Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η Ωραία Κοιμωμένη!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν μια πανέμορφη κόρη.
Όταν έφτασε ο καιρός να τη βαφτίσουν, αποφάσισαν να οργανώσουν μια μεγάλη γιορτή στο παλάτι, όπου θα καλούσαν όλους τους υπηκόους τους.
-Θέλω να καλέσω στη βάφτιση της κόρης μας και τις εφτά νεράιδες του δάσους....είπε ο βασιλιάς. Κι έτσι έγινε.
Την ημέρα της γιορτής, έστρωσαν ένα πλούσιο τραπέζι ειδικά για τις νεράιδες και πάνω του έβαλαν εφτά χρυσά σερβίτσια. Εκείνες με τη σειρά τους, έφεραν στη μικρή πριγκίπισσα τα καλύτερα τους δώρα: καλοσύνη, χάρη, ομορφιά, ευγένεια, εξυπνάδα, κομψότητα. Έμενε να δώσει το δώρο της η τελευταία νεράιδα, όταν ξαφνικά μια μαυροντυμένη μάγισσα, εμφανίστηκε στη μεγάλη σάλα του παλατιού, θυμωμένη.
-Γιατί δεν με καλέσατε κι εμένα στη γιορτή;..ρώτησε με τη βραχνή φωνή της.
Θα μετανιώσετε πικρά γι' αυτό. Ορίστε και το δώρο μου: ...όταν μεγαλώσει η πριγκίπισσα, στα δεκαεφτά  χρόνια της, θα τρυπήσει το δάχτυλο της με ένα αδράχτι και θα πεθάνει!....
Όλοι ανατρίχιασαν μόλις άκουσαν αυτές τις φοβερές κουβέντες. Αυτά είπε η μάγισσα και εξαφανίστηκε έτσι απότομα όπως ήρθε.
Τότε η έβδομη νεράιδα, μίλησε και είπε:
-Δεν έχω δώσει ακόμα το δώρο μου στην πριγκίπισσα....Δυστυχώς δεν μπορώ να λύσω τα μάγια, σας υπόσχομαι όμως, ότι η πριγκίπισσα δεν θα πεθάνει. Θα κοιμηθεί για εκατό χρόνια,  ώσπου ένας πρίγκιπας θα την  ξυπνήσει. Αυτό είναι το δικό μου δώρο!....

Ο βασιλιάς ωστόσο για να προστατέψει την μονάκριβη κόρη του, έδωσε διαταγή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο. Έτσι κι έγινε. Σε λίγο δεν υπήρχε πουθενά ούτε ένα αδράχτι. 

Τα χρόνια περνούσαν και η πριγκίπισσα μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, πιο καλή και γελαστή. Όλοι τη λάτρευαν. 
Η ημέρα που θα γινόταν δεκαεπτά χρόνων, ήταν μια βροχερή μέρα, και στο παλάτι όλοι ασχολιόνταν με τις ετοιμασίες των γενεθλίων της. 
Η πριγκίπισσα μη έχοντας τι να κάνει, αποφάσισε να εξερευνήσει το παλάτι.
-Έχει τόσα δωμάτια αυτό το παλάτι πάνω από χίλια. Δεν τα έχω δει ποτέ όλα. Είναι ευκαιρία σήμερα που δεν έχω τι να κάνω, να τα δω.
Ύστερα από λίγο τα βήματα της την έφεραν σε έναν από τους πύργους του παλατιού. Βρέθηκε έξω από την κλειστή του πόρτα την άνοιξε και μπήκε. 
Μέσα ήταν μια γριά, πού ύφαινε. 
- Τι κάνεις εκεί, καλή μου γιαγιά;..ρώτησε γλυκά η πριγκίπισσα.
- Υφαίνω κορίτσι μου...απάντησε η γριά.

-Θα με μάθεις και μένα; ...παρακάλεσε η κοπέλα. Δεν έχω δει ποτέ μου να υφαίνουν. Τότε η γριά της έδειξε πώς να κρατάει ένα μυτερό εργαλείο, που δεν ήταν άλλο από ένα αδράχτι. Αλλά αμέσως μόλις το άγγιξε, τρύπησε το δάχτυλο της και σωριάστηκε στο πάτωμα αναίσθητη. 
Αμέσως η γριά άλλαξε μορφή, κι έγινε η κακιά μάγισσα που είχε καταραστεί την πριγκίπισσα. Έπειτα χάθηκε γελώντας. 
Όταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα, βρήκαν την πριγκίπισσα, άρχισαν να κλαίνε απαρηγόρητοι.
Την πήραν από τον πύργο και την ξάπλωσαν σε ένα μεγάλο κρεβάτι, στρωμένο με τα πιο όμορφα και ακριβά σεντόνια. Κι εκεί την άφησαν να κοιμάται γαλήνια.
Τα πουλιά του δάσους, είδαν την ωραία κοιμωμένη από το παράθυρο της και έτρεξαν να ειδοποιήσουν τη νεράιδα που της έδωσε το έβδομο δώρο.
-Τρέξε γρήγορα στο παλάτι καλή μας νεράιδα...της είπαν όλα μαζί...
Εκείνη αμέσως πέταξε και μαζί με τα πουλιά βρέθηκε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Βρήκε το όμορφο κορίτσι να κοιμάται ήρεμα και δίπλα της τους γονείς της να θρηνούν καθώς και ολόκληρο το παλάτι .
-Μη κλαίτε... τους είπε με την απαλή φωνή της...η πριγκίπισσα δεν έχει πεθάνει, απλώς κοιμάται..
Έπειτα σήκωσε ψηλά το μαγικό της ραβδί και είπε:
-Φύλλα, κορμοί και κλαδιά αγκαλιάστε αυτό το παλάτι μαγικά. Προστατέψετε το κορίτσι και αυτούς που αγαπά για να κοιμούνται ήρεμα για χρόνια πολλά. 
Έπειτα κούνησε το ραβδί της κι αμέσως όλοι, ο βασιλιάς και η βασίλισσα, και όσοι βρίσκονταν στο παλάτι και στο βασίλειο γύρω, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Τα κλαδιά των δέντρων μεγάλωσαν και αγκάλιασαν τους πύργους και τους τοίχους δημιουργώντας έναν αδιαπέραστο φράκτη.
Πέρασαν εκατό χρόνια, και μια μέρα ένας πρίγκιπας βρέθηκε τυχαία κοντά στο δάσος που έκρυβε το μαγεμένο παλάτι. Ψάχνοντας για το θήραμα του, άρχισε να προχωράει μέσα στα πυκνά δέντρα παρότι οι συνοδοί του του τον προέτρεπαν να μη το κάνει. 
Σε λίγο του φάνηκε ότι διέκρινε κάτι που έμοιαζε με πύργο.
-Μα τι είναι αυτό; ...αναρωτήθηκε...Μοιάζει με πύργο, τι περίεργο αλήθεια!....σκέφτηκε, και αμέσως κίνησε για να ερευνήσει καλύτερα.
Με κόπο ο γενναίος πρίγκιπας κατάφερε να περάσει ανάμεσα από τα κλαδιά και να βρει το δρόμο που τον έφερε μπροστά στον μαγεμένο πύργο.
-Τι ήσυχα που είναι όλα....μονολόγησε...και ένοιωσε μια ανατριχίλα, ωστόσο συνέχισε και μπήκε μέσα στο παλάτι. Προχώρησε στους διαδρόμους και έφτασε μπροστά σε ακίνητους ανθρώπους που στέκονταν έξω από μια πόρτα σαν να κοιμούνται. 
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Τότε είδε μια πανέμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κλειστά μάτια. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της και αυθόρμητα πλησίασε, έσκυψε και τη φίλησε.
Ξαφνικά η κοπέλα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της ζαλισμένη ακόμα.
Ο πρίγκιπας της χαμογέλασε και τη φίλησε ξανά. 
Τα κλαδιά των δέντρων άρχισαν να μικραίνουν ξανά, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα πουλιά να γυρίζουν πίσω, και να αρχίζουν να κελαηδούν και οι πάντες να ξυπνάνε από τον βαθύ τους ύπνο.
Το βασίλειο έπαιρνε ζωή πάλι!
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έκλαιγαν από τη χαρά τους, και εξήγησαν με ευγνωμοσύνη την ιστορία τους. 
Ο πρίγκιπας τότε τους είπε ότι μαγεύτηκε από την ομορφιά της κόρης τους, την αγάπησε με την πρώτη ματιά και θα ήθελε πολύ να την κάνει γυναίκα του.
Τότε ετοιμάστηκε στη στιγμή ένα γλέντι που ολόκληρο το βασίλειο δεν είχε ξαναδεί όμοιο του.
Παραβρέθηκε και η νεράιδα που τόσο είχε βοηθήσει!
Και όλοι γιόρτασαν τους αρραβώνες της πριγκίπισσας τους με το όμορφο βασιλόπουλο, ξέροντας ότι σύντομα θα ακολουθούσε και ένας υπέροχος ευτυχισμένος γάμος.
Από τότε έζησαν όλοι πολύ ευτυχισμένοι στο βασίλειο αυτό!

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ο γενναίος ραφτάκος!!!

Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: 
-Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα... 
Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: 
-Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου... φώναξε.



Η χωριάτισσα ανέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια προς την πόρτα του ράφτη λαχανιασμένη. Ο ραφτάκος ζήτησε να δει το σύνολο της πραμάτειας και άνοιξε τα καπάκια από όλες τις κατσαρόλες που κουβαλούσε η γυναίκα. Έλεγξε μία προς μία της κατσαρόλες, τις σήκωσε ως την μύτη του, τις μύρισε ώσπου κατέληξε: 
-Η μαρμελάδα σας μου φαίνεται καλή, βάλτε μου 80 γραμμάρια. Ακόμα και ένα δέκατο του κιλού να μου βάλετε δεν θα με πειράξει καθόλου!»

Η αγρότισσα είχε ελπίσει ότι θα έκανε μια καλή πώληση. Έτσι έδωσε στον ραφτάκο την μαρμελάδα που ζήτησε, δεν έκρυψε όμως την δυσφορία της και έφυγε μουρμουρίζοντας
-Αυτή η μαρμελάδα θα πρέπει να είναι ευλογημένη από τον Θεό... φώναξε περίχαρος ο ραφτάκος,..  θα μου δώσει δύναμη και υγεία .
 Πετάχτηκε στο ντουλάπι, έβγαλε το ψωμί, έκοψε μια μεγάλη φέτα την οποία και επάλειψε με την μαρμελάδα την οποία είχε μόλις αγοράσει.
 -Δεν θα είναι κακή... μονολόγησε,..  αλλά πρώτα θα τελειώσω το γιλέκο που ράβω πριν ρίξω την πρώτη δαγκωνιά .

