν τι να κάνει.
Χμ… χμ … να τα στύψω δεν μπορώ, δεν έχω δύναμη. Να τα αλέσω, θα ακουστεί ο αποχυμωτής. Μάλλον θα τα κόψω κομματάκια, όλα μαζί, όπως κάνει η μαμά, σκέφτηκε, όταν μου κάνει φρουτοσαλάτα.

Όμως στον πάγκο πρόσεξε μια φασαρία, ένα μικρό σαματά και κοίταξε απορημένη. Η μπανάνα έσπρωχνε τα άλλα φρούτα προς τα πίσω. Κάτι έλεγε, τι άραγε;
Έσκυψε η Αννούλα να ακούσει.
‘’Μα μιλήστε πιο δυνατά.. είπε.
‘’ Μας ακούς; Είπαν όλα τα φρούτα μαζί.
‘’Φυσικά αν μιλάτε κανονικά χωρίς να κάνετε θόρυβο και ξυπνήσετε τη μαμά μπορούμε να συζητήσουμε.’’
‘’Εγώ πρέπει να είμαι η πρώτη που θα βάλεις στη φρουτοσαλάτα των γονιών σου.’’ Είπε η μπανάνα.
‘’Μην ξεχνάς ότι έχω τόσες βιταμίνες όσες όλα τα άλλα φρούτα.’’
‘’Μην καυχιέσαι τόσο’’, της είπε το μήλο κυλώντας και δίνοντας της με τον όγκο του μια σπρωξιά.
‘’Ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα, το ξέχασες;’’
Η μπανάνα δεν μίλησε αλλά το πορτοκάλι κύλησε πιο κοντά. ‘’ Μην ξεχάσεις να με στύψεις τελευταίο, γιατί η βιταμίνη μου θα χαθεί αν μείνω πολλή ώρα στο ποτήρι.’’
‘’Τι κρίμα που δεν έχω δύναμη να στύβω. Περιμένετε λίγο, να βάλω την καφετιέρα να κάνει καφέ.
Η Αννούλα θυμόταν ότι η μαμά μετρούσε δύο κούπες νερό και έβαζε φίλτρο από το συρτάρι και πρόσθετε δύο κουταλάκια καφέ. Μετά πατούσε το κουμπί.
Ουφ! Όλα τα έκανε και έβαλε μπροστά την καφετιέρα.
‘’Πόσο μεγάλωσες’’ της είπε το αχλάδι. ‘’Θυμάμαι όταν ήσουν μικρούλα και έτρωγες αχλάδι φρουτόκρεμα. Εγώ σε μεγάλωσα να το ξέρεις.’’
‘’Βρε αχλάδι μου, είπε το κοριτσάκι χαμογελώντας. Δεν ήσουν εσύ αλλά τα αδέλφια σου’’.
‘’Το ίδιο κάνει. Ό,τι γίνεται στον έναν μας γίνεται και στον άλλον. Όλα τα μαθαίνουμε.’’
Το ακτινίδιο δεν μιλούσε και η Αννούλα δεν του έδωσε σημασία. Δεν της πολυάρεσε κιόλας.
Άρχισε να κόβει τα φρούτα κομματάκια σε μπολ. Πρόσεχε πολύ μην κοπεί με το μαχαίρι, γι’ αυτό της έπαιρνε πολλή ώρα.

Όταν τελείωσε το ακτινίδιο προσβλήθηκε που το περιφρόνησε. Κύλησε δίπλα της και της είπε αγριεμένο.
‘’Δεν ξέρεις τι χάνεις. Με περιφρονείς αλλά έτσι, εγώ δεν θα σου δώσω τις πολλές και σπουδαίες βιταμίνες μου. Λες η μαμά σου να με αγόραζε αν ήμουν άχρηστο; Γι’ αυτό δεν αρρωσταίνεις συχνά γιατί με τρως κάθε μέρα.
‘’Σου ζητώ συγγνώμη ακτινιδούλη μου. Αμέσως θα σε βάλω στην φρουτοσαλάτα αλλά να είσαι ξινούλι.’’
‘’Γι’ αυτό ανακάτεψε με, με τα άλλα φρούτα. Έτσι και τις βιταμίνες θα πάρεις και δεν θα νοιώθεις την ξινή μου γεύση.’’
Ετοίμασε τις δύο κούπες με τον καφέ σε δύο δίσκους. Έψησε ψωμί  και το έβαλε σε πιάτα μαζί με τα αβγά και με τυρί. Έβαλε και τη φρουτοσαλάτα.
Όταν ξύπνησαν η μαμά και ο μπαμπάς τα έχασαν. Χαμογέλασαν και ευχαρίστησαν το κοριτσάκι τους που είχε κάνει τόσο κόπο. Και πράγματι η Αννούλα είχε κοπιάσει πολύ, και η μαμά κοίταξε τριγύρω την κουζίνα που έμοιαζε σαν ‘’βομβαρδισμένη’’, και που έπρεπε να τα καθαρίσει τώρα εκείνη, αλλά κοιτάζοντας το ευτυχισμένο προσωπάκι της κόρης της, χαμογέλασε και σκέφτηκε: ‘’ποιος νοιάζεται;’’


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Ο γέρος και τα τρία αδέλφια! (Λαϊκό παραμύθι)





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά.
Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθισαν σε μια βρύση κοντά να φάνε  και να ξεκουραστούν.
Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:
-Ώρα καλή παλληκάρια!
-Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε :
- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.
Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.
-Τι θα ήθελες παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;
-Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.
-Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;
-Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα.
Σηκώθηκε το παιδί, μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί. Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο.
Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο :
-Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου , να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;
-Εγώ θα ήθελα παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.
-Καλά, του λέει ο γέρος. Αφού θα 'χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;
-Θα δίνω , του λέει.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό, απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια.
Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο. Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού :
- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε;
-Εγώ, παππούλη, θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.
-Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν;
-Θα δίνω.
Ταπ ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους.
Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του.
Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι, κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του, γιατί τα πεθύμησε.
Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα.
Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει :
-Είδες; Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν ! Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα . Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου !Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινεν άφαντος.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*