Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

O νέος φίλος που έφερε η βροχή!

 







Η Σοφούλα, ένα 6αχρονο κοριτσάκι ,μοναχοπαίδι, έμαθε να παίζει με τη φανταστική της φίλη, έμαθε από μικρή να πλάθει ιστορίες για παιδιά που έρχονταν στην πόρτα της να τη φωνάξουν για παιχνίδι.

Η Σοφούλα πήγαινε σχολείο. Ερχόταν λεωφορείο κάθε πρωί και την έπαιρνε, ενώ το μεσημέρι την έφερνε σπίτι. Πρώτη δημοτικού! Πόσο της άρεσε! Εκεί έκανε παρέα με τόσα παιδιά, αλλά βλέπεις, ήταν μικρή για να πηγαίνει σπίτι τους ή εκείνα ήταν επίσης μικρά για να έρχονται στο δικό της. Και ζούσε μακριά το ένα παιδί από το άλλο!

Η μαμά της δούλευε. Και δεν είχε χρόνο να κάνει παρέες με τις άλλες μαμάδες.

Όταν όμως δεν πήγαινε σχολείο, έβρισκε τρόπο να παίξει και να γελάσει. Η φαντασία της ήταν γόνιμη και έπλαθε ιστορίες για παιδιά που ήταν φίλοι της αγαπημένοι.

Ειδικά το χειμώνα περνούσε πολλές μέρες μοναξιάς. Οι φανταστικές της ιστορίες της κρατούσαν συντροφιά.

Στην γειτονιά της δεν υπήρχαν πολλές οικογένειες με παιδιά. Μεγάλοι άνθρωποι, ηλικιωμένοι έμεναν στα διπλανά σπίτια. Και τα γειτονόπουλα πήγαιναν σε άλλο σχολείο ...

Αυτές τις ημέρες έβρεχε. Η μαμά φοβόταν μην κρυώσει το παιδί της, αν και η Σοφούλα δεν αρρώσταινε συχνά. Όταν συνέβαινε αυτό, η γιαγιά του διπλανού σπιτιού έκανε χρέη νταντάς ώσπου να γυρίσει η μαμά από τη δουλειά. Ο μπαμπάς ταξίδευε στις ανοικτές θάλασσες.

Σήμερα ξημέρωσε με βαριά συννεφιά. Σκοτεινιασμένος ουρανός έκρυβε το φως της ημέρας και νόμιζες ότι ήταν αργά το απόγευμα. Λίγος πυρετός και ένα μπούκωμα έκαναν τη μαμά της να πάρει την απόφαση να μην πάει η μικρή Σοφούλα στο σχολείο.

Η γιαγιά Αντιγόνη ήλθε να την προσέχει.

-Πάλι βροχή θα χουμε της είπε αφού την καλημέρισε

- Μα γιατί βρέχει τόσες μέρες κα Αντιγόνη;

-Φαίνεται πως ο Θεούλης είναι πολύ στενοχωρημένος με εμάς τους ανθρώπους και κλαίει όλες αυτές τις ημέρες, της είπε

Εκείνη αν και μικρή είχε μάθει από τη μαμά της, ότι η βροχή δεν είναι τα κλάματα του Θεού αλλά τα σύννεφα τη φέρνουν και είναι τόσο απαραίτητη.

Δεν το είπε στη γιαγιά Αντιγόνη όμως, γιατί να τη στενοχωρήσει;

Το σπίτι της Σοφούλας είχε αυλή μπροστά που κατέληγε σε μεγάλο κήπο. Η αυλή ήταν σκεπαστή αλλά στον κήπο υπήρχαν δέντρα και λουλούδια που όταν ερχόταν η άνοιξη φούντωναν με άνθη και μοσχοβόλαγαν. Την αγαπούσε όμως τη βροχή. Της άρεσε να κάθεται στην αυλή τη σκεπαστή, να βλέπει τις σταγόνες να πέφτουν με ορμή. Αλλά σήμερα δεν μπορούσε να βγει έξω και η βροχή δεν ήταν απλά σταγόνες, ήταν μια βρύση τ' ουρανού που άνοιξε και έτρεχε δυνατά. Ρυάκια σχηματίστηκαν στο πλάι της αυλής και έτρεχαν στον κήπο. Τα νερά από την ταράτσα κυλούσαν και αυτά με ορμή και έπεφταν στην αυλή.

