Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Η Κακομαθημένη πριγκίπισσα!!!

Μια φορά κι ένα καιρό, σε κάποιο βασίλειο, κυβερνούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που είχαν μια κόρη. Η κόρη τους η πριγκίπισσα Οντίνα, τους έκανε πολύ ευτυχισμένους όταν γεννήθηκε. Της έβαλαν μια στρατιά νταντάδες, και της έκαναν δώρα ό,τι πιο όμορφο και υπέροχο υπήρχε στο βασίλειο, αλλά και πέρα από αυτό.
Γρήγορα η Οντίνα μεγάλωσε, κι έγινε μια πριγκίπισσα όμορφη, αλλά κακομαθημένη και ιδιότροπη. Οι γονείς απασχολημένοι με τις υποθέσεις του κράτους, ασχολιόνταν λίγο μαζί της, και για να μην είναι στενοχωρημένη της ικανοποιούσαν κάθε χατήρι, και κάθε ιδιοτροπία. 
Έτσι η πριγκίπισσα Οντίνα έμαθε, ότι αρκούσε να διατάξει και να απαιτήσει για να έχει ό,τι θέλει. Ποτέ δεν σκεφτόταν τους υπηρέτες που τους είχε κάνει να τρέχουν σαν τρελοί για να εκτελέσουν τις εντολές της. Ούτε σκεφτόταν ότι δεν είχε κανένα φίλο γιατί ήταν στην πραγματικότητα ένα απομονωμένο μοναχικό κορίτσι, με κακούς τρόπους. Κανένας δεν ήθελε τη συντροφιά της, κι εκείνη χαμένη μέσα στον κόσμο των επιθυμιών της, δεν το αντιλαμβανόταν αυτό.
Μια μέρα, ο πατέρας της ξεκίνησε με τους φρουρούς του και τους αυλικούς του για κυνήγι.
Η Οντίνα ήθελε να πάει μαζί. Πήγε λοιπόν στον πατέρα της και του είπε:
''Θα έρθω κι εγώ!..''
Ο βασιλιάς συνηθισμένος να μη χαλάει χατήρι στη κόρη του, συμφώνησε.
Δεν είχαν ξεκινήσει πολλή ώρα, όταν η Οντίνα άρχισε να γκρινιάζει. 
''Κουράστηκα...να σταματήσουμε!
Ο πατέρας της δεν της έδωσε σημασία, και συνέχισε να ιππεύει. Η πριγκίπισσα όμως, συνέχισε να μιλάει..σταματώντας το άλογο της.
''Κουράστηκα και θέλω να μου φέρετε νερό!''
Κατέβηκε από το άλογο και κατευθύνθηκε προς ένα βραχάκι δίπλα σε ένα ρυάκι. Κάθισε στη πέτρα και γύρισε να δει τους υπηρέτες.
Με έκπληξη διαπίστωσε ότι κανείς δεν βρισκόταν τριγύρω της. Ο πατέρας της πάλι δεν της έδωσε σημασία και συνέχισε την πορεία του, ενώ οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.
Η πριγκίπισσα έμεινε άλαλη. Ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί μόνη της, μακριά από το παλάτι, και χωρίς να είναι πάντα κάποιος υπηρέτης κοντά της περιμένοντας εντολές.  
Ξαφνικά άκουσε φωνές και γέλια να πλησιάζουν. Και βλέπει να ξεπροβάλει μια παρέα από παιδιά, που το μεγαλύτερο από αυτά ήταν μια κοπέλα, που την έλεγαν Γκρέτα.
Κρατούσαν κανάτια, και μιλούσαν και γελούσαν άνετα μεταξύ τους. Η πριγκίπισσα τα κοιτούσε απορημένη. 
''Ποιοι είστε;''....ρώτησε
''Είμαι η Γκρέτα και από εδώ τα αδέλφια μου. Έχουμε έρθει να πάρουμε νερό, για να το πάμε στο σπίτι μας. ''
Τα παιδιά γέμισαν τα κανάτια τους, τα ακούμπησαν κάτω και άρχισαν να παίζουν και να σκαρφαλώνουν. Η αδελφή τους τους φώναξε ότι σε λίγο θα έφευγαν, και έτρεξε κι αυτή να βοηθήσει το μικρότερο να ανέβει σε ένα κλαδί.

Η Οντίνα τα κοιτούσε που έπαιζαν και γελούσαν και κάτι σκίρτησε μέσα της.
Για πρώτη φορά, κάποιος δεν ασχολιόταν μαζί της, αλλά έπαιζε και γελούσε με άλλους τόσο αρμονικά και έδειχναν τόση ευτυχία. Άθελα της ένοιωσε πως ήθελε να γίνει κι αυτή μέρος της χαρωπής παρέας τους. Έσκυψε και πήρε το κανάτι της Γκρέτα και αυθόρμητα πήγε στο ρυάκι και το γέμισε νερό. Όταν η Γκρέτα γύρισε κοντά της, της έδωσε το γεμάτο κανάτι.
Η Γκρέτα την ευχαρίστησε και τη ρώτησε αν θέλει να έρθει μαζί τους στο σπίτι.
Η Οντίνα δέχτηκε με χαρά. Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Γκρέτα της είπε ότι οι γονείς τους δούλευαν στο χωράφι, και εκείνοι έκαναν όλες τις δουλειές του σπιτιού. Τώρα για παράδειγμα με το νερό που κουβάλησαν θα έπλεναν ρούχα.
Όρμησαν όλοι στα ρούχα και άρχισαν να τα πλένουν. Ξαφνικά η πριγκίπισσα πήγε κοντά και ζήτησε να τους βοηθήσει. Η Γκρέτα της έδειξε, και για πρώτη φορά η κακομαθημένη πριγκίπισσα βρέθηκε να μοιράζεται τις δουλειές και τη συντροφιά άλλων παιδιών. 
Άρχισαν να πειράζονται και να πιτσιλιούνται και να γελάνε. Και ένοιωθε κάτι πρωτόγνωρο γι'αυτήν. Ένοιωθε ευτυχισμένη πραγματικά!
Ο βασιλιάς όταν αντιλήφθηκε ότι η κόρη του δεν ήταν μαζί τους, άρχισε να την ψάχνει. Γρήγορα έφτασε κοντά σε ένα σπιτάκι, απ' όπου έρχονταν φωνές και τα έχασε με το θέαμα που αντίκρισε. Η κόρη του έπλενε ρούχα και γελούσε και έπαιζε με ένα σωρό άλλα παιδιά.
Η Οντίνα είδε τον πατέρα της και τον χαιρέτησε γελώντας. Ήταν κουρασμένη πραγματικά αλλά και για πρώτη φορά χαρούμενη και με μια ζεστασιά να απλώνεται στη καρδιά της.
Από εκείνη τη μέρα, ήταν πάντα πιο γλυκομίλητη, και πιο ευγενική με όλους.
Δεν απαίτησε ξανά τίποτα, και δεν ξεχνούσε ποτέ να μοιραστεί λίγες ώρες με τους καινούργιους της φίλους, πότε παίζοντας και πότε βοηθώντας.
Έγινε ευτυχισμένη και χαρούμενη και σκόρπιζε χαρά και στους γύρω της.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο γάμος της ποντικούλας!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν. Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
- Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν,... σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
- Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
- Δεν είσαι; και ποιος είναι;
- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα έχω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
- Μα πώς; ρώτησαν.
- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Από τα paidika.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...