Έβαλε το ψωμί δίπλα του και από την χαρά του έκανε όλο και μεγαλύτερες βελονιές. Ωστόσο η γλυκιά μυρωδιά της μαρμελάδας ανέβαινε προς την οροφή όπου πετούσε ένα σμήνος μύγες. Οι μύγες εφορμούσαν κατά κύματα προς τη μαρμελάδα.
 -Έϊ...ποιος σας κάλεσε εσάς;... φώναξε ο ραφτάκος και έδιωχνε τις μύγες.
 Οι μύγες όμως δεν καταλάβαιναν κουβέντα από όσα τους έλεγε ο ραφτάκος και επέστρεφαν αμέσως μετά με όλο και μεγαλύτερη παρέα. Τελικά ο ραφτάκος εξοργίστηκε τόσο πολύ που βγήκε εκτός εαυτού. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη του και άρχισε να κυνηγάει τις μύγες με μανία. Φλάπ χτυπάει με το μαντίλι του και όταν το σήκωσε μέτρησε -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 7 μύγες.



-Πω πω τι φοβερός που είμαι.. είπε με αυτοθαυμασμό... όλη η πόλη θα πρέπει να το μάθει . 
Το είπε και το έκανε. Γρήγορα, γρήγορα έκοψε μία ζώνη και έραψε πάνω της με τεράστια γράμματα: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΈΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ».
-Ποια πόλη, όλη η χώρα πρέπει να το μάθει... συνέχισε να μονολογεί ενθουσιασμένος και η καρδιά του χτυπούσε γεμάτη ενθουσιασμό. Ήταν βέβαιο πως αυτό το ταπεινό εργαστήριο  δεν ήταν ικανό να στεγάσει τέτοιον ηρωισμό. Ο ραφτάκος έδεσε την ζώνη γύρω από την μέση του, κοντοστάθηκε στην πόρτα και κοίταξε γύρω του. Ήθελε να πάρει μαζί του ότι θα του ήταν χρήσιμο για να εξορμήσει στον κόσμο. Ωστόσο δεν βρήκε τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι τυρί το οποίο και έβαλε στην τσάντα του. Μπροστά στην πόρτα είδε ένα πουλί το οποίο είχε μπλεχτεί στους θάμνους. Το πήρε και το έβαλε και αυτό στην τσάντα μαζί με το τυρί.
Έτσι πήρε δρόμο και άφησε δρόμο, και καθώς ήταν ευκίνητος και εργατικός δεν αισθάνθηκε καμία κούραση. Έφτασε σε ένα βουνό. Όταν  λοιπόν ανέβηκε στην ψηλότερη κορυφή του,  είδε να κάθεται ένας γίγαντας, ο οποίος κοιτούσε υπερήφανα τι γίνεται τριγύρω. Ο ραφτάκος τον πλησίασε εγκάρδια και του λέει:
-Καλημέρα φίλε, σε βλέπω ότι κάθεσαι και παρατηρείς τον κόσμο άσκοπα. Εγώ αντιθέτως ξεκίνησα για να γνωρίσω τον κόσμο από κοντά και αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου και να με συντροφέψεις .

Ο γίγαντας έριξε μια περιφρονητική ματιά στον ραφτάκο και του  αποκρίνεται:
 -Είσαι απατεώνας, και παλιοχαρακτήρας.
-Αυτό ήταν.. απαντά ο ραφτάκος, λύνει την ζώνη του και την κραδαίνει με τα δύο του χέρια λέγοντας... να εδώ μπορείς να διαβάσεις τι τρομερός άντρας που είμαι! ...
Ο γίγαντας διάβασε «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ» και πίστεψε ότι ο ραφτάκος είχε αποτελειώσει εφτά ανθρώπους με τη μία. Έτσι αισθάνθηκε κάποιο δέος για τον πιτσιρίκο, θεώρησε όμως σκόπιμο να τον δοκιμάσει για καλό και για κακό. Έτσι πήρε μία πέτρα στο χέρι του και την ζούλισε με τόση δύναμη ώστε η πέτρα έβγαλε νερό!

-Αν μπορείς, κάνε και εσύ το ίδιο αφού είσαι τόσο δυνατός... είπε ο γίγαντας.
-Μόνο αυτό;.. απάντησε ο ραφτάκος. Κάτι τέτοια είναι παιχνιδάκια για μένα... είπε και έβαλε το χέρι του στην τσάντα πιάνοντας το τυρί. Ζούλισε το τυρί το οποίο και αμέσως έτρεξαν τα ζουμιά του. 
-Τα βλέπεις;.. λέει στο γίγαντα..  νομίζω ότι τα κατάφερα καλύτερα από σένα!...
Ο γίγαντας έχασε τα λόγια του και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο μικρούλης τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Τότε πήρε μια πέτρα και την πέταξε τόσο ψιλά ως που να μη φαίνεται πια με το μάτι.
-Λοιπόν ανθρωπάκο κάνε και εσύ το ίδιο αν μπορείς.
-Καλά την πέταξες.. απαντάει ο ραφτάκος,.. ωστόσο η πέτρα σου τελικά έπεσε και πάλι στο έδαφος. Εγώ θα ρίξω μια πέτρα η οποία δεν θα ξαναπέσει κάτω. Έπιασε στην τσάντα του, πήρε το πουλάκι και το πέταξε στον αέρα. Το πουλί γεμάτο χαρά με την απρόσμενη ελευθερία του πέταξε γρήγορα με ταχύτητα ψηλά και δεν ξαναγύρισε. 
-Πως σου φάνηκε αυτό φίλε;.. ρώτησε ο ραφτάκος.
-Από ότι φαίνεται ξέρεις να ρίχνεις αντικείμενα μακριά.. ανταπάντησε ο γίγαντας.. αλλά για να δούμε αν μπορείς και να σηκώνεις βάρη. 
Οδήγησε τον ραφτάκο σε μία τεράστια βελανιδιά η οποία βρισκόταν κομμένη στο έδαφος. 
-Αν είσαι τόσο δυνατός τότε βοήθησε με να κουβαλήσω αυτό το δέντρο και να το βγάλω έξω από το δάσος.


-Ευχαρίστως.. απάντησε ο μικρούλης..μόνο κουβάλα εσύ τον κορμό στις πλάτες σου, και εγώ θα κουβαλάω τα κλαδιά τα οποία είναι και τα βαρύτερα. 
Ο γίγαντας πήρε τον κορμό στον ώμο του, ο ραφτάκος όμως κάθισε πάνω σε ένα κλαδί. Έτσι ο γίγαντας δεν κουβαλούσε μόνο το δέντρο αλλά και τον νεαρό που είχε ξαπλώσει στα κλαδιά. Η όλη κατάσταση προκαλούσε μεγάλη ευφορία στον ραφτάκο ο οποίος όπως ήταν ξαπλωμένος σφύριζε τον ρυθμό του τραγουδιού: «τρεις ράφτες ίππευαν, και βγήκαν απ΄ την πόλη» και προσποιόταν ότι το κουβάλημα του δέντρου ήταν παιχνιδάκι. Ο γίγαντας αφού κουβάλησε το δέντρο γα αρκετό δρόμο κουράστηκε και φώναξε: 
-Κοίτα, θα πρέπει να ακουμπήσω το δέντρο στο έδαφος
Αμέσως ο ραφτάκος δίνει μια δρασκελιά στο έδαφος και αγκαλιάζει τα κλαδιά με τα δυο του χέρια σαν να κουβαλούσε το δέντρο.
 -Μα να είσαι τόσο μεγάλος και να μην καταφέρνεις να κουβαλήσεις ένα δέντρο... επέκρινε  τον γίγαντα.

Συνέχισαν να περπατάνε μαζί μέχρι που φτάσανε σε μια κερασιά. Ο γίγαντας τράβηξε με δύναμη την κορυφή του δέντρου όπου και ήταν τα ωριμότερα φρούτα και την κατέβασε ώστε να πάρει μερικά. Αμέσως έδωσε τα κλαδιά και στον ραφτάκο για να πάρει και αυτός. Ο ραφτάκος όμως ήταν πολύ αδύναμος ώστε να κρατήσει το δέντρο και ο κορμός πετάχτηκε αμέσως σε όρθια θέση συμπαρασύροντας μαζί και τον ραφτάκο. Ο ραφτάκος πετάχτηκε πάνω από το δέντρο έκανε μια τούμπα στο αέρα και έπεσε με τα δυο του πόδια στο έδαφος χωρίς να πάθει τίποτε.
 -Τι γίνεται δεν έχεις τόση δύναμη ώστε να λυγίσεις αυτό το κλαράκι; ρώτησε υποτιμητικά ο γίγαντας.

-Δεν μου λείπει η δύναμη,.. απαντάει ο μικρός.. πιστεύεις ότι αυτό θα ήταν πρόβλημα για κάποιον ο οποίος κατάφερε επτά με ένα χτύπημα; Απλώς πήδηξα πάνω από το δέντρο γιατί άκουσα τους κυνηγούς να πυροβολούν και ήθελα να δω τι γίνεται. Αν σε βαστάει πήδα και εσύ τόσο ψηλά... 
Ο γίγαντας αμέσως πήδηξε και αυτός χωρίς όμως να κατορθώσει να υπερπηδήσει το δέντρο και σκάλωσε στα κλαδιά του. Έτσι και σε αυτή τη δοκιμασία ο μικρός φάνηκε να υπερέχει του γίγαντα.

-Αν είσαι τόσο γενναίος όσο λες, τότε γιατί δεν έρχεσαι να κοιμηθείς το βράδυ στην σπηλιά μας;..
 Ο ραφτάκος δεν φοβήθηκε καθόλου και ακολούθησε τον γίγαντα στη σπηλιά του. Όταν έφτασαν , βρήκαν και άλλους γίγαντες που κάθονταν γύρω από την φωτιά. Κάθε γίγαντας  είχε ένα ψητό αρνί στο χέρι και έτρωγε με βουλιμία. Εδώ έχει περισσότερο κόσμο και από το εργαστήριο μου σκέφτηκε ο μικρός.