Η Σοφούλα, ακουμπισμένη στο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο, παρατηρούσε τη βροχή. Η γιαγιά Αντιγόνη δίπλα της έπλεκε και κάτι της διηγιόταν αλλά δεν την πρόσεχε.




Θυμόταν άλλες φορές που έφτιαχνε βαρκούλες χάρτινες και τις άφηνε στα ρυάκια αυτά να ταξιδεύουν. Δεν είχε μάθει ακόμη να γράφει καλά, αλλά του χρόνου που θα ήξερε, θα έγραφε και γράμματα στις βαρκούλες. Ποιος ξέρει πού θα έβρισκαν λιμάνι και ποιος θα έπαιρνε το γράμμα!

Ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με γκρι σύννεφα, σημάδι ότι θα συνέχιζε να βρέχει. Και ξαφνικά άρχισαν αστραπές και βροντές. Δεν φοβόταν το κορίτσι μας αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να είναι έξω με τους κεραυνούς. Πολλά ήξερε η Σοφούλα για την ηλικία της.




Ξαφνικά είδε ένα μικρό σκυλάκι μουσκεμένο από τη βροχή να τρέχει στην αυλή της. Χώθηκε κάτω από τη σκεπαστή βεράντα πίσω από μια μεγάλη γλάστρα και το έβλεπε από το παράθυρο πώς έτρεμε. Φοβόταν τους κεραυνούς το καημένο.

Αχ ήθελε πολύ να πάει να το χαϊδέψει.

Όταν το είπε στην κα Αντιγόνη δεν συμφώνησε

-Άφησέ το να κουρνιάσει εκεί ως να σταματήσει η βροχή και θα φύγει μετά.

Μα η Σοφούλα δεν ήθελε να φύγει το σκυλάκι, ήθελε να το πάρει αγκαλιά.

Όλο το πρωί προσπαθούσε να βρει την ευκαιρία να βγει στην αυλή να το πάρει. Ανησυχούσε μόνο μήπως την φοβηθεί και φύγει, αλλά έβρεχε και σκεφτόταν ότι θα ήταν τρομαγμένο εκεί στην γλάστρα. Έτσι, όταν η γιαγιά Αντιγόνη πήγε να της φτιάξει δεκατιανό, εκείνη έβαλε το παλτό της και βγήκε σιγά σιγά στην αυλή. Πήγε κατά τη γλάστρα και του μιλούσε ψιθυριστά. Το σκυλάκι έτρεμε. Μα η Σοφούλα το πήρε αγκαλιά και το πήγε στο δωμάτιό της. Το τύλιξε με μια πετσέτα και το σκούπισε απαλά. Τι γλυκό που ήταν! Θα την άφηνε η μαμά άραγε να το κρατήσει;

Η κα Αντιγόνη τη φώναξε να φάει το τοστ της. Πήγε γρήγορα μην έλθει στο δωμάτιό της και παρουσιαστεί το σκυλάκι.

-Θα το φάω στο δωμάτιό μου κα Αντιγόνη, της είπε

Έτσι, το σκυλάκι έφαγε τη γαλοπούλα από το τοστ με όρεξη. Και βρήκε ένα κουτάκι από τα παιχνίδια της και το γέμισε με νεράκι.

Εκείνο ζεστάθηκε και άρχισε τα παιχνίδια με τη Σοφούλα. Ένιωθε ασφάλεια.

