Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

''Το μαγικό περβάζι''!

Ένα παραμύθι του ''ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ''



Το ξέρεις εκείνο εκεί το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε;

Εκείνο εκεί σου λέω, απέναντι, που έχει τις γλάστρες το βασιλικό και το γεράνι, αυτές που ποτίζει μόνος του ο Κοσμάς κάθε μέρα. 

Αυτό το περβάζι λοιπόν έχει δει θάματα και πράματα. Ό,τι ακουμπήσει επάνω του αποκτά λαλιά. Να, γι αυτό τρέχουν τα πουλιά να καθίσουν εκεί, για να μπορούν έστω και για λίγο να μιλήσουν. Γι αυτό ο άνεμος κάνει το χατήρι ακόμη και στους κόκκους της σκόνης να τους μεταφέρει πάνω στο περβάζι. Γι αυτό και οι αχτίνες του ήλιου κάθονται εκεί πιο πολλή ώρα και το ζεσταίνουν. Για να μιλήσουν και αυτές. 

Μη με ρωτάς πώς έγινε αυτό και τα πάντα αποκτούν λαλιά...δεν ξέρω την αρχή. Αλλά ξέρω ότι το παράθυρο ανοίγει πρωί πρωί και κλείνει το βράδυ. Η γιαγιά κάθεται στο παράθυρό της και πλέκει. Κοιτάζει τον Κοσμά που πάει στο σχολείο του και τον βλέπει πρώτη που γυρνάει.
Η γιαγιά λοιπόν κάθεται για να συζητά με όλα. Μπορεί να λένε ότι η γιαγιά γέρασε και μιλάει μόνη της, αλλά δεν τη νοιάζει. Έτσι και αλλιώς κανένας από το σπίτι δεν έχει χρόνο να συζητήσει μαζί της.

Σήμερα λοιπόν πήρε θέση η γιαγιά μαζί με τον καφέ της και το πλεχτό της μπροστά στο παραθύρι της.
Ο Κοσμάς, όταν πότισε τα λουλούδια της, έφυγε για το σχολείο. Στο περβάζι υπήρχε μόνο λίγο νερό που έπεσε από το ποτιστήρι. Φυσικά υπάρχει πάντα το γεράνι και ο βασιλικός. Φύσηξε τότε ο άνεμος και έφερε ένα κόκκο χώμα, που τον παρακάλεσε να τον πάει σ' αυτό το περβάζι να δει από κοντά τι μαγικό συμβαίνει.

Ο άνεμος δεν καθόταν να συζητήσει μαζί τους. Ήταν πολύ απασχολημένος είπε. Έπρεπε να πετάξει παντού γιατί τον χρειάζονταν. Εκείνος κινούσε τους ανεμόμυλους, εκείνος φούσκωνε τα πανιά των ιστιοφόρων, εκείνος δρόσιζε τους ανθρώπους, εκείνος σκόρπιζε τους σπόρους μακριά, εκείνος καθάριζε την ατμόσφαιρα και χίλια δυο άλλα. Γι αυτό δεν επέμεινε η γιαγιά να τον κρατήσει!

Οι αχτίνες του ήλιου έψαχναν το περβάζι και αμέσως το φώτισαν με την παρουσία τους. Ο πατέρας τους ο ήλιος δεν τις άφηνε όλες στο ίδιο σημείο, γι αυτό δυο δυο έρχονταν κάθε μέρα. αλλά διαφορετικές αχτίνες, για να μην παραπονιέται καμιά.

Που λες, ήλθε και ένα πουλάκι να πιει το νεράκι πάνω στο περβάζι.

-Μη με πιεις , του είπε το νεράκι

-Ωωωω μα διψάω και πού να τρέχω να βρω νερό; Δεν μένει καθόλου νερό στο χώμα. Ή το εξατμίζει ο ήλιος, ή το πίνει το χώμα αν είναι διψασμένο.

-Μη στενοχωριέσαι, θα σου δώσω εγώ νερό, είπε η γιαγιά. Αλλά επειδή μπορεί και αυτό να αποκτήσει λαλιά και να μη θέλει να το πιεις, θα το ρίξω κάτω , εκεί δα, σε βολεύει; το ρώτησε.

Το πουλάκι πέταξε κάτω από το περβάζι και ήπιε λαίμαργα το νερό από τη λακκουβίτσα.
Χορτασμένο πια, κάθισε παρέα με τη γιαγιά και τις αχτίδες, αλλά και το νεράκι που το πρόσεχαν οι θυγατέρες του ήλιου να μην το ζεστάνουν και εξατμιστεί. Το γεράνι και ο βασιλικός κάθονταν σιωπηλοί την περισσότερη ώρα, γιατί τους άρεσε να ακούνε!


   Όμως τον κόκκο το χώμα δεν τον πρόσεχαν. 

-Κανείς, ούτε εδώ σ' αυτό το μαγικό περβάζι δεν μου δίνει σημασία, είπε παραπονεμένα ο κόκκος.

-Α...με συγχωρείς είπε το νεράκι, αλλά είσαι τόσο μικρός δεν σε πρόσεξα. 