Ο γίγαντας έδειξε ένα κρεβάτι στον ραφτάκο και του πρότεινε να πέσει και να κοιμηθεί. Καθώς το κρεβάτι ήταν πολύ μεγάλο για τον ραφτάκο αυτός δεν ξάπλωσε καθόλου και πήγε να κοιμηθεί σε μία γωνία της σπηλιάς. Τα μεσάνυχτα όταν ο γίγαντας θεώρησε ότι ο νέος θα είχε πια αποκοιμηθεί για τα καλά, σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήρε μια μεγάλη σιδερένια βέργα και άρχισε να χτυπάει το κρεβάτι μέχρι που πίστεψε ότι είχε αποτελειώσει τον ραφτάκο.

Το ξημέρωμα οι γίγαντες πήγαν στο δάσος και είχαν πια ξεχάσει τελείως τον ραφτάκο όταν τον είδαν να έρχεται ευδιάθετο προς το μέρος τους . Τρομαγμένοι άρχισαν να τρέχουν  άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις φοβούμενοι ότι ο ραφτάκος ήταν αθάνατος και ερχόταν να τους εκδικηθεί και να τους σκοτώσει.
Ο ραφτάκος συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησε και περπάτησε έφτασε τελικά στην αυλή του παλατιού. Εκεί νιώθοντας μεγάλη κούραση ξάπλωσε στο χόρτο και αποκοιμήθηκε. Όσο καθόταν ξαπλωμένος μαζεύτηκαν διάφοροι περαστικοί οι οποίοι και παρατηρούσαν  από όλες τις πλευρές την ζώνη του που έγραφε: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ».

«Πω πω» μονολογούσαν, «τι ζητάει άραγε ένα ήρωας του πολέμου καταμεσής της ειρήνης. Θα πρέπει να είναι πολύ σπουδαίος κύριος». Έτσι οι πιστοί υπήκοοι πήγαν και ανέφεραν στον βασιλιά ότι ένας ήρωας είχε φτάσει και τον συμβούλευαν να μην τον αφήσει να αποχωρήσει ποτέ από το βασίλειο. Θεωρούσαν ότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμος αν ξεσπούσε κάποια στιγμή πόλεμος. Στον βασιλιά άρεσε η ιδέα και έστειλε έναν αυλικό να προτείνει στον νεαρό να μπει υπό τις προσταγές του.

Ο απεσταλμένος κάθισε πλάι στον κοιμισμένο ήρωα, περίμενε έως ότου ξυπνήσει για να του μεταφέρει  το κάλεσμα του βασιλιά.
-Ακριβώς για αυτό ήρθα» απάντησε ο ραφτάκος «είμαι έτοιμος να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον βασιλιά.
 Έτσι υποδέχτηκαν τον ήρωα μας με όλες τις τιμές και του προσέφεραν ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα στο παλάτι. Ωστόσο οι στρατηγοί του βασιλιά φοβήθηκαν ότι ο ραφτάκος θα μπορούσε να απειλήσει τη θέση τους και του εύχονταν να τσακιστεί στο πυρ το εξώτερο.

-Τι θα απογίνουμε;.. ρωτούσε ο ένας τον άλλο..αν τσακωθούμε μαζί του και αυτός αρχίσει να βαράει,.. με κάθε του γροθιά θα ξεκάνει επτά. Κανείς μας δεν πρόκειται να γλιτώσει.
 Έτσι αποφάσισαν και πήγαν όλοι μαζί στο βασιλιά και τον παρακάλεσαν να δεχτεί την παραίτηση τους:
-Δεν είμαστε ικανοί να σταθούμε πλάι σε ένα άνθρωπο ο οποίος μπορεί να ξεκάνει   επτά με ένα χτύπημα.

Ο βασιλιάς στεναχωρήθηκε καθώς για τη χάρη του ενός θα έπρεπε να χάσει όλους τους πιστούς του στρατιωτικούς και ευχόταν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ και θα έκανε το παν για να τον ξεφορτωθεί. Ωστόσο δεν τολμούσε να τον ξαποστείλει καθώς φοβόταν όταν θα ξέκανε όλους τους υπηκόους του για να του κλέψει τελικά τον θρόνο. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο βασιλιάς στο τέλος βρήκε την λύση. Έστειλε ένα αυλικό στον ραφτάκο  και  του παρήγγειλε μια και ήταν ένας ήρωας πολέμου να του κάνει μια εξυπηρέτηση. Σε ένα από τα δάση του βασιλείου του ζούσαν δύο γίγαντες οι οποίοι προκαλούσαν τεράστιες ζημιές στους υπηκόους του. Κλοπές και εμπρησμοί ήταν η καθημερινότητα τους ώστε κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει με ασφάλεια την περιοχή τους. Αν κατόρθωνε να εξοντώσει αυτούς τους δύο γίγαντες θα του έδινε τη μοναχοκόρη του για σύζυγο και το μισό του βασίλειο για προίκα. Επίσης θα του έδινε εκατό ιππότες για να τον συνοδεύσουν στην αποστολή του.

Αυτό ήταν μια αποστολή για ένα άνδρα του βεληνεκούς του σκέφτηκε ο ραφτάκος καθώς δεν θα του προσφερόταν κάθε μέρα μία πριγκίπισσα και το μισό βασίλειο.
-Ναι βέβαια... απάντησε τους γίγαντες θα τους δαμάσω και τους εκατό ιππότες δεν τους έχω ανάγκη. Όποιος μπορεί να πετύχει επτά με ένα χτύπημα δεν έχει να φοβηθεί από δύο.

Ο ραφτάκος έφυγε από το παλάτι και οι εκατό ιππότες τον ακολούθησαν. Μόλις έφτασε στις παρυφές του δάσους ζήτησε από τους συνοδούς του να τον περιμένουν
 -Τους γίγαντες θα τους κανονίσω μόνος μου... τους ανακοίνωσε. 
Μετά μπήκε στο δάσος και προσεκτικά κοιτούσε μια δεξιά και μία αριστερά καθώς προχωρούσε. Τελικά εντόπισε τους γίγαντες να κοιμούνται και να ροχαλίζουν κάτω από ένα δέντρο. Κοντοστάθηκε και τους παρατηρούσε. Τελικά γέμισε προσεκτικά τις τσέπες του με πέτρες και ανέβηκε στο δέντρο πάνω από τους γίγαντες. Ανέβηκε μέχρι τη μέση του δέντρου και κάθισε ακριβώς πάνω από του γίγαντες. Αμέσως άρχισε να αφήνει τις πέτρες του να πέφτουν στο στήθος του ενός γίγαντα. Αρχικά ο γίγαντας δεν έδειξε να ενοχλείτε τελικά όμως ξύπνησε και άρχισε να σπρώχνει τον σύντροφο του:
 -Τι θέλεις και με χτυπάς;.. τον ρώτησε τσαντισμένος.

-Ονειρεύεσαι;.. απαντά ο άλλος ..δεν σε χτυπάω.
Έπεσαν και πάλι να κοιμηθούνε όταν ο ράφτης έριξε μια πέτρα στον δεύτερο γίγαντα.
-Τι θέλεις.. φωνάζει στον πρώτο.. γιατί μου πετάς πέτρες;
-Δεν σου πετάω τίποτα.. απάντησε εξοργισμένος ο πρώτος.
Τσακώθηκαν για λίγη ώρα , αλλά καθώς ήταν και οι δύο αρκετά κουρασμένοι έδωσαν τόπο στην οργή και έπεσαν να ξανακοιμηθούν. Ο ραφτάκος ωστόσο δεν είχε τελειώσει με το παιχνίδι του. Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα και την έριξε με όλη του τη δύναμη στο στήθος του πρώτου γίγαντα.

-Αυτό πάει πολύ.. φώναξε και άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελός και κοπανούσε τον σύντροφό του με τόση δύναμη που το δέντρο που βρισκόταν ο ραφτάκος έτρεμε ολόκληρο. Ο άλλος γίγαντας ξεπλήρωσε τα χτυπήματα με τον ίδιο τρόπο. Τόσο μεγάλη ήταν η οργή τους ώστε ξερίζωναν δέντρα και χτυπούσε ο ένας τον άλλο. Τόση ήταν η μανία τους που τελικά έπεσαν ταυτόχρονα και οι δύο νεκροί. Τότε ο ραφτάκος κατέβηκε από την κρυψώνα του.
-Τελικά είμαι πολύ τυχερός που δεν ξερίζωσαν και το δικό μου δέντρο ... μονολογούσε  αλλιώς θα έπρεπε να πηδήξω σαν τη νυφίτσα σε ένα άλλο δέντρο. 
Τράβηξε το σπαθί του και το έμπηξε με δύναμη μια στον ένα γίγαντα και μια στον άλλο. Τελικά βγήκε από το δάσος και απευθύνθηκε στους ιππότες του.
 -Έγινε η δουλειά, τους ξέκανα και τους δύο. Τελικά δυσκολεύτηκα κάπως, καθώς ξερίζωσαν μέχρι και δέντρα για να αμυνθούν. Ωστόσο και αυτό δεν θα μπορούσε να τους βοηθήσει απέναντι σε κάποιον που πετυχαίνει επτά με ένα χτύπημα.
-Μα εσείς δεν έχετε καν τραυματιστεί .. παρατήρησαν δύσπιστοι οι ιππότες.
-Φυσικά και δεν έχω τραυματιστεί.. απάντησε ..ούτε τρίχα από την κεφαλή μου δεν ακούμπησαν.
Οι ιππότες δεν πίστεψαν κουβέντα από όσα τους είπε ο ραφτάκος, καβάλησαν τα άλογα τους και μπήκαν στο δάσος. Εκεί βρήκαν τους γίγαντες σε μία λίμνη αίματος ο καθένας και γύρω τους ήταν τα ξεριζωμένα δέντρα.