Τα γαβγίσματα του έφεραν την κα Αντιγόνη στο δωμάτιο. Μάλωσε πολύ την Σοφούλα που βγήκε έξω και της είπε ότι η μαμά της δεν θα δεχόταν ποτέ ένα αδέσποτο στο σπίτι.

Και είχε δίκιο. Η μαμά ετοιμάστηκε να πάει το σκυλάκι στη φιλοζωική εταιρεία που ήταν κοντά τους και δεν λύγισε από τα παρακάλια της κόρης της, ούτε και από τα κλάματά της. Ο αποχαιρετισμός της μικρής με το σκυλάκι έγινε ανάμεσα σε αναφιλητά της Σοφούλας που το βράδυ ανέβασε πολύ υψηλό πυρετό και ο γιατρός που ήλθε δεν βρήκε κάποιον λόγο.

-Εξαιτίας του σκύλου της είπε ο άντρας της, όταν επικοινώνησαν την άλλη μέρα. Πήγαινε και φέρτον στο σπίτι αγάπη μου, την παρότρυνε. Το παιδί μας είναι μόνο του, δεν έχει παρέες, ένας σκύλος θα είναι ό,τι πρέπει για εκείνη.

-Αμ εσύ στην άλλη μεριά του Ωκεανού κι εγώ εδώ μόνη μου με ένα παιδί τρέχω για τα πάντα, τα βρίσκεις όλα εύκολα να έχω και την φροντίδα σκύλου!

Με τα πολλά και αφού η κόρη τους δεν έτρωγε, δεν έπεφτε ο πυρετός, δεν της μιλούσε, πήγε και έκανε τα δέοντα να φέρει το σκύλο στο σπίτι. Πρώτα πέρασε από το κτηνίατρο και το pet shop για τις τροφές του και τα απαραίτητα αξεσουάρ του και γύρισε σπίτι μουρμουρίζοντας.

-Πήρα άδεια σήμερα από την εργασία μου και αντί να ασχοληθώ με το παιδί μου, φορτώθηκα άλλη μια ευθύνη. Για το παιδί σου είναι, της έλεγε μια φωνούλα μέσα της

Η χαρά της Σοφούλας δεν περιγραφόταν. Ο σκυλάκος πήρε και όνομα και μια μεγάλη αγκαλιά από την μικρή του φίλη.

Γρήγορα έγινε καλά το κοριτσάκι και πλέον δεν παραπονιόταν γιατί δεν είχε φίλες. Θα αποκτούσε μεγαλώνοντας. Μα τώρα είχε ένα μικρό αδελφάκι, όπως έλεγε, που της έδειχνε κάθε μέρα την αγάπη του και την εμπιστοσύνη του. Τέλος στα φανταστικά παιχνίδια, τέλος στη φανταστική φίλη, τώρα είχε το νέο της φίλο που ήταν πραγματικός και παιχνιδιάρης.

                                             Τέλος

Η παραπάνω ιστορία είναι του μπλογκ ''Ατενίζοντας'' που είχε την ευγένεια να μου επιτρέψει να την βάλω στο μπλογκ μου! 

Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Το ταξίδι με έναν αετό!

 




Η Ερμιόνη  άκουσε φωνές ...κάποιος της φώναζε

''ψιτ ψιτ ψιτ''.

 Η Ερμιόνη βγήκε στο παράθυρο του δωμάτίου της. ''Ποιος κάνει ψιτ; Ερμιόνη με λένε'' 

''Εγώ εδώ κάτω Ερμιόνη, ο κος Αρμόδιος, εδώ εδώ'' 

Κοίταξε η Ερμιόνη κάτω από το παράθυρο και είδε ένα κουνάβι κάτασπρο, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. ''Κε Αρμόδιε; Τι συμβαίνει;''

 ''Κοίτα Ερμιόνη, ένα κλαδάκι φύτρωσε ξαφνικά μπροστά στο παράθυρό σου. Και συνεχίζει να μεγαλώνει... ωχ ωχ φεύγω γιατί τα φοβάμαι αυτά τα ξαφνικά''

Και δίνει ένα πήδημα και κρύβεται στο θάμνο με τα λουλούδια.

