Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Η πεντάμορφη και το τέρας!!!!

Ήταν μια φορά κι ένα καιρό, ένας πλούσιος έμπορος, που είχε τρεις κόρες, αλλά η πιο γλυκιά και η πιο όμορφη ήταν η πιο μικρή, που την έλεγαν Πεντάμορφη.
Ο πατέρας της της είχε μεγάλη αδυναμία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αγαπούσε και τις άλλες του κόρες, παρότι είχαν το συνήθειο να σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους.
Μια μέρα ο έμπορος, έφυγε ταξίδι, για να παραλάβει στο λιμάνι από τα πλοία που θα έρχονταν εμπορεύματα καινούργια, στα οποία είχε επενδύσει όλα του τα χρήματα.
Πριν φύγει ρώτησε τις κόρες του όπως συνήθιζε τι ήθελαν να τους φέρει στην επιστροφή.
Οι δύο μεγαλύτερες ζήτησαν κοσμήματα και μεταξωτά υφάσματα, ενώ η μικρότερη του ζήτησε να είναι προσεκτικός, να γυρίσει γρήγορα και να της φέρει μόνο ένα τριαντάφυλλο που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι. Ο έμπορος έφυγε, μα μόλις έφτασε στο λιμάνι, ανακάλυψε ότι πειρατές είχαν επιτεθεί στα πλοία, και είχαν κλέψει το μεγαλύτερο μέρος από τα εμπορεύματα του, ενώ η καταιγίδα που ξέσπασε μετά βύθισε τα υπόλοιπα. Κατεστραμμένος οικονομικά, πήρε το δρόμο της επιστροφής, προσπαθώντας μέσα στην απελπισία του να σκεφτεί τι θα κάνει.
Καθώς προχωρούσε στο δρόμο, άρχισε να χιονίζει, και το φως είχε χαθεί εδώ και ώρα, όταν κατά τύχη βρέθηκε μπροστά σε ένα πολυτελέστατο και απόμερο αρχοντικό.
Μπήκε μέσα για να ζητήσει μια ζεστή γωνιά και λίγο φαγητό. Μα όταν χτύπησε τη πόρτα δε βγήκε κανένας να τον υποδεχθεί. Διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή, και μπαίνοντας σε ένα άλλο δωμάτιο, βρήκε ένα τραπέζι στρωμένο με όλων των ειδών τα φαγητά επάνω, και μια ζεστασιά από τα δύο τζάκια  που ζέσταιναν το χώρο με τις φλόγες τους.
Αφού δεν είδε κανένα, κάθισε και έφαγε και στη συνέχεια, ανοίγοντας μια άλλη πόρτα, βρήκε ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι έτοιμο να τον φιλοξενήσει. Έπεσε κατακουρασμένος να κοιμηθεί. Το πρωί που ξύπνησε, έψαξε πάλι τριγύρω να βρει τον οικοδεσπότη του, για να τον ευχαριστήσει, αλλά μη βλέποντας πάλι κανένα, ξεκίνησε να φύγει. Βγαίνοντας στο κήπο, για να πάρει το άλογο του από το στάβλο που το είχε αφήσει, είδε κοντά μια υπέροχη τριανταφυλλιά και θυμήθηκε τη κόρη του τη Πεντάμορφη. Σκεπτόμενος ότι αυτό τουλάχιστον μπορούσε να το πάρει, έκοψε ένα λουλούδι για να της το πάει. Την ίδια στιγμή άκουσε ένα τρομακτικό μούγκρισμα, και είδε μπροστά του ένα πελώριο και εξοργισμένο τέρας, που του φώναζε:
-Με αυτό το τρόπο λοιπόν ανταποδίδεις τη φιλοξενία μου, κλέβοντας από τα αγαπημένα μου λουλούδια;
-Δεν ήθελα να το κλέψω, αλλά μια και έχω καταστραφεί οικονομικά και αυτό μου ζήτησε η κόρη μου να της πάω, σκέφτηκα ότι δε θα πείραζε να κόψω ένα. Δεν είχα πρόθεση να σας ενοχλήσω, αντίθετα σας έψαχνα για να σας ευχαριστήσω.