Ο ραφτάκος ζήτησε από τον  βασιλιά την ανταμοιβή που του είχε υποσχεθεί. Ο βασιλιάς όμως μετάνιωσε για την υπόσχεση του και έκανε νέες σκέψεις για το πώς θα μπορούσε να ξεφορτωθεί τον ήρωα.
-Πριν σου δώσω το μισό μου βασίλειο και την κόρη μου για σύζυγο, θα πρέπει να αποδείξεις τον ηρωισμό σου για μία ακόμη φορά» απάντησε ο βασιλιάς..  Στο δάσος κυκλοφορεί ένας μονόκερος ίππος ο οποίος προκαλεί τεράστιες ζημιές. Αυτόν το μονόκερο πρέπει να πιάσεις ζωντανό!
-Αυτόν τον μονόκερο τον φοβάμαι ακόμη λιγότερο και από ότι τους δύο γίγαντες. Μη ξεχνάτε ότι εγώ είμαι αυτός που κατάφερε επτά με ένα χτύπημα. 
Πήρε λοιπόν ένα σχοινί και ένα τσεκούρι, έφτασε στο δάσος και ζήτησε στους ιππότες που τον συνόδευαν να τον περιμένουν. Δεν χρειάστηκε να ψάξει για πολύ, ο μονόκερος τον εντόπισε και όρμησε κατά πάνω του για να τον τρυπήσει με το κέρατο του. «Για δες, για δες» μονολόγησε ο ραφτάκος «τόσο γρήγορα δεν θα μπορέσεις να με ξεκάνεις». Έτσι ο ραφτάκος στάθηκε ακίνητος απέναντι από το ζώο μέχρι που το ζώο τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Αμέσως ο ραφτάκος έδωσε μια δρασκελιά και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Ο μονόκερος έπεσε με όλη του τη δύναμη πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα το κέρατο του να σφηνώσει στον κορμό του δέντρου. Τόσο δυνατή ήταν η πρόσκρουση που ο μονόκερος δεν είχε αρκετή δύναμη ώστε να τραβήξει το κέρατο από το δέντρο και να απελευθερωθεί. «Το πιάσαμε το πουλάκι» είπε ο ραφτάκος καθώς ξεπρόβαλε πίσω από το δέντρο. Αμέσως έφτιαξε μια θηλιά με το σχοινί που είχε πάρει μαζί του και την πέρασε από τον λαιμό του μονόκερου. Μετά απελευθέρωσε με το τσεκούρι το κέρατο του ζώου και οδήγησε το ζώο στον βασιλιά.



Ο βασιλιάς ζήτησε και μία τρίτη δοκιμασία πριν εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Ζήτησε από τον ραφτάκο να πάει στο δάσος και να πιάσει ένα αγριογούρουνο που προκαλούσε μεγάλες ζημιές. Μάλιστα έστειλε μαζί του κυνηγούς για να τον βοηθήσουν.
 -Ευχαρίστως.. απάντησε ο ραφτάκος ..αυτό είναι παιχνιδάκι.
Τους κυνηγούς τους άφησε στις παρυφές του δάσους. Από ότι φάνηκε οι κυνηγοί ήταν ικανοποιημένοι με αυτή την εξέλιξη, καθώς ήδη αρκετές φορές είχαν συναντήσει το ζώο στο δάσος και δεν ήθελαν να το ξαναβρούν μπροστά τους.

Μόλις το αγριογούρουνο είδε τον ράφτη όρμησε κατά πάνω του. Από το στόμα του έτρεχαν αφροί και κράδαινε τα δόντια του προσπαθώντας να τον ρίξει καταγής. Ο ήρωας μας όμως πήδηξε γρήγορα-γρήγορα και μπήκε σε ένα εκκλησάκι που ήταν εκεί κοντά και αμέσως με ένα πήδημα πήδηξε έξω από το παράθυρο. Το γουρούνι τον είχε ακολουθήσει και μπήκε και αυτό στο εκκλησάκι. Ο ράφτης που ήταν ήδη έξω πήγε από πίσω και έκλεισε την πόρτα. Το ζώο ήταν πολύ βαρύ για να μπορέσει να πηδήξει και να βγει από το παράθυρο. Τότε ο ραφτάκος πήγε και φώναξε τους κυνηγούς για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το φυλακισμένο ζώο. Ο ίδιος ο ράφτης πήγε στον βασιλιά και αυτός ήθελε δεν ήθελε έπρεπε πλέον να τηρήσει την υπόσχεση του και έδωσε την κόρη του και το μισό βασίλειο στο ραφτάκο. Αν ήξερε ότι μπροστά του στεκόταν ένας ράφτης και όχι ένας ήρωας πολέμου τότε ο βασιλιάς θα στενοχωριόταν ακόμη περισσότερο. Έτσι ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και ο ήρωας μας έγινε από ραφτάκος βασιλιάς. Ο βασιλιάς και η κόρη του ωστόσο δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με αυτή την εξέλιξη.
Αφού πέρασε λίγος καιρός η νέα βασίλισσα άκουσε τον σύζυγό της να παραμιλάει στον ύπνο του: «Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι». Εκεί συνειδητοποίησε από πού κρατούσε η σκούφια του νέου βασιλιά και συζύγου της. Την άλλη μέρα πήγε με παράπονο στον πατέρα της να του αφηγηθεί τον καημό της και του ζήτησε να την απαλλάξει από τον σύζυγο της. «Ο άντρας που μου έδωσες όχι μόνο δεν είναι γαλαζοαίματος, του είπε.. αλλά ένας ταπεινός ράφτης.
Ο βασιλιάς την παρηγόρησε και απάντησε:
 -Άσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοιχτή σήμερα το βράδυ και οι υπηρέτες μου θα τον πιάσουν, θα τον δέσουν και θα τον στείλουν με ένα πλοίο στην άλλη άκρη του κόσμου! Η βασίλισσα δέχτηκε τα λόγια του πατέρα της με χαρά, αλλά ο υπασπιστής του βασιλιά που τα είχε ακούσει όλα, έτρεξε στον νέο βασιλιά και του μαρτύρησε τα πάντα.
Το βράδυ ο ραφτάκος έπεσε να κοιμηθεί την συνηθισμένη ώρα μαζί με τη γυναίκα του. Όταν η βασίλισσα πίστεψε ότι κοιμόταν, σηκώθηκε να ανοίξει την πόρτα και ξάπλωσε ξανά. Ο ραφτάκος που απλώς προσποιούνταν ότι είχε κοιμηθεί άρχισε να φωνάζει δυνατά: 
-Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι. Εγώ που πέτυχα επτά με ένα χτύπημα, σκότωσα δύο γίγαντες, απήγαγα έναν μονόκερο και έπιασα ένα αγριογούρουνο, πιστεύεις ότι θα μπορούσα να φοβηθώ αυτούς που στέκονται έξω από το δωμάτιο μου;
Οι υπηρέτες όταν άκουσαν τον ράφτη να λέει αυτά τα λόγια, κυριεύτηκαν από φόβο, το έβαλαν στα πόδια σαν να τους κυνηγούσε ολόκληρο το σύμπαν και δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τον βασιλιά.
Έτσι ο ραφτάκος παρέμεινε βασιλιάς μέχρι το τέλος της ζωής του.

ένα παραμύθι των Αδελφών Γκριμ από τα http://www.paramithakia.gr/


Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Η Κοκκινοσκουφίτσα!!!


Κάποτε ,στην άκρη ενός δάσους, ζούσε με τη μαμά του ένα όμορφο κοριτσάκι. Φορούσε κόκκινο σκουφάκι, κόκκινη μπέρτα και κόκκινα μποτάκια και την φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν πολύ όμορφο και γλυκό κοριτσάκι αλλά ανέμελο. Συχνά ξεχνούσε τις συμβουλές της μαμάς της όπως έκανε και εκείνη την ημέρα.
Το πρωί η μαμά της, της είπε:
-Κοκκινοσκουφίτσα μου η γιαγιά είναι άρρωστη. Πήγαινε να τη δεις και πάρε να της δώσεις αυτό το καλαθάκι που της ετοίμασα. Πρόσεχε όμως, γιατί στο δάσος ζει ο κακός λύκος και είναι πολύ επικίνδυνος. Πρέπει να μη σταματήσεις καθόλου και να πας κατευθείαν στη γιαγιά.
Η Κοκκινοσκουφίτσα ξεκίνησε χαρούμενη για το σπίτι της γιαγιάς που ήταν στην άλλη άκρη του δάσους. Στο δρόμο πρόσεξε τα λουλουδάκια που φύτρωναν μέσα στο πράσινο και σκέφτηκε ''δεν θα πειράξει να μαζέψω λίγα... είναι τόσο όμορφα...άλλωστε θα αρέσουν και στη γιαγιά''...
Ξάφνου, ενώ μάζευε λουλούδια για τη γιαγιά της πετάγεται μπροστά της ο κακός λύκος
-Ω τι χαριτωμένο κοριτσάκι και τι όμορφα ρούχα, πώς σε λένε κοριτσάκι μου; Και τι ωραία λουλούδια που κρατάς. Για ποιον είναι;
Η Κοκκινοσκουφίτσα, ξεχνώντας τη συμβουλή της μαμάς της, απάντησε στο λύκο
-Είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα και τα λουλούδια είναι για τη γιαγιά μου...Της πάω και αυτό το καλαθάκι που ετοίμασε η μαμά μου, μια και η γιαγιά μου είναι άρρωστη».
Ο λύκος κοίταξε την Κοκκινοσκουφίτσα και ξερογλύφτηκε..

-Και κάνεις τόσο δρόμο μόνη σου; Πού μένει η γιαγιά σου κοριτσάκι μου;
Η Κοκκινοσκουφίτσα του έδειξε προς τα πού ήταν το σπίτι της γιαγιάς και συνέχισε να μαζεύει λουλούδια ενώ ο λύκος έφυγε τρέχοντας, έχοντας καταστρώσει ήδη τα πονηρά σχέδια του.
Σε λίγο, είχε φτάσει στο σπίτι της γιαγιάς και χτύπησε τη πόρτα.
-Ποιος είναι;»
Ρώτησε η γιαγιά από το κρεβάτι της που ήταν ξαπλωμένη.
Ο λύκος, που άλλαξε τη φωνή του, είπε γλυκά:
-Ειμαι η εγγονούλα σου η Κοκκινοσκουφίτσα και σου φέρνω ένα καλαθάκι από τη μαμά και λουλουδάκια από μένα.
-Αχ,Κοκκινοσκουφίτσα μου εσύ είσαι; Έλα μέσα, δεν μπορώ να σηκωθώ η πόρτα είναι ανοιχτή.
Με μιας ο λύκος μπαίνει μέσα και κάνει τη γιαγιά μια χαψιά!Έπειτα φόρεσε τη νυχτικιά της και χώθηκε κάτω από τις κουβέρτες για να περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα.
Σε λίγο έφτασε στο σπίτι η Κοκκινοσκουφίτσα. Χτύπησε τη πόρτα και ο λύκος της είπε να μπει μέσα αλλάζοντας πάλι τη φωνή του.
Χαιρέτησε τη γιαγιά της άλλα της φάνηκε λίγο διαφορετική όταν πλησίασε στο κρεβάτι.
-Γιαγιά γιατί τα αφτιά σου είναι τόσο μεγάλα;
-Για να σ ακούω καλύτερα παιδάκι μου απάντησε ο λύκος .
-Και γιαγιά γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα; 
 
-Για να σε φάω καλύτερα, ..είπε... και την έκανε μια χαψιά!
Αφού είχε φάει την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της με μια χαψιά, η κοιλιά του είχε πρηστεί. Σκέφτηκε λοιπόν να ξαπλώσει λίγο στο κρεβάτι για να χωνέψει, και τον πήρε ο ύπνος.
Για κακή του τύχη όμως εκείνη την ώρα περνούσε απ το σπίτι ένας κυνηγός. Μπαίνει μέσα στο σπίτι της γιαγιάς για να της πει μια καλημέρα, μια και πάντα περνούσε από εκεί πηγαίνοντας για κυνήγι.
Βλέπει το σπίτι άδειο, τον λύκο με πρησμένη την κοιλιά και κατάλαβε. Πυροβολεί τον λύκο στο κεφάλι, βγάζει το μαχαίρι του και σκίζει με προσοχή και γρήγορα την κοιλιά του λύκου.
Κι ευτυχώς, που ο λύκος ήταν λαίμαργος και τις έφαγε με μια χαψιά, γιατί η γιαγιά και η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ακόμα ζωντανές. Τις έβγαλε από την κοιλιά, φοβισμένες αλλά γερές, και εκείνες δεν σταματούσαν να τον ευχαριστούν.
Και η Κοκκινοσκουφίτσα μας η άμυαλη, φοβισμένη από αυτό που έπαθε, υποσχέθηκε ότι ποτέ ξανά δεν θα μιλούσε με άγνωστους, και θα άκουγε τις συμβουλές της αγαπημένης της μαμάς.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Ο Τοσοδούλης!!!



Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός χωρικός. Τα βράδια φρόντιζε την φωτιά στο σπίτι και δίπλα του καθόταν η γυναίκα του που έπλεκε. Μια μέρα λέει στη σύντροφό του «Πόσο μονότονα είναι αφού δεν έχουμε παιδιά! Έχουμε τόση ησυχία στο σπίτι μας ενώ τα άλλα σπίτια έχουν φασαρία και χαρά!» «Ναι»απάντησε αναστενάζοντας η γυναίκα «ας είχαμε ένα μόνο παιδάκι και ας ήταν τόσο δα μικρό» είπε δείχνοντας τον αντίχειρά της, «εγώ θα ήμουν ευχαριστημένη και θα το αγαπούσαμε με όλη μας την καρδιά!»
 Κάποτε  η γυναίκα αρρώστησε και μετά από επτά μήνες γέννησε ένα παιδάκι το οποίο ήταν ένα υγιέστατο  αγόρι, αλλά δεν ξεπερνούσε σε μέγεθος έναν αντίχειρα. Το ζευγάρι είπε τότε πως εκπληρώθηκε η ευχή του, και φρόντιζε με αγάπη το μικρό αγοράκι που ονόμασαν Τοσοδούλη. Οι γονείς δεν του στέρησαν ποτέ το φαγητό, αλλά το παιδί δεν μεγάλωσε και έμεινε μικρό όπως ήταν την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε. Ωστόσο αντιλαμβανόταν τα πάντα και ήταν πολύ έξυπνο και εργατικό.
Μια μέρα ο αγρότης ετοιμάστηκε να πάει στο δάσος για να κόψει ξύλα και μονολογούσε:
«Τι καλά που θα ήτανε αν είχα κάποιον μου φέρει την άμαξα όταν τελειώσω με το κόψιμο των ξύλων!» «Μα πατέρα εγώ είμαι εδώ,» φώναξε ο Τοσοδούλης «μείνε ήσυχος ότι θα σου φέρω την άμαξα ότι ώρα την χρειαστείς.» Ο πατέρας γέλασε και είπε: «Πως θέλεις να το κάνεις αυτό αφού είσαι πολύ μικρός για μια τόσο δύσκολη δουλειά;» «Δεν πειράζει πατέρα μόνο θα βάλω την μητέρα να ετοιμάσει την άμαξα και εγώ θα μπω στο αυτί του αλόγου και θα του δίνω διαταγές προς τα που θα πρέπει να πηγαίνει!» «Λοιπόν» απάντησε ο αγρότης «για μία φορά μπορούμε να το δοκιμάσουμε!»
Όταν ήρθε η ώρα η μητέρα έζεψε την άμαξα και έβαλε τον Τοσοδούλη στο αυτί του αλόγου. Ο μικρός άρχισε τότε να δίνει εντολές, «χιου και χο! Χοτ και χαρ!» Το άλογο υπάκουε και ακολουθούσε τις εντολές σαν να το οδηγούσε ο αφέντης του και πήγαινε στο σωστό δρόμο για το δάσος. Την ώρα όμως που έστριβε σε ένα δρόμο και φώναζε «χαρ, χαρ!» περνούσαν δύο ξένοι και απόρησαν με το θέαμα. «Αμάν τι γίνεται» αναρωτήθηκε ο ένας «μία άμαξα προχωράει στο δρόμο, με έναν αμαξά ο οποίος δίνει εντολές στα άλογα αλλά παρόλα αυτά δεν φαίνεται πουθενά.» «Κάτι δεν πάει καλά εδώ» απάντησε ο άλλος «ας ακολουθήσουμε την άμαξα για να δούμε που θα σταματήσει!» Η άμαξα όμως μπήκε βαθιά μέσα στο δάσος και έφτασε σωστά στο μέρος στο οποίο είχαν κοπεί τα ξύλα. Όταν ο Τοσοδούλης είδε τον πατέρα του φώναξε: «είδες πατέρα έφτασα με την άμαξα, τώρα κατέβασε με.» Ο πατέρας έπιασε το άλογο με το αριστερό χέρι και έβγαλε τον Τοσοδούλη με το δεξί χέρι από το αυτί του αλόγου. Όταν οι δύο ξένοι είδαν τον μικρούλη τα έχασαν και δεν ήξεραν τι να πουν. Τότε πιάνει ο ένας το χέρι του άλλου και του λέει συνωμοτικά: «Άκου, ο μικρούλης μπορεί να είναι η τύχη μας, θα τον πάρουμε μαζί μας στη μεγάλη πόλη και θα τον δείχνουμε στα πανηγύρια. Πάμε να τον αγοράσουμε!» Πήγαν και είπαν στον αγρότη: «Πούλησε μας τον μικρό άνθρωπο και θα τα περάσει καλά μαζί μας.» «Όχι» απάντησε ο πατέρας «είναι η η ίδια μου η ψυχή και δεν το δίνω για όλο το χρυσάφι του κόσμου» Ο Τοσοδούλης όμως ο οποίος άκουσε το παζάρι πιάστηκε από την πιέτα του παντελονιού του πατέρα και σκαρφάλωσε στον ώμο του. Τότε του ψιθύρισε στο αυτί: «Πατέρα δώσε με και εγώ θα επιστρέψω πάλι!» Τότε ο πατέρας τον έδωσε στους άνδρες παίρνοντας μια καλή ανταμοιβή. «Που θέλεις να καθίσεις;» τον ρώτησαν οι ξένοι. «Βάλτε με στην άκρη του καπέλου σας τότε θα μπορέσω να ανεβοκατεβαίνω και να παρατηρώ το τοπίο χωρίς να πέσω κάτω.» Οι ξένοι του έκαναν το χατίρι και αφού ο Τοσοδούλης αποχαιρέτησε τον πατέρα του ξεκινήσανε.