Η Ερμιόνη κοιτούσε το δεντράκι που μεγάλωνε συνέχεια. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο.  Τι ήταν όλο αυτό; Μαγικό; Μεγάλωνε και μεγάλωνε και πέταγε φύλλα και κλαδιά που κι αυτά ψήλωναν. Το δεντράκι έγινε δέντρο μέσα σε λίγη ώρα. Κι έφτασε ψηλά .

''Πω πω έφτασε τα σύννεφα  ...τι δέντρο να ναι; '' Μόλις το είδε να φοράει τα κόκκινα ρουμπίνια του αμέσως φώναξε:  ''Είναι κερασιά!! Το αγαπημένο μου δέντρο''

''Ω και σε μένα είσαι το αγαπημένο μου κοριτσάκι, Ερμιόνη. Η πιο καλή καρδιά που ξέρω . Καλώς σε βρήκα''

''Πώς βρέθηκες εδώ κα Κερασιά; Ποιος σε φύτρωσε; Καλώς φύτρωσες''

''Εσύ Ερμιόνη. Δεν θυμάσαι που είπες ότι σαν τους Ρωμαίους στρατιώτες που στο ταξίδι τους τρώγανε κεράσια και πέταγαν τα κουκούτσια στο δρόμο... ''

''Ναι το θυμάμαι μου το έλεγε ο μπαμπάς και μου λεγε ότι φύτρωσαν  από τα κουκούτσια τους πολλές κερασιές και μάλιστα λένε, ότι αν ακολουθήσεις αυτές τις κερασιές θα βρεις τους αρχαίους δρόμους της αρχαίας Ρώμης''

'' Ε να που το θυμάσαι. Βγήκες λοιπόν στον κήπο και είπες... είμαι ένας στρατιώτης και πετάω τα κουκούτσια εδώ κι εδώ. Και εκεί που τα πέταξες φύτρωσα εγώ''

''Ξέρεις ποια κουκούτσια ήταν; Της γιαγιάκας μου που έτρωγε κεράσια και  μου πε να τα φυλάξω  και να τα φυτεύσουμε μαζί. Αλλά η γιαγιά μου είναι στο νοσοκομείο, μόνη, άρρωστη, από τον ιο πώς τον λένε. Αχ και δεν κάνει να πάει ούτε η μαμά να τη δει. Πόσο στενοχωριέμαι κα Κερασιά. Εσύ είσαι το δέντρο της γιαγιάς μου. Από τα δικά της κουκούτσια φύτρωσες''

''Να έχεις πίστη Ερμιόνη μου. Η γιαγιά σου θα το ξεπεράσει...''

''Αχ κα Κερασιά. Εγώ στενοχωριόμουν που πρώτη χρονιά σχολείο στην πρώτη τάξη δεν το ευχαριστήθηκα. Λίγες μέρες πήγα σχολείο και μετά σπίτι. Κάνουμε μάθημα με τον υπολογιστή. Μα όταν αρρώστησε η γιαγιά, κατάλαβα ότι οι δικές μου στενοχώριες ήταν ανόητες. Η γιαγιά να γίνει καλά..αχ πόσο μου λείπει και πόσο θα ήθελα να τη δω''

Η κα Κερασιά χαμήλωσε το πιο μικρό κλαδί της και χάιδεψε τα μαλλιά της Ερμιόνης.

Εκείνη την ώρα ένας μεγάλος αετός κάθισε στο μεγάλο  κλαδί της κερασιάς. 