Το τέρας τον κοίταξε και του απάντησε:
-Θα πάρεις αυτό το σεντούκι που είναι γεμάτο θησαυρούς, αλλά σε επτά ημέρες θα επιστρέψεις εδώ μόνος ή με τη κόρη σου. Θα πληρώσεις τότε για το παράπτωμα σου με τη ζωή σου, εκτός αν η κόρη σου θελήσει από μόνη της να μείνει μαζί μου. Και μη νομίζεις ότι δε θα τιμωρηθείς αν δεν έρθεις καθόλου γιατί θα έρθω εγώ και η τιμωρία θα είναι μεγαλύτερη.
Ο έμπορος γύρισε σπίτι, οι δύο του κόρες ούτε που τον άκουγαν μια και τη προσοχή τους την είχαν μόνο στο σεντούκι. Η Πεντάμορφη όμως ζήτησε συγγνώμη από το πατέρα της, που με αυτό που ζήτησε του δημιούργησε τόσα προβλήματα. Επέμενε λοιπόν κλαίγοντας να πάει μαζί με το πατέρα της, και να μιλήσει στο τέρας.
Αφού πέρασε η εβδομάδα, πήγαν στο σπίτι του τέρατος και το βρήκαν αμετακίνητο στις αποφάσεις του. Η Πεντάμορφη αποφάσισε να μείνει εκεί, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της, και αφού με δάκρυα αποχαιρετίστηκαν, ο πατέρας έφυγε και το τέρας του είχε βάλει στο αμάξι άλλο ένα σεντούκι, που θα τον βοηθούσε να ξαναφτιάξει τη δουλειά του.
Το τέρας είχε ετοιμάσει ένα δωμάτιο με πιάνο και βιβλία και κάθε μέρα της άφηνε και ένα μπουκέτο όμορφα τριαντάφυλλα. Προσπαθούσε δε να μη την ενοχλεί με τη παρουσία του. 
Η Πεντάμορφη σκεφτόταν:
''Δεν μπορεί να είναι τόσο κακός. Με φροντίζει και δε μου λείπει τίποτα. Έτσι κι εκείνη αποφάσισε να του πει ότι θέλει να παίρνει το δείπνο μαζί του. 
Κάθε βράδυ έτρωγαν μαζί και μιλούσαν για ένα σωρό θέματα. Και κάθε βράδυ το τέρας τη ρωτούσε αν θέλει να τον παντρευτεί. Εκείνη απαντούσε αρνητικά κι εκείνος δεν επέμενε.
Παρότι φοβόταν το παρουσιαστικό του, οι αρετές που ανακάλυπτε ότι είχε, την έκαναν να απολαμβάνει και να αποζητά τη παρέα του, όλο και περισσότερο.
Μια μέρα η κοπέλα του ομολόγησε ότι ένοιωθε νοσταλγία για τους δικούς της. Εκείνος της είπε ότι μπορεί να πάει να τους δει, αλλά πρέπει να επιστρέψει οπωσδήποτε μετά από επτά ημέρες.
Γι' αυτό το λόγο, της έδωσε ένα δαχτυλίδι, που άμα το φόραγε και τον σκεφτόταν θα γύριζε αμέσως πίσω. Η κοπέλα έφυγε χαρούμενη και φορτωμένη δώρα. 
Στο σπίτι όμως βρήκε τον πατέρα της άρρωστο. Ο κακομοίρης δεν ξεπέρασε ότι άφησε τη κόρη του με το τέρας. Οι δύο αδελφές της τσακώνονταν προσπαθώντας να ρίξει την ευθύνη της φροντίδας του η μία στην άλλη. Όταν την είδαν χάρηκαν γιατί τώρα θα αναλάμβανε εκείνη. Ζήλεψαν τα ρούχα της και τα κοσμήματα, και όταν τους τα χάρισε, έγινε η αγαπημένη τους.