Έτσι περπάτησαν μέχρι το σούρουπο οπότε ο μικρός τους είπε « κατεβάστε με κάτω είναι ανάγκη.» «Μείνε επάνω» του είπε ο άνδρας στο κεφάλι του οποίου καθόταν»δεν με ενοχλεί άλλωστε συμβαίνει συχνά τα πουλιά να αφήνουν να πέσει κάτι στο κεφάλι μου.» «Όχι» απάντησε ο Τοσοδούλης «δεν είναι σωστό: κατεβάστε με κάτω γρήγορα.» Ο άνδρας πήρε το καπέλο του και το κατέβασε σε ένα χωράφι που βρισκόταν παραδίπλα στο δρόμο. Στην αρχή ο Τοσοδούλης έτρεξε ανάμεσα σε κάποιες φλούδες πέρα δώθε, μετά πετάχτηκε και μπήκε μέσα σε μία ποντικότρυπα που είχε προηγουμένως εντοπίσει. «Καλό σας βράδυ κύριοι, επιστρέψτε σπίτι σας χωρίς εμένα» είπε τότε ο μικρός και άρχισε να γελάει κοροϊδευτικά. Οι άνδρες ήρθαν και έβαζαν μακριά ξύλα μέσα στην ποντικότρυπα, αλλά ήταν μάταιος κόπος: ο Τοσοδούλης τρύπωνε ολοένα και βαθύτερα μέσα στην τρύπα και καθώς μετά από λίγο νύχτωσε εντελώς οι δύο ξεκίνησαν τσαντισμένοι και απογοητευμένοι για το σπίτι τους.
Όταν ο Τοσοδούλης κατάλαβε ότι είχαν φύγει, βγήκε πάλι από την υπόγεια κρυψώνα του. «Τα πράγματα στο χωράφι μπορούν γίνουν ιδιαίτερα επικίνδυνα το βράδυ» είπε «πόσο εύκολα μπορεί κανείς σπάσει τον λαιμό του ή το πόδι του». Ευτυχώς έπεσε πάνω σε ένα άδειο καβούκι σαλιγκαριού. «Δόξα τον Θεό εδώ θα μπορέσω να περάσω την νύχτα με ασφάλεια» είπε και μπήκε μέσα.
Δεν πέρασε πολύ ώρα, ίσα ίσα που είχε αποκοιμηθεί όταν άκουσε δύο άνδρες να περνάνε από πλάι του. Ο ένας έλεγε στο άλλο: «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι για να πάρουμε τα λεφτά και το ασήμι από τον πλούσιο παπά!»
«Θα σου πω εγώ τι να κάνεις!» φώναξε απρόσκλητα ο Τοσοδούλης.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε τρομαγμένος ο ένας ληστής «ακούω κάποιον να μιλάει!» Στάθηκαν και οι δύο για να ακούσουν και ο Τοσοδούλης τους φώναξε πάλι: «πάρτε με μαζί σας και θα σας βοηθήσω.Δείτε προς τη γη και ψάξτε από κει που ακούγεται η φωνή μου». Τελικά οι ληστές βρήκαν τον μικρό και τον σήκωσαν ψηλά. «Πως θα μπορέσεις να μας βοηθήσεις αλητάκο;» τον ρώτησαν. «Είναι πανεύκολο, θα περάσω μέσα από τα κάγκελα στο δωμάτιο του παπά και θα σας δώσω ότι θέλετε.»
«Προχώρα να σε δούμε» του απάντησαν. Όταν έφτασαν στο σπίτι του παπά, ο Τοσοδούλης τρύπωσε στην κάμαρα και άρχισε να φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Τα θέλετε όλα όσα υπάρχουν εδώ μέσα;» Οι ληστές τρόμαξαν και του λένε «Πιο σιγά, μίλα πιο σιγά θα ξυπνήσουμε τον παπά.» Αλλά ο Τοσοδούλης έκανε ότι δεν κατάλαβε και φώναζε «Τι θέλετε να σας φέρω; Τα θέλετε όλα όσα υπάρχουν εδώ μέσα;»
Έτσι η μαγείρισσα που κοιμόταν σε διπλανό δωμάτιο, σηκώθηκε για να δει τι συμβαίνει. Οι ληστές φοβήθηκαν και έτσι απομακρύνθηκαν λίγο. Τελικά ξαναβρήκαν το θάρρος τους και σκέφτηκαν ότι ο μικρός θέλει να τους ξεγελάσει. Επέστρεψαν και του είπαν ψιθυριστά: «Σοβαρέψου επιτέλους και άρχισε να μας φέρνεις πράγματα» Τότε ο Τοσοδούλης φώναξε για ακόμη μία φορά με όλη του τη δύναμη: «θέλω να σας δώσω τα πάντα, για περάστε τα χέρια σας μέσα.» Η μαγείρισσα η οποία είχε στήσει αυτί τον άκουσε, πετάχτηκε από το κρεβάτι και μπήκε παραπατώντας στη κάμαρα. Οι ληστές το έβαλαν στα πόδια και έτρεχαν σαν να τους κυνηγούσε κάποιο άγριο τέρας. Η μαγείρισσα όμως δεν μπόρεσε να δει τίποτε το ασυνήθιστο και πήγε να ανάψει ένα κερί για να βεβαιωθεί ότι δεν είναι κανείς.
Μόλις επέστρεψε έφυγε και ο Τοσοδούλης χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. Η κοπέλα αφού έψαξε σε κάθε γωνία της κάμαρης αποφάσισε να ξανα-ξαπλώσει και σκέφτηκε ότι απλώς θα είχε ονειρευτεί με ανοιχτά μάτια.
Ο Τοσοδούλης κατέβηκε σκαρφαλώνοντας μέχρι τα χόρτα και αφού βρήκε ένα αναπαυτικό μέρος σε ένα δεμάτι σανό ετοιμάστηκε να κοιμηθεί. Σκόπευε να περάσει την νύχτα του εκεί και όταν θα ξημέρωνε θα επέστρεφε στο σπίτι του και στους γονείς του. Αλλιώς όμως τα σχεδίαζε και αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Μόλις άρχισε να ξημερώνει η παραδουλεύτρα σηκώθηκε από το κρεβάτι για να ταΐσει τα ζώα. Πήγε αμέσως στον στάβλο και άρπαξε ένα δεμάτι σανό και ήταν ακριβώς το δεμάτι στο οποίο κοιμόταν ο Τοσοδούλης. Ο Τοσοδούλης κοιμόταν τόσο βαθιά και δεν ξύπνησε παρά όταν βρέθηκε μέσα στο στόμα της αγελάδας στην οποία είχαν ταΐσει το σανό. «Θεέ μου» αναφώνησε «πως βρέθηκα μέσα στο στιλβωτήριο;», σύντομα όμως κατάλαβε που βρισκόταν. Τότε προσπάθησε με να αποφύγει τα δόντια της αγελάδας τα οποία θα τον κομμάτιαζαν και τελικά γλίστρησε μαζί με τον σανό στο στομάχι της αγελάδας. «Σε αυτό το καμαράκι ξέχασαν να βάλουν παράθυρα και δεν περνάει ο ήλιος» συμπέρανε, «ούτε καν ένα κεράκι δεν μου φέρανε.» Γενικά δεν του άρεσε καθόλου το μέρος και το χειρότερο ήταν ότι όλο και περισσότερος σανός έμπαινε από την πόρτα και ο χώρος γινόταν ολοένα και στενότερος. Τότε πανικόβλητος άρχισε να φωνάζει με όλες του τις δυνάμεις: «Δεν θέλω άλλη τροφή, δεν θέλω άλλη τροφή!»
Η κοπέλα εκείνη τη στιγμή άρμεγε την αγελάδα και όταν άκουσε τον Τοσοδούλη χωρίς να τον βλέπει, θυμήθηκε ότι ήταν η φωνή που είχε ακούσει και την προηγούμενη νύχτα. Τόσο πολύ φοβήθηκε που γλίστρησε από το καρεκλάκι της και έχυσε το γάλα. Έτρεξε τότε στο σπίτι φωνάζοντας: «Πάτερ η αγελάδα μιλάει, ω Θεέ μου η αγελάδα μιλάει!» «Τρελάθηκες;» απάντησε ο παπάς αλλά πήγε και ο ίδιος στον στάβλο για να δει το συμβαίνει. Πριν καλά καλά φτάσει ο παπάς, ο Τοσοδούλης φώναξε ξανά: «Δεν θέλω άλλη τροφή, δεν θέλω άλλη τροφή!» Ο παπάς πίστεψε ότι κάποιος κακός δαίμονας είχε καταλάβει την αγελάδα και ζήτησε να την σφάξουν. Αφού τεμάχισαν το ζώο πέταξαν το στομάχι του μαζί με τον Τοσοδούλη στα σκουπίδια. Ο Τοσοδούλης δυσκολεύτηκε πολύ για να βγει από το πεταμένο στομάχι όταν όμως πλησίαζε να βγάλει το κεφάλι του μια νέα συμφορά τον βρήκε.

Ένας πεινασμένος λύκος έφτασε γρήγορα και κατάπιε όλο το στομάχι κάνοντας το μία χαψιά. Ο Τοσοδούλης δεν έχασε το θάρρος του και σκέφτηκε ότι ο λύκος μπορεί να είναι συζητήσιμος. Έτσι άρχισε να φωνάζει «κύριε λύκε, ξέρω να σας οδηγήσω σε ένα μέρος όπου υπάρχει εξαίσιο φαγητό!» «Που μπορώ να το βρω;» ρώτησε ο λύκος. «Λοιπόν άκουσε με υπάρχει ένα σπίτι που θα να μπεις μέσα από την πόρτα της γάτας και εκεί θα βρεις άφθονα γλυκά, λαρδί και λουκάνικα» και του περιέγραψε πως να πάει στο σπίτι του πατέρα του. Ο λύκος άλλο που δεν ήθελε και το βράδυ στριμώχτηκε και μπήκε στο σπίτι. Καθώς έφτασε στην αποθήκη έφαγε όσο τραβούσε η καρδιά του. Όταν όμως χόρτασε και θέλησε να φύγει, είχε γίνει τόσο χοντρός που δεν μπορούσε να βγει από τον ίδιο δρόμο. Αυτό το είχε υπολογίσει ο Τοσοδούλης και άρχισε μέσα από το σώμα του λύκου να φωνάζει και να ουρλιάζει όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Σταμάτα να φωνάζεις» είπε ο λύκος «θα ξυπνήσεις τους ανθρώπους!» «Ε και;» απάντησε ο μικρός «εσύ έφαγες του σκασμού, τώρα θέλω να καλοπεράσω και εγώ» και άρχισε πάλι να φωνάζει με όλες του τις δυνάμεις. Επιτέλους ξύπνησαν οι γονείς του Τοσοδούλη και τρέξανε στην αποθήκη όπου είδαν από την κλειδαρότρυπα τι συμβαίνει. Όταν είδαν ότι υπήρχε ένα λύκος έφυγαν και ο πατέρας έφερε ένα τσεκούρι ενώ η μητέρα ένα δρεπάνι. «Μείνε πίσω μου» είπε ο πατέρας όταν μπήκαν στην αποθήκη «αν δεν σκοτωθεί μετά το χτύπημα που θα του δώσω θα πρέπει να τον χτυπήσεις και εσύ για να τον κόψεις στα δύο.» Ο Τοσοδούλης που είχε ακούσει την φωνή του πατέρα του φώναξε: «πατέρα, είμαι εδώ μέσα στο σώμα του λύκου.» Ο πατέρας γεμάτος χαρά είπε «δόξα τον Θεό, το παιδάκι μας, μας ξαναβρήκε» και είπε στη γυναίκα του να αφήσει το δρεπάνι για να μη χτυπήσει τον Τοσοδούλη.
Μετά χτύπησε τον λύκο στο κεφάλι με το τσεκούρι και τον σκότωσε με την μία. Η μητέρα έκοψε το σώμα του λύκου με ένα μαχαίρι και έβγαλε τον μικρό. «Πόσο πολύ ανησυχήσαμε για σένα!» είπε ο πατέρας. «Ναι , πατέρα περιπλανήθηκα πολύ στον κόσμο και δόξα τον Θεό μπορώ πάλι να αναπνέω καθαρό αέρα. » «Που πήγες και που βρέθηκες;» «Ήμουν σε μία ποντικότρυπα, στην κοιλιά μιας αγελάδας και στο στομάχι ενός λύκου: τώρα όμως θα μείνω μαζί σας!» «Και εμείς δεν θα σε ξαναπουλήσουμε για όλους τους θησαυρούς του κόσμου!» είπαν οι γονείς που αγκάλιασαν και φίλησαν τον Τοσοδούλη. Του έδωσαν να φάει και να πιει και έβαλαν να του φτιάξουν καινούρια ρούχα γιατί τα παλιά είχαν καταστραφεί στο ταξίδι.

Παρμένο από :

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Το λιοντάρι, η αλεπού και η ελαφίνα!!