''Κε Αυγουστή καλώς ήλθες. Έλα εδώ χαμηλά να γνωρίσεις την Ερμιόνη''

Ο κος Αυγουστής, ένας μεγάλος και περήφανος αετός κατέβηκε στο πιο χαμηλό κλαδί. 

''Γεια σου Ερμιόνη. Σε ξέρω κι ας μην έχουμε μιλήσει ποτέ. Κάθε μέρα με χαιρετάς που με βλέπεις να πετάω ψηλά. Χθες μάλιστα με χειροκρότησες όταν έπιασα τον αρουραίο, θυμάσαι;''

''Ω ναι κε Αυγουστή και εγώ σε ξέρω, και χάρηκα που βρήκες φαγητό. Τους αρουραίους δεν τους συμπαθώ. Χαίρομαι   πολύ που μιλάμε. Δεν το περίμενα ξέρεις''

''Κε Αυγουστή, έχω μια ιδέα'' είπε η κερασιά ''Γιατί δεν παίρνεις την Ερμιόνη στην πλάτη σου, να την πας στην πρωτεύουσα στο νοσοκομείο, εσύ όλα τα ξέρεις. Να δει τη γιαγιά της από το παράθυρο;''

''Ω ωω κε Αυγουστή σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσο θα χαρεί και η γιαγιά μου αν με δει; Μόνη της είναι κε Αυγουστή, ανάμεσα σε ξένους. Και είναι άρρωστη πολύ. Σε παρακαλώ'' είπε η Ερμιόνη και την έπιασαν τα κλάματα.

Ο κος Αυγουστής δεν τα μπορούσε τα κλάματα. Του έσφιγγαν την καρδιά. Χαμήλωσε τα φτερά του και της είπε 

'' Έλα ανέβα και κρατήσου καλά. Άλλες στιγμές θα πετάμε χαμηλά και άλλες  ψηλά, πρέπει να κρατιέσαι, σύμφωνοι;''

Άλλο που δεν ήθελε η Ερμιόνη.

Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος δεν έκαιγε πολύ όπως όλες τις ημέρες της άνοιξης. Αλλά και άσπρα συννεφάκια τον έκρυβαν που και που και έτσι το ταξίδι θα ήταν ωραίο.

Ανέβηκε στην πλάτη του αετού και χαιρέτησε την κα Κερασιά.  ''Περίμενέ με, θα σου φέρω νέα'' της φώναξε.

Πέταξαν πάνω από τα βουνά, είδε  τις κορυφές τους που δεν τις είχε δει ποτέ. Τι καταπράσινα που ήταν όλα. Αχ βλέπει και ένα ζώο που τρέχει και  χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα. 

''Τι να ναι αυτό που έτρεχε;'' ρώτησε τον αετό.  ΄Ήταν ελάφι Ερμιόνη αλλά μη φωνάζεις μέσα στ'αυτί μου θα κουφαθώ πια''

Πέταξαν πάνω από κτήματα. Πόσο μικρά φαίνονταν όλα. Τα δέντρα ακόμη και τα σπίτια και οι δρόμοι άδειοι. Ερημικά όλα. 

'' Πω πω δεν μπορώ να βλέπω την πόλη χωρίς ανθρώπους. Τι κακιά αυτή η αρρώστια που μας έκανε να φοβηθούμε''

'' Θα περάσει Ερμιόνη, θα δεις είναι η τελευταία άνοιξη που είσαστε κλεισμένοι''

''Πού το ξέρεις κε Αυγουστή;''

''Αετός είμαι από τη γη μπορώ και πάω στα ουράνια, όλα τα ξέρω''

Πέταξαν πάνω από τη θάλασσα. Κανένα κυματάκι δεν υπήρχε στην αγκαλιά της,  αν και το αεράκι χάιδευε απαλά το θαλασσινό νερό. Φαίνεται και η θάλασσα δεν έχει κέφια, σκέφτηκε η Ερμιόνη.

