Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Εγώ ο Άνθρωπος!





 Ένοιωθα την αχλή του πρωινού να μου δροσίζει τα μάγουλα και τα υγρά χόρτα έβρεχαν τις άκρες από τα μπατζάκια του παντελονιού μου.

 Μου άρεσε το πρωινό. Κι ας ήταν ελαφρά ομιχλώδες και υγρό.  Μου άρεσε να τρέχω κατά μήκος στο πράσινο χαλί και έπειτα να παίρνω το κατηφορικό δρομάκι που έβγαζε στην άκρη του ποταμού.

Εκεί που τα νερά έτρεχαν ορμητικά ακολουθώντας την πορεία τους χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Μια αέναη ροή που την παρακολουθούσα σαν υπνωτισμένη καλωσορίζοντας το ξημέρωμα της καινούργιας μέρας.

Έγειρα πάνω στο βράχο στην άκρια και τον αγκάλιασα σαν να ήθελα να τον ξεριζώσω από τη θέση του.

‘’Ε… άκουσα μια φωνή απ’ τη μεριά του βράχου. Μάταια προσπαθείς να με κινήσεις. Είναι γερές οι ρίζες μου στη γη και είμαι τόσο δυνατός σε σύγκριση με το αδύναμο κορμί σου.’’

‘’Θέλω κι εγώ να είμαι σαν και σένα. Αυτό θα θέλει πολλή προσπάθεια ε; Θέλω να είμαι δυνατή. Να έχω κι εγώ βαθιές ρίζες και να μη μπορεί να με νικήσει τίποτα.’’

‘’Ναι είναι σωστό   να είσαι σταθερός. Μα πάλι πρέπει να προσέχεις. Γιατί όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας. Ποτέ δεν πρέπει να είσαι υπερόπτης απέναντι σε άλλες δυνάμεις. Ας πούμε εγώ δεν υποτιμώ την δύναμη του νερού.’’

‘’Πώς είναι δυνατό να σε νικήσει κάτι που δεν έχει μάζα; Το πιάνω και φεύγει από τα δάχτυλα μου.’’

‘’Γιατί έχει υπομονή και επιμονή. Κι εγώ έχω το μειονέκτημα πως είμαι ακίνητος στην ίδια θέση. Εκείνο με χτυπάει πάντα στο ίδιο σημείο ακούραστα. Και σιγά-σιγά με διαβρώνει και με συρρικνώνει.’’

‘’Τότε θέλω να έχω την δύναμη σου, την υπομονή και την επιμονή του νερού που δεν έχει κανένα εμπόδιο.’’

‘’Μη νομίσεις πως εγώ δεν βρίσκω εμπόδια, είπε το νερό. Πολλές φορές δέντρα που πέφτουν μου κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορώ να προχωρήσω. Κι επίσης ένα μέρος μου εξατμίζεται από την ζέστα του ήλιου.’’
‘’Θέλω τότε και το θάρρος του δέντρου που ρίχνεται στα ορμητικά νερά και τους κλείνει τον δρόμο. Θέλω να γίνω,  βράχος, ορμητικό νερό και ένα περήφανο δέντρο.’’

Ξαφνικά ακούστηκε μια αργή βαθιά γέρικη φωνή. Ήταν η φωνή του Ήλιου.

‘’Γιατί θέλεις να γίνεις βράχος, νερό ή δέντρο; Όλα αυτά έχουν ιδιότητες καθορισμένες από τη  φύση. Εσύ έχεις κάτι που αυτά δεν έχουν.
 Έχεις καρδιά! Μια ζεστή καρδιά και ένα έξυπνο μυαλό.
 Μπορείς με αυτά τα δύο, να χειριστείς τον άνεμο, το νερό, να κινήσεις βράχους, να νικήσεις φράχτες με  συρματόσχοινα.
 Έχεις τις πιο βαθιές ρίζες. Και με μόνο οδηγό την αγάπη, μπορείς αν θέλεις να κάνεις με σεβασμό έναν καλύτερο κόσμο. 
Τα δέντρα να ανθίζουν, και τα καθάρια νερά να κυλάνε δίπλα σε σπίτια που στα κεραμίδια τους κάνουν φωλιές τα πουλιά με ασφάλεια.
 Είσαι ο άνθρωπος!
 Αυτός που μπορεί να αντιμετωπίσει  όλες τις εποχές προς όφελός του. Αρκεί πάντα να έχεις οδηγό την καρδιά σου και η ζωή σου θα είναι γεμάτη δημιουργία,  δύναμη και χαρά. Ευτυχία και ομόνοια.’’

Γέλασα δυνατά... 
 Μα ναι! Όλα τα μπορώ αρκεί να θέλω.
 Και χαρούμενη πήρα το δρόμο του γυρισμού. 
Είμαι ο άνθρωπος.


Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Όταν τα φρούτα μιλάνε...






Η Αννούλα σήμερα που ήταν Κυριακή και δεν είχε σχολείο, αποφάσισε να φτιάξει πρωινό στη μαμά και στον μπαμπά που κοιμόνταν ακόμη.

Πήγε λοιπόν σιγά-σιγά στην κουζίνα και σκέφτηκε:
‘’Θα στύψω φρούτα. Όμως το μηχάνημα θα κάνει θόρυβο. Τι να κάνω;’’

Στο μεταξύ έβγαλε από το ψυγείο αβγά και αφού γέμισε το μπρίκι νερό, τα έβαλε μέσα. Ήξερε πώς να ανάβει το μάτι της κουζίνας, όμως είχε ένα άγχος!!!
Ας μην κάνω ζημιά Θεούλη μου, έλεγε συνεχώς από μέσα της. Αράδιασε  ό,τι φρούτα είχαν στον πάγκο της κουζίνας.