Ένα λιοντάρι είχε αρρωστήσει, και κειτόταν μόνο στη σπηλιά του. Στο πλευρό του καθόταν η αλεπού και του κουβέντιαζε, για να τον διασκεδάζει.
Γύρισε τότε το λιοντάρι και της λέει:
-Αν μ' αγαπάς και θες να γιάννω, να με βλέπεις ζωντανό και να με χαίρεσαι, να πας και να μου φέρεις την ελαφίνα τη τρανή, με τα μεγάλα κέρατα, που κατοικεί στα δάση μέσα στα πεύκα τα δασιά και τρέχει στα βουνά. Σκέφτομαι και καταλαβαίνω ότι αυτή θα είναι το φάρμακο μου. Εσύ μπορείς να το καταφέρεις, ξέρεις πανουργίες και ξέρεις να βάζεις για δόλωμα λόγια γλυκά.
-Στους ορισμούς σου βασιλιά μου, απάντησε η αλεπού και τράβηξε να βρει την ελαφίνα.
Τη βρήκε να παίζει μέσα στο δάσος, κάτω από τα πεύκα και τρώει μαλακό χορτάρι.
Πήγε κοντά της και τη χαιρέτησε με γλυκό τρόπο.
-Γεια σου και χαρά σου κυρά ελαφίνα! Χαρούμενα μαντάτα σου φέρνω. Το έμαθες βέβαια το νέο, ότι ο βασιλιάς μας, ο κυρ-λέοντας, ο γείτονας μου, είναι άρρωστος βαριά και κοντεύει να πεθάνει. Σκέφτηκε λοιπόν, σαν ποιο από τα ζώα θα ήταν άξιο να βασιλέψει στον τόπο του. Μου τα αράδιασε όλα και μου είπε: ο αγριόχοιρος είναι κακόγνωμος, η αρκούδα είναι χοντροκέφαλη και με χοντρά φερσίματα, η λεοπάρδαλη είναι άγρια και η τίγρη φαντασμένη και θα ρημάξει το τόπο. Ένα βρίσκω μόνο, που του ταιριάζει να βασιλέψει. Την ελαφίνα που είναι πιο άξια από όλα. Είναι μεγαλόπρεπη και ωραία, ζει πολλά χρόνια, έχει μεγάλα κέρατα σαν κλαδιά δέντρου και όχι σαν τα άσχημα κέρατα του ταύρου. Τα κέρατα της είναι ο φόβος και ο τρόμος των φιδιών.
Για να μη σου λέω πολλά, σε διάλεξε για διάδοχο του για να βασιλέψεις ανάμεσα σε όλα τα θηρία που κατοικούν στα δάση. Και μη ξεχνάς την αλεπού τη κακομοίρα που της αξίζει δώρο, γιατί πρώτη σου έφερε τα συχαρίκια. Μίλα λοιπόν, περιμένω απόκριση. Να με συμπαθάς, μα δε μπορώ να λείψω πολλή ώρα από τον άρρωστο. Με γυρεύει και δεν μπορεί χωρίς τις συμβουλές μου. Θέλω να ακούσεις κι εσύ εμένα τη γριά, που ξέρω πολλά. Σε συμβουλεύω να έρθεις γρήγορα, χωρίς να χάσεις καιρό, και να βρεθείς κι εσύ δίπλα στον άρρωστο δίνοντας του λίγο θάρρος και παρηγοριά, όπως πρέπει σε κάθε ετοιμοθάνατο.
Η ελαφίνα που άκουγε τόσα παινέματα, τα πίστεψε και φούσκωσαν τα μυαλά της από τα ψεύτικα αυτά λόγια της αλεπούς. Τράβηξε λοιπόν για τη σπηλιά χωρίς να ξέρει τι την περίμενε.
Το λιοντάρι που το θέριζε η πείνα, μόλις την είδε, χύμηξε αμέσως επάνω της, μα δεν πρόφτασε να την πιάσει. Η ελαφίνα ξέφυγε με μια γρατζουνιά μονάχα στην άκρη του αυτιού της.
Από το φόβο της έτρεξε τόσο πολύ, που χάθηκε μέσα στα δάση.
Η αλεπού από την απελπισία της χτυπήθηκε και φώναξε:
-Ρόιδο τα έκανες βασιλιά μου. Πάνε οι κόποι μου χαμένοι.
Το λιοντάρι μούγγρισε από το θυμό του και τη λύπη του που έχασε τέτοιο φαγητό.
Άρχισε πάλι να παρακαλάει την αλεπού..
-Κυρά αλεπού ξέρω πως εσύ είσαι καταφερτζού και θα μου την ξαναφέρεις.
-Δύσκολα και μεγάλα πράγματα γυρεύεις αφέντη μου. Ωστόσο θα προσπαθήσω ξανά για να σε ευχαριστήσω.
Στο δρόμο ρωτούσε παντού αν είδαν την ελαφίνα με τα ματωμένα αυτιά. Κάποια στιγμή κάποιος της απάντησε και της έδειξε κατά που είχε πάει.
Μόλις βρέθηκε μπροστά της, αμέσως της είπε:
-Τι έπαθες και έφυγες με τέτοιο τρόπο;
-Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Έχεις θράσος και έρχεσαι μπροστά μου μετά από αυτό που έγινε; Μην έρχεσαι κοντά μου και μη κάνεις κίνηση γιατί θα σε χτυπήσω με τα κέρατα μου. Δεν με ξεγελάς πλέον. Να πας να πεις αλλού ότι θα τους κάνεις βασιλιάδες.
Η αλεπού χωρίς να ταραχτεί απάντησε αμέσως:
-Κακομοίρα μου είσαι πολύ φοβιτσιάρα. Δεν ντρέπεσαι να λες στη φιλενάδα σου ότι λέει ψέματα. Ο κακομοίρης ο λέοντας ήθελε να σε πιάσει από το αυτί και να σε συμβουλεύσει πώς να φέρεσαι σαν βασίλισσα στους υπηκόους σου. Ήθελε να σου δώσει τις στερνές παραγγελιές του, αλλά εσύ ούτε το γρατζούνισμα του αρρωστημένου του ποδιού δεν άντεξες. Και να ξέρεις θύμωσε τόσο πολύ από το φέρσιμο σου που θέλει να κάνει βασιλιά το λύκο. Πω πω τί έχουμε να τραβήξουμε από αυτό τον τύραννο έτσι και γίνει βασιλιάς! Άκου με λοιπόν και μη φοβάσαι. Μια βασίλισσα θέλει θάρρος. Γίνε υπάκουη και θαρραλέα και ακολούθησε με.
-Δεν σε πιστεύω κάνε μου όρκο.
-Σου ορκίζομαι στα φύλλα του δάσους που τρως και στο νερό της πηγής που πίνεις, ότι δε θα πάθεις κακό από το λιοντάρι.

Έτσι την πίστεψε πάλι, μια και δεν πήρε το μάθημα της, και την ακολούθησε στη σπηλιά.
Αυτή τη φορά το λιοντάρι την άφησε να μπει για τα καλά μέσα, και έπειτα χύμηξε και την έκανε κομμάτια. Άρχισε να τη τρώει με μεγάλη λαιμαργία.
Η αλεπού, κάποια στιγμή κι ενώ της έτρεχαν τα σάλια, κατόρθωσε και άρπαξε το μυαλό και το έφαγε κρυφά, σκεπτόμενη ότι αυτή ήταν η αμοιβή της. Το λιοντάρι σαν έφαγε όλα τα σωθικά και τα κρέατα, έψαξε να βρει το μυαλό αλλά του κάκου.
-Κυρά αλεπού που είναι το μυαλό της ελαφίνας;
Η αλεπού πήγε και στάθηκε μακριά, και είπε: 
-Δεν είσαι καλά βασιλιά μου να γυρεύεις μυαλό σε αυτό το ζώο. Αν είχε μυαλό θα ερχόταν δύο φορές στη σειρά να πέσει στα νύχια σου;


Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Το λαγουδάκι ο Σκαλιστήρης!!!



Και βέβαια ήταν καλό παιδί το Λαγουδάκι.
Όμως να! Νόμιζε πια ότι είχε μεγαλώσει. Ενώ ήταν μικρούλι. Τοσοδούλι.
Και έπαιρνε το μεγάλο κουτάλι για τη σούπα του. Και πλατς!! Χυνόταν η σούπα στο ρούχο του. Και γινόταν το Λαγουδάκι, σουποπεριχυμένο.
Και έπαιρνε το μεγάλο πηρούνι για το φαγητό του. Κι ερχόταν η πηρουνιά, ίσια στη μύτη του.
Άσε που ήθελε να περπατά με της μητέρας του τις παντόφλες! Του άρεσε ακόμα να φορά του πατέρα του το παντελόνι.
Κι έπαιρνε κάτι κουτρουβάλες! Μα τι κουτρουβάλες!
Αμ που ήθελε να τα ξέρει όλα τα του σπιτιού, όπως τα ήξερε η μητέρα του;
Τι έβαλε η μανούλα σ' εκείνο το κουτί; Και γιατί προσεκτικά το έκλεισε;
Τι μαγείρευε; Ήθελε να δει!
Ανέβαινε λοιπόν στο σκαμνί, πηδούσε πάνω στο τζάκι, ξεσκέπαζε τη κατσαρόλα...
Ωχ! Ωχ! Έκαιγε το καπάκι της κατσαρόλας! Κι έβαζε τις φωνές ο τοσοδούλης.
-Μαμά, τρέξε!...
Αληθινός Σκαλιστήρης, αυτό το Λαγουδάκι, όλα ήθελε να τα σκαλίζει.
Και λοιπόν εκείνη τη μέρα, κάτι ετοίμαζε η μητέρα. Το έκλεισε σε ένα βάζο. Ναι! Ναι! Και το έβαλε στο ράφι της κουζίνας. Εκεί ψηλά! Τόσο, τόσο ψηλά!
Ο Σκαλιστήρης ήθελε να δει. Τι ήταν αυτό εκεί ψηλά;
Του χρειαζόταν μια σκάλα, για να φθάσει εκεί πάνω. Δεν είχε όμως.
Ε! Θα έφτιαχνε μόνος του μια σκάλα.
Έσπρωξε λοιπόν τη καρέκλα της κουζίνας, κάτω ακριβώς από το ράφι όπου βρισκόταν το βάζο.
Πάνω στη καρέκλα, έβαλε ένα σκαμνί. Πάνω στο σκαμνί, ένα μαξιλάρι.
Και πηδώντας, έβαλε πάνω σε αυτό ένα μικρότερο μαξιλάρι.
Πάνω στο μικρό, έβαλε το σάλι της μητέρας του, αφού το δίπλωσε δύο με τρεις φορές.
Ω! Τι ωραία σκάλα! Πόσα σκαλοπάτια είχε!
Ανέβαινε και κατέβαινε ο Σκαλιστήρης, για να ετοιμάσει αυτή τη σκάλα.
Πολλή η δουλειά. Είχε λαχανιάσει.
Όμως θάρρος!! Άλλο ένα σκαλοπάτι και η σκάλα θα ήταν έτοιμη.
Κοίταξε ολόγυρα τη κουζίνα.
Είδε ένα κατσαρόλι, και αμέσως το άρπαξε. Ένα-ένα ανέβηκε τα σκαλοπάτια της πανέμορφης αυτής σκάλας.
Έβαλε πάνω στο σάλι της μητέρας του το κατσαρόλι.
Τώρα; Τώρα να πηδήσει!
Και πήδησε ο Σκαλιστήρης, και νάτος στο ράφι βρίσκεται.
Μα το ένα του πόδι καθώς πήδηξε, τράβηξε το χερούλι της κατσαρόλας, κι έπεσε αυτή, μπλατς! - στο πάτωμα. Και έκανε τόσο θόρυβο η ανόητη!
Και μόνο αυτό;
Η κατσαρόλα τράβηξε μαζί της το σκαλοπάτι όπου αυτή βρισκόταν.
Και το σκαλοπάτι αυτό, τα άλλα δύο σκαλοπάτια.
Και φυσικά άκουσε το θόρυβο η μητέρα. Κι έτρεξε στη κουζίνα.
Και τι να δει;
Τι είδε;
Είδε στο πάτωμα της κουζίνας το καλό της το σάλι, συντροφιά με τη κατσαρόλα, και με τα δύο μαξιλάρια του καναπέ.
Κι εκεί ψηλά; Στο ράφι;
Εκεί ψηλά στο ράφι, ... ο Σκαλιστήρης!...