Τους μίλησε για το δαχτυλίδι, και εκείνες αποφάσισαν να της αποσπάσουν τη προσοχή για να μη φύγει και ξαναφορτωθούν τις δουλειές και τον άρρωστο πατέρα τους.
Έτσι της έλεγαν συνέχεια ότι ο πατέρας τους είπε, πως θα πέθαινε αν ξαναέφευγε κι εκείνη ανέβαλε συνέχεια την αναχώρηση της. 
Ωστόσο τη τελευταία μέρα που τελείωνε η διορία για να γυρίσει πίσω, η Πεντάμορφη είδε στον ύπνο της το τέρας να τη καλεί, πεθαίνοντας.
Έντρομη ξύπνησε ετοιμάστηκε, μίλησε στο πατέρα της, και φόρεσε το δαχτυλίδι. Μέσα στη νύχτα βρήκε το τέρας να αφήνει τη τελευταία του πνοή. Το είχε σκοτώσει η θλίψη για το χαμό της. Πέφτοντας στην αγκαλιά του, τον φίλησε και τα δάκρυα της έπεσαν στο πρόσωπο του, ενώ του ψιθύριζε πόσο τον αγαπούσε. 
Και τότε ξαφνικά ένα λαμπερό σύννεφο, κάλυψε το τέρας, τρομάζοντας τη Πεντάμορφη.
Όταν το σύννεφο διαλύθηκε, μπροστά της είχε ένα πανέμορφο παλικάρι, που τη κοίταζε στα μάτια όλο λατρεία. Της μίλησε και της είπε για τη κατάρα που τον έκανε τέρας, μέχρι να βρεθεί κάποια που θα τον αγαπούσε αληθινά για τον εσωτερικό του κόσμο. Της είπε ακόμα πόσο την αγαπούσε ο ίδιος, και πόσο δυστυχισμένος ένοιωθε μακριά της. 
Την ίδια μέρα πήγαν και οι δύο στο σπίτι του πατέρα της. Εκεί του είπαν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τίποτα, γιατί στο εξής θα πήγαινε να ζήσει μαζί τους. Όσο για τις δύο του κόρες, θα έμεναν μόνες στο σπίτι τους για ένα χρόνο, κι αν έδειχναν ότι είχαν γίνει αξιόλογα άτομα, τότε θα τις φρόντιζε κι αυτές. 
Ο γάμος τους ήταν ο πιο ευτυχισμένος, αποδεικνύοντας ότι τις περισσότερες φορές ανακαλύπτεις την αξία εκεί που δεν το περιμένεις κι ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνεις επιφανειακά τους άλλους, αλλά να κοιτάς πάντα τον εσωτερικό τους κόσμο.




Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Η νεράιδα της πηγής!!

Σ' ένα μακρινό χωριουδάκι, ζούσε μια χήρα μαζί με τις δυο κόρες της. Η μεγαλύτερη, που ήταν και η πιο αγαπημένη της, ήταν άσχημη και κακομαθημένη, ενώ η άλλη αδελφή ήταν πολύ όμορφη και ενάρετη.
Για ένα μυστήριο λόγο, η μητέρα είχε μεγάλη αδυναμία και λάτρευε τη πρώτη της κόρη, που ήταν άχαρη, γεμάτη κρεατοελιές και είχε μύτη γαμψή και μεγάλη. Ήταν επίσης ψηλομύτα, αντιπαθητική και κακιά, αλλά η χήρα, βλέποντας την έτσι από μικρή, και έχοντας της τέτοια αγάπη, την έβλεπε όλο χαρίσματα, και ονειρευόταν ότι θα έκανε ένα σπουδαίο γάμο, με έναν ευγενή και ξεχωριστό πλούσιο άνδρα.
Η δεύτερη κόρη, η όμορφη, είχε ένα γλυκό και καλοσυνάτο χαρακτήρα, με διακριτικότητα, μετριοφροσύνη, πολύ εργατική αλλά ονειροπόλα.