Η Αννούλα ήταν μικρούλα, αλλά έφτανε στον πάγκο με ένα μικρό σκαλάκι, που ήταν ολόδικό της. Όμως αφού έτρωγε το φαγητό της, θα ψήλωνε. Το ήξερε.
Συνέχιζε να κοιτάζει τα φρούτα και σκεφτόταν τι να κάνει.
Χμ… χμ … να τα στύψω δεν μπορώ, δεν έχω δύναμη. Να τα αλέσω, θα ακουστεί ο αποχυμωτής. Μάλλον θα τα κόψω κομματάκια, όλα μαζί, όπως κάνει η μαμά, σκέφτηκε, όταν μου κάνει φρουτοσαλάτα.

Όμως στον πάγκο πρόσεξε μια φασαρία, ένα μικρό σαματά και κοίταξε απορημένη. Η μπανάνα έσπρωχνε τα άλλα φρούτα προς τα πίσω. Κάτι έλεγε, τι άραγε;
Έσκυψε η Αννούλα να ακούσει.
‘’Μα μιλήστε πιο δυνατά.. είπε.
‘’ Μας ακούς; Είπαν όλα τα φρούτα μαζί.
‘’Φυσικά αν μιλάτε κανονικά χωρίς να κάνετε θόρυβο και ξυπνήσετε τη μαμά μπορούμε να συζητήσουμε.’’
‘’Εγώ πρέπει να είμαι η πρώτη που θα βάλεις στη φρουτοσαλάτα των γονιών σου.’’ Είπε η μπανάνα.
‘’Μην ξεχνάς ότι έχω τόσες βιταμίνες όσες όλα τα άλλα φρούτα.’’
‘’Μην καυχιέσαι τόσο’’, της είπε το μήλο κυλώντας και δίνοντας της με τον όγκο του μια σπρωξιά.
‘’Ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα, το ξέχασες;’’
Η μπανάνα δεν μίλησε αλλά το πορτοκάλι κύλησε πιο κοντά. ‘’ Μην ξεχάσεις να με στύψεις τελευταίο, γιατί η βιταμίνη μου θα χαθεί αν μείνω πολλή ώρα στο ποτήρι.’’
‘’Τι κρίμα που δεν έχω δύναμη να στύβω. Περιμένετε λίγο, να βάλω την καφετιέρα να κάνει καφέ.
Η Αννούλα θυμόταν ότι η μαμά μετρούσε δύο κούπες νερό και έβαζε φίλτρο από το συρτάρι και πρόσθετε δύο κουταλάκια καφέ. Μετά πατούσε το κουμπί.
Ουφ! Όλα τα έκανε και έβαλε μπροστά την καφετιέρα.
‘’Πόσο μεγάλωσες’’ της είπε το αχλάδι. ‘’Θυμάμαι όταν ήσουν μικρούλα και έτρωγες αχλάδι φρουτόκρεμα. Εγώ σε μεγάλωσα να το ξέρεις.’’
‘’Βρε αχλάδι μου, είπε το κοριτσάκι χαμογελώντας. Δεν ήσουν εσύ αλλά τα αδέλφια σου’’.
‘’Το ίδιο κάνει. Ό,τι γίνεται στον έναν μας γίνεται και στον άλλον. Όλα τα μαθαίνουμε.’’
Το ακτινίδιο δεν μιλούσε και η Αννούλα δεν του έδωσε σημασία. Δεν της πολυάρεσε κιόλας.
Άρχισε να κόβει τα φρούτα κομματάκια σε μπολ. Πρόσεχε πολύ μην κοπεί με το μαχαίρι, γι’ αυτό της έπαιρνε πολλή ώρα.

Όταν τελείωσε το ακτινίδιο προσβλήθηκε που το περιφρόνησε. Κύλησε δίπλα της και της είπε αγριεμένο.
‘’Δεν ξέρεις τι χάνεις. Με περιφρονείς αλλά έτσι, εγώ δεν θα σου δώσω τις πολλές και σπουδαίες βιταμίνες μου. Λες η μαμά σου να με αγόραζε αν ήμουν άχρηστο; Γι’ αυτό δεν αρρωσταίνεις συχνά γιατί με τρως κάθε μέρα.
‘’Σου ζητώ συγγνώμη ακτινιδούλη μου. Αμέσως θα σε βάλω στην φρουτοσαλάτα αλλά να είσαι ξινούλι.’’
‘’Γι’ αυτό ανακάτεψε με, με τα άλλα φρούτα. Έτσι και τις βιταμίνες θα πάρεις και δεν θα νοιώθεις την ξινή μου γεύση.’’
Ετοίμασε τις δύο κούπες με τον καφέ σε δύο δίσκους. Έψησε ψωμί  και το έβαλε σε πιάτα μαζί με τα αβγά και με τυρί. Έβαλε και τη φρουτοσαλάτα.
Όταν ξύπνησαν η μαμά και ο μπαμπάς τα έχασαν. Χαμογέλασαν και ευχαρίστησαν το κοριτσάκι τους που είχε κάνει τόσο κόπο. Και πράγματι η Αννούλα είχε κοπιάσει πολύ, και η μαμά κοίταξε τριγύρω την κουζίνα που έμοιαζε σαν ‘’βομβαρδισμένη’’, και που έπρεπε να τα καθαρίσει τώρα εκείνη, αλλά κοιτάζοντας το ευτυχισμένο προσωπάκι της κόρης της, χαμογέλασε και σκέφτηκε: ‘’ποιος νοιάζεται;’’


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*