''Αυτή είναι η πρωτεύουσά μας; '' ρώτησε τον αετό, όταν είδε μεγάλα σπίτια και αυτοκίνητα. ''Εδώ έχει κίνηση, βλέπεις; Εδώ έπρεπε να μένουμε με το μπαμπά και τη μαμά, δεν είναι ερημιά''

'' Ναι αλλά δεν θα γνωριζόμαστε. Εδώ στην πόλη δεν πετάνε αετοί να το ξέρεις. Για σένα έρχομαι εδώ''

''Σ'ευχαριστώ κε Αυγουστή. Προτιμώ το χωριό αν σε έχω παρέα. Ξέρεις πού είναι το νοσοκομείο; ''

''Φυσικά και ξέρω, εκεί πάμε. Νατο μπροστά μας. Περίμενε να παω σιγά σιγά, να πετάξω χαμηλά, να φτάσουμε στον 5ο όροφο που είναι η γιαγιά σου στην εντατική''

''Πού ξέρεις καλέ μου αετέ πού είναι η γιαγιά μου;''

''Είπαμε όλα τα ξέρω. Να το παράθυρο, πάμε να δούμε.''

Ο αετός πλησίασε και είδε τις κουρτίνες τραβηγμένες. Η Ερμιόνη έβαλε τα χεράκια της στο τζάμι να κοιτάξει καλά γιατί ο ήλιος εμπόδιζε.

Είδε κρεβάτια στη σειρά. Και έψαχνε τη γιαγιά της. Με αυτά που είχαν στο πρόσωπο δεν μπορούσε να καταλάβει. Ποια να είναι η γιαγιά της;

''Τι είναι αυτές οι φούσκες που έχουν στο στόμα;''

''Για να αναπνέουν Ερμιόνη''.  Εκείνη την ώρα η νοσοκόμα ήλθε και έβγαλε της κυρίας τη φούσκα. Ήταν η γιαγιάκα της. Η Ερμιόνη είδε τη γιαγιά της να γυρίζει το κεφάλι στο παράθυρο.

''Γιαγιάκα εγώ εδώ... κοίτα με γιαγιάκαααα'' φώναζε

Η γιαγιά κοίταξε το παράθυρο και της φάνηκε ότι είδε την Ερμιόνη της απέξω. Είναι δυνατόν; 

Κούνησε το χέρι της και έστειλε φιλιά και ας μην είναι δυνατόν να είναι το κοριτσάκι της απέξω στον 5ο όροφο και μάλιστα πάνω σε αετό! 

Η Ερμιόνη γελούσε. ''Γιαγιά, γιαγιά, γιαγιά, σ'αγαπάω πολύ''

''Η μαμά την ταρακούνησε. Ερμιόνη μου τι έπαθες ; Όνειρο έβλεπες; Θα ήταν καλό για να γελάς. Σου έχω νέα''

''Μαμά; ο κος Αυγουστής; Τι γίνεται; Κοιμόμουν; Όνειρο είναι;''

''Όνειρο είδες αγάπη μου και δεν ξέρω κανένα κο Αυγουστή''

Η Ερμιόνη πετάχτηκε και πήγε στο παράθυρο. Απέξω δεν υπήρχε καμιά κερασιά. Όλα στον ύπνο της έγιναν;

''Τι νέα είπες μαμά ότι έχεις;''

''Αγάπη μου η γιαγιά βγήκε από την εντατική. Είναι καλά. Σε λίγες μέρες θα είναι κοντά μας''

Η Ερμιόνη ποτέ δεν χάρηκε τόσο πολύ όσο αυτό το πρωινό. Πηδούσε, γελούσε, χειροκροτούσε, έκανε ένα σωρό τρέλες από τη χαρά της και η μαμά την αγκάλιαζε και χόρευε  μαζί της.

''Ναι, αυτή η άνοιξη είναι η καλύτερη που έχω ζήσει ως τώρα''!


πηγή: ''Ατενίζοντας''

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...