Βλέποντας κάποιος τις δύο αδελφές, δύσκολα μπορούσε να φανταστεί ότι είχαν συγγένεια μεταξύ τους. Βέβαια όλοι προτιμούσαν τη μικρότερη. Όλοι,...εκτός από τη μητέρα της, που φθονούσε που δεν ξεχώριζαν τη ''χαρισματική'', όπως πίστευε, μεγάλη κόρη της.
Η μικρότερη φρόντιζε το σπίτι, και φορτωνόταν όλες τις δουλειές γενικά, ώστε να μην έρχεται σε επαφή με πολύ κόσμο, και ειδικά με άνδρες σε ηλικία γάμου.
Ακόμα και το χωραφάκι που είχαν, η κοπέλα το καλλιεργούσε, και το πότιζε, φρόντιζε τα ζωντανά, καθάριζε, έραβε, σιδέρωνε, από το πρώτο φως της αυγής, μέχρι πολύ αργά τη νύχτα.
Ωστόσο ήταν πάντα χαρούμενη, και δούλευε τραγουδώντας.
Μία από τις δουλειές της ήταν να σηκώνεται πολύ πρωί, και να φέρνει νερό από τη πηγή, που βρισκόταν στη μέση του δάσους. Δύο κανάτια με νερό μάλιστα, για το πρωινό μπάνιο της μητέρας της και της αδελφής της.
Μια μέρα που πήγε για νερό, μόλις είχε φτάσει στη πηγή, και είδε να βγαίνει από τα δέντρα μια κακόμοιρη γριά, που βάδιζε με μεγάλη δυσκολία. Στην πραγματικότητα η γριά, ήταν μια νεράιδα που συνήθιζε να μεταμφιέζεται και να πλησιάζει έτσι τους ανθρώπους.
-Γλυκιά μου κοπέλα-είπε-, είμαι τόσο αδύναμη που δεν έχω την αντοχή να γεμίσω το κουβά μου με νερό, και να τον σηκώσω για να πιω. Ίσως θα μπορούσες να μοιραστείς το κανάτι σου μαζί μου;
-Μα και βέβαια, απάντησε με προθυμία και ευγένεια η κοπέλα. Θα γεμίσω το κανάτι με φρέσκο νερό και θα το σηκώσω εγώ για να μπορέσεις να πιεις άνετα και να ξεδιψάσεις.
Κι έτσι έκανε. Περίμενε με στοργή και υπομονετικά να πιει η γριά, και στη συνέχεια μοιράστηκε μαζί της το φτωχικό πρωινό της.
Όταν πια έφαγαν, η γριά της είπε:
-Η καλοσύνη σου και η ευγένεια σου, με κάνουν να θέλω να σου κάνω δώρο.
Και χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρε τη κανονική της μορφή, αφήνοντας άφωνη τη κοπέλα.
-Από εδώ και στο εξής, της είπε, κάθε λέξη που θα βγαίνει από το στόμα σου όταν μιλάς, θα συνοδεύεται από λουλούδια και πολύτιμες πέτρες.
Όταν η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι, την περίμενε αγριεμένη η μητέρα της, που άρχισε να της φωνάζει για την αργοπορία της, και της ζητούσε εξηγήσεις.
Η κοπέλα άρχισε να ζητάει συγγνώμη, ενώ διάφορα μαργαριτάρια, ένα διαμάντι και τρία τριαντάφυλλα βγήκαν από τα χείλη της. Η μητέρα της τα έχασε, και αφού έμαθε όλα τα συμβάντα, αποφάσισε να στείλει την αγαπημένη της κόρη στη πηγή, γιατί αυτή την ανταμοιβή εκείνη την άξιζε περισσότερο.
Έβγαλε από το μπαούλο το καλύτερο φόρεμα που το φύλαγε, και το έδωσε στην αγαπημένη της.
Η μεγαλύτερη κόρη δεν ήθελε να πάει να φέρει νερό, γιατί πάντα ξύπναγε αργά και με κακή διάθεση.