Μια ιστορία που αγγίζει τη παιδική καρδιά με κέφι της ''Πηνελόπης Μαξίμου''


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Μια έξυπνη κυρά-κότα!!


Ξύπνησε τρομαγμένη, η κυρά Κότα. Γιατί στον ύπνο της της είπε κάποιος ότι το χωριό θα καταστραφεί!
-Να φύγω σκέφτηκε, κάπου να κρυφτώ για να σωθώ..
Βγήκε στο δρόμο κι αρχίζει να τρέχει.
-Ε!!!.. πού πηγαίνεις; ..τόσο βιαστικά;...της φώναξε ο πετεινός ο κυρ-Κοκορίκος.
-Α!!...πηγαίνω μακριά, στη ξενητιά. Το χωριό θα καταστραφεί. Το είδα στον ύπνο μου. Γι' αυτό και λέω ότι είμαι τυχερή.
- Τι μου λες!..απάντησε ο πετεινός. Έρχομαι κι εγώ για να σωθώ.
Έτρεχε λοιπόν η Κότα, έτρεχε στο κατόπι της ο πετεινός ο ομορφονιός.
-Ε! πού πάτε; φώναξε η πάπια η πλουμιστή.
-Πάμε μακριά, είπε ο πετεινός, γιατί το χωριό θα καταστραφεί, θα χαθεί.
-Παπαπά!...τι μου λες; Μιλάς σοβαρά;
-Ναι το ξέρω καλά. Μου το είπε η κυρά Κότα. Στον ύπνο της το είδε και είναι τυχερή.
-Α!! μα τότε έρχομαι κι εγώ μαζί.
Έτρεχε λοιπόν η Κότα η τυχερή, έτρεχε και ο πετεινός ο ομορφονιός, έτρεχε από πίσω τους η πάπια η πλουμιστή.
-Ε!!..πού πάτε; φώναξε η χήνα η ασπρουλή.
-Πάμε μακριά..είπε η πάπια. Γιατί το χωριό θα χαθεί. Θα καταστραφεί. Θα πέσουν κεραυνοί.
-Χοχοχό!!...τι λέτε; Και είναι σωστό;
-Ναι. Μου το είπε ο πετεινός. Ο κυρ-Κοκορίκος.
-Και πού το ξέρει;
-Του το είπε η κυρά Κότα η τυχερή.
-Και πού το ξέρει;
-Το είδε στον ύπνο της, επειδή είναι τυχερή.
Έτρεχε λοιπόν η κότα η τυχερή, έτρεχε ο πετεινός ο ομορφονιός, έτρεχε η πάπια η πλουμιστή, έτρεχε η χήνα η ασπρουλή.
Και να ο λαγός. Ο κυρ-Λαγός είχε βγει να βρει τροφή. Ήταν πάντα βραδινός.
-Ε!!..πού πηγαίνετε;..φώναξε
-Πάμε μακριά...είπε η κυρά Χήνα
-Και γιατί;
-Γιατί το χωριό μας θα καταστραφεί. Θα χαθεί. Θα πέσουν απανωτοί κεραυνοί. Θα ξεχειλίσουν οι ποταμοί. Θα γίνει κακό μεγάλο σου λέω! Θα χαθούν τα πάντα. Μαύρα θα γίνουν. Πίσσα!!Κατράμι!
Από δέντρα δε θα μείνει τίποτα! Από σιτηρά, στάρι, κριθάρι, δε θα μείνει ούτε μια σταλιά!
-Και πώς το ξέρεις;..ρώτησε ο κυρ-Λαγός.
-Μου το είπε η κυρά Πάπια
-Και πού το ξέρει;
-Της το ο κυρ-Κοκορίκος
-Και πού το ξέρει;
-Του το είπε η κυρά Κότα
-Και πού το ξέρει;
-Το είδε στον ύπνο της, επειδή είναι τυχερή. Και όλοι εμείς πηγαίνουμε πολύ μακριά. Στην ξενιτιά. Θέλουμε να κρυφτούμε για να σωθούμε.
-Έρχομαι κι εγώ μαζί σας, ..είπε ο Λαγός. Θέλω κι εγώ να κρυφτώ και να σωθώ.
Έτσι λοιπόν έτρεχε η Κότα η τυχερή, έτρεχε στο κατόπι της ο πετεινός ο κυρ Κοκορίκος ο ομορφονιός, έτρεχε η πάπια, η κυρά Πάπια η πλουμιστή, έτρεχε η χήνα, η κυρά Χήνα η ασπρουλή, κι έτρεχε στο κατόπι της και λαγός, ο βραδινός.
Να και η αλεπού.
Εκείνη η πονηρή με τη μουσούδα τη σουβλερή. Θα τη ξέρετε βέβαια.
-Έ!! πού πάτε; ..φώναξε..
-Πάμε μακριά..είπε ο κυρ Λαγός. Γιατί το χωριό μας θα χαθεί. Θα καταστραφεί, δε θα μείνει ούτε ψυχή. Θα ξεπετάγονται από παντού φωτιές, θα φτάνουν χίλια μέτρα ψηλά, δυο χιλιάδες στα ψηλά. Βάλε με το νου σου!
-Και πηγαίνετε όλοι μαζί;
-Ναι, απάντησε ο λαγός, ...πηγαίνουμε όλοι μαζί
Και είχαν όλοι σταματήσει να δουν την αλεπού, γιατί ήταν όμορφη.. Σγουρομαλλού, ξανθομαλλού. Είχε και πόδια λεπτά γεροδεμένα, φωνή γλυκειά, φουντωτή ουρά και κρατούσε τη ματιά της χαμηλωμένη, σαν να ήταν πολύ συλλογισμένη.
Και είπε με νάζι.
- Εμένα δε με νοιάζει βέβαια, κάνετε ότι θέλετε. Μα θα σας δώσω μια συμβουλή. Νομίζω ότι είναι καλή. Σωστή. Να δηλαδή έχετε αργήσει παιδιά μου, είναι βράδυ. Σε λίγο θα είναι νύχτα. Σκοτάδι, πίσσα. Ελάτε κοντά μου. Έχω ένα καλυβάκι, θα πιείτε λίγο νεράκι. Θα ξεκουραστείτε, και θα καλοκοιμηθείτε. Ε!..όλο και θα βρεθεί και λίγο φαγάκι. Και αύριο με το καλό, ξεκινάτε αν αγαπάτε.
Ω!!Εγώ έχω καλή καρδιά. Δεν λογαριάζω κόπο. Όχι σαν κάτι άλλους που από τα δικά τους, δε δίνουν ούτε σταλαγματιά.
Κι έτσι είναι που ξεκίνησαν όλοι μαζί, και μπήκαν όλοι στο καλύβι. Δηλαδή... η κυρά κότα η τυχερή, ο πετεινός ο κυρ-Κοκορίκος ο ομορφονιός, η πάπια η πλουμιστή, η χήνα η ασπρουλή, και ο κυρ-Λαγός ο βραδινός. Και πίσω τους και τελευταία η Αλεπού.
Όλοι μια συντροφιά, μια παρέα.
Κι έπεσαν όλοι σε ύπνο βαθύ. Ήταν κουρασμένοι, βλέπετε, ...εξαντλημένοι. Όλοι.
Α!... όχι όλοι. Κάποιος έμεινε ξυπνητός....Ποιος;
Να! Η νοικοκυρά. Αυτή με τη καλή καρδιά.
Και να! Η κυρά κότα ξύπνησε τη νύχτα ξαφνικά. Σα κάποιος θόρυβος να της ήρθε στ' αυτιά.
Σαν φσσφσσρφ...
-Κοτκοτκότ...μουρμούρισε. Τι είναι; Μήπως άρχισε το κακό; Μήπως χαλάει το χωριό;
Φώναξε τη νοικοκυρά.
- Κυρ- Αλεπού, τι είναι αυτά; Άκουσα καλά;
- Όχι, όχι! Κοιμήσου καλή μου, ήταν η αδελφή μου. Έφερε κάτι μεζεδάκια. Θα τα φάμε το πρωί. Τα φύλαξα καλά σε μεγάλο κουτί. Μήν ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ, για όλους αγρυπνώ. Και μη ξαναφωνάξεις, γιατί με ενοχλείς.
Έτσι είπε η κυρά Αλεπού.
Όμως, .. η κυρά κότα, που τη λένε όλοι κουτή, έκλεισε μόνο το ένα της μάτι. Το από κει. Το άλλο το κράτησε ανοικτό. Και είδε.....
Πω!...πω!...πω!... τι είδε!....
Τι γινόταν στο καλυβάκι; Σφαγή;
Κάτι αίματα εδώ....κάτι φτερά εκεί...
Και ποιον κρατούσε στα νύχια της η Αλεπού;
Τι κρατούσε και το ποδοπατούσε;
Κι έμπηξε η κότα φωνές απανωτές.
-Κοτκοτ κότ! Παιδιά ξυπνήστε!...  Προδοσία!..
Κι όλοι ξύπνησαν, και κοίταξαν γύρω τους, ..τους ήρθε απελπισία.. Δεν έχασαν καιρό....Πήδησαν από το παραθυράκι που ήταν ανοιχτό. Και τρεχάλα- τρεχάλα, πηλάλα- πηλάλα, έφτασαν στο χωριό.
Μόλις ξυπνούσε κι αυτό.
Ήταν ολόχαρο. Όλο γρασίδι, όλο λουλούδι. Όλο πρασινάδα. Και σε λίγο... να και ο ήλιος ο γλυκός ο πρωινός.


[παραμύθι: Πηνελόπη Μαξίμου]
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*