Μπροστά στην επιμονή της μάνας, ντύθηκε όπως θα ντυνόταν μια πριγκίπισσα, και πήρε ένα χάλκινο κανάτι.
Μόλις έφτασε στη πηγή, περίμενε τη γριά να εμφανιστεί. Αντί για τη γριά εμφανίστηκε μια κυρία ντυμένη πλούσια και της είπε με όμορφο τρόπο:
-Σε παρακαλώ είμαι διψασμένη. Μπορείς να μου δώσεις λίγο νερό από το κανάτι σου:
Η κακότροπη όμως κοπέλα της απάντησε:
-Άσε με στην ησυχία μου, πιες μόνη σου γιατί εγώ περιμένω μια γριά, και δεν πρόκειται να αφιερώσω χρόνο για να ασχοληθώ μαζί σου.
-Αυτό θα κάνω, απάντησε η κυρία με συγκρατημένο θυμό. Θα πιω μόνη μου, αφού πρώτα όμως σου αφήσω ένα δώρο, αντάξιο σου. Από εδώ και στο εξής, κάθε που θα μιλάς θα βγαίνουν από το στόμα σου βατράχια και φίδια.
Τότε η αγενέστατη κόρη κατάλαβε ότι είχε μπροστά της τη νεράιδα, που απλά είχε αλλάξει μεταμφίεση. Έβαλε τα κλάματα, και έτρεξε στο σπίτι της. Κάθε που προσπαθούσε να εξηγήσει στη μητέρα της τι έγινε, πετάγονταν βατράχια και φίδια προκαλώντας αηδία στην ίδια και οργή στη μητέρα της για το κακό που έπαθε το κοριτσάκι της.
Οργισμένη γυρίζει και λέει στη μικρή της κόρη
-Χάσου από τα μάτια μου, δε θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου, που δεν προφύλαξες την αδελφή σου από αυτή τη συμφορά. Να φύγεις και να μη ξαναγυρίσεις.
Με σπρωξιές τη πέταξε έξω από το σπίτι. Η κοπέλα κλαίγοντας για τη συμπεριφορά της μητέρας της, έφτασε στο δάσος, και έπεσε κάτω στο χώμα, μη μπορώντας να σταματήσει τους λυγμούς της.
Η νεράιδα την είδε και τη λυπήθηκε. Μεταμορφώθηκε σε αρσενικό ελάφι, και παρουσιάστηκε μπροστά στον πρίγκιπα που κυνηγούσε στο δάσος εκείνη την ημέρα. Τον έκανε να την ακολουθήσει για να τη σκοτώσει, και όταν έφτασε στο σημείο που έκλαιγε η κοπέλα, εξαφανίστηκε από μπροστά του.
Ο πρίγκιπας είδε τη κοπέλα που έκλαιγε και ξέχασε αμέσως το ελάφι.
-Τι σου συμβαίνει γλυκιά μου και κλαις;;
Όταν η κοπέλα άρχισε να του διηγείται τι της συνέβαινε, βγήκαν από το στόμα της δύο τουλίπες, τρία σμαράγδια και ένα ρουμπίνι. Ο πρίγκιπας έμεινε έκθαμβος. Όσο η κοπέλα μιλούσε, εκείνος κατάλαβε ότι είχε μπροστά του ένα πλάσμα όχι μόνο όμορφο, αλλά καλοσυνάτο και με γλυκύτητα, και την ερωτεύτηκε.
-Μη κλαις ομορφιά μου, αν θες έλα μαζί μου στο παλάτι, και δέξου να γίνεις γυναίκα μου. Τα πλούτη που βγαίνουν από το στόμα σου, είναι η απόδειξη ότι η πραγματική σου προίκα είναι η καλή σου η καρδιά, και η ευγένεια σου. Τέτοια προίκα ατράνταχτη, ώστε μια νεράιδα να σου κάνει τέτοιο δώρο.
Έζησαν ευτυχισμένοι όλη τη ζωή τους, και  τα πλούτη χρησίμευσαν ώστε να κάνουν  ευτυχισμένο και το λαό τους.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...