-Και συ μια σταγόνα είσαι, εντάξει, λίγο πιο μεγάλη από εμένα, αλλά σου μιλάνε όλοι.

-Μην παραπονιέσαι, είπε η γιαγιά. Τώρα σε είδαν και σε άκουσαν όλοι.

-Πέστε μου τότε, πώς είναι να είσαι μεγάλος και να μπορείς να πηγαίνεις παντού; Να, εσείς οι αχτίδες, του ήλιου οι θυγατέρες, βλέπετε όλον τον κόσμο. Σας λατρεύουν όλοι και κανείς δεν σας αποδιώχνει όπως εμένα που με σκουπίζουν ή με πατάνε συνεχώς...

-Ναι είμαστε αγαπητές, είπαν οι αχτίδες, αλλά δεν μας αγαπούν πάντα. Να, τώρα τελευταία δεν μας θέλουν και πολύ να τους χαϊδεύουμε τα μαλλιά ή τα μάγουλα, γιατί κάνουμε, λέει, κακό στο δέρμα. Και όταν κάνει ζέστη δεν μας αγαπούν, γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να δουλέψει κάτω από τον καυτό ήλιο..δεν είμαστε λοιπόν πάντα αγαπητές!

-Εντάξει, μπορεί κάποιοι να μην αγαπάνε τον ήλιο όταν καίει, αλλά μπορείτε να πηγαίνετε παντού και βλέπετε τόσο κόσμο. Κανείς όμως δεν μπορεί να σας κάνει κακό. Είστε οι πιο δυνατές και αγαπητές από όσο ξέρω.

-Όλοι μπορούν να πάθουν κακό, έτσι λέει ο ήλιος, είπαν οι αχτίδες. Αλλά μην μας ρωτήσετε τι κακό γιατί δεν ξέρουμε...

-Όλα μπορούν να πάθουν κακό αλλά δεν πρέπει να το σκέφτεται κανείς, είπε η γιαγιά.Το μόνο που πρέπει να μας νοιάζει είναι πόσο καλό μπορούμε να κάνουμε.


-Και εγώ είπε το πουλάκι πετάω και βλέπω τόσο κόσμο, αλλά τελευταία φοβάμαι μην πάθω κακό, γιατί μας κυνηγούν οι κυνηγοί και στον άλλο δρόμο είναι κάτι παιδιά που μας πετάνε με σφεντόνες πέτρες


-Πω πω τι θα πει φοβάμαι; το διέκοψε ο κόκκος

-Εσύ δεν φοβάσαι; Δεν νιώθεις κάτι που σου προκαλεί στενοχώρια όταν νομίζεις ότι θα σε πατήσει κάποιος ή όταν νομίζεις ότι θα διαλυθείς από το νερό;

-Α...όχι δεν νιώθω κάτι, γιατί και το νερό να με διαλύσει θα με στεγνώσει ο ήλιος και θα γίνω πάλι κόκκος και ακόμα αν με πατήσει κάποιος, κολλάω κάτω από το παπούτσι του και με πάει αλλού. Να, όμως στενοχωριέμαι όταν με διώχνουν με τη σκούπα.

-Εσείς αχτίδες φοβάστε; 

-Όχι δεν φοβόμαστε ...μα τι λέω ναι φοβόμαστε, όταν τα σύννεφα μας εμποδίζουν να έλθουμε να ζεστάνουμε τον κόσμο . Μα ο μπαμπάς μας λέει ότι είναι χρήσιμα και αυτά επειδή φέρνουν νερό στη Γη και είναι σαν ομπρέλες που δίνουν σκιά στον κόσμο να κάνει τις δουλειές του χωρίς τις ζεστές θυγατέρες του...εμάς εννοεί! 

-Να τον διώξετε το φόβο από μέσα σας είπε η γιαγιά. Σας κάνει μόνο να αισθάνεστε άσχημα και να μην μπορείτε να ευχαριστηθείτε ό,τι κάνετε τώρα.

-Μα γιαγιά, είπε το πουλάκι, εγώ να μην φοβάμαι μη με σκοτώσει κανένας κυνηγός;



                Το πουλάκι έμεινε σκεφτικό!

-Όταν κάτι ή κάποιος είναι χρήσιμος τότε φοβάται. Αυτό κατάλαβα εγώ. Μακάρι να μπορούσα να φοβηθώ και εγώ πετάχτηκε ο κόκκος από χώμα. 

-Μα είσαι χρήσιμος του είπε το γεράνι. Πες στον αέρα να σε βάλει μέσα στη γλάστρα μου να μου κάνεις για πάντα συντροφιά. Σε θέλω!

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένας ψίθυρος. Το νεράκι μίλησε .Προσπαθούσε να αναπνεύσει μια και εξατμιζόταν λίγο λίγο

-Εγώ τώρα φοβάμαι που θα χαθώ, είπε το νεράκι. Εξατμίζομαι και από τον άνεμο και όχι μόνο από τον ήλιο. Αλλά είμαι χρήσιμο, το ξέρω. Χωρίς νεράκι τίποτε δε ζει. Και η μια σταγόνα είναι χρήσιμη!

-Να μη φοβάσαι. Απόλαυσε την συζήτηση και τον αέρα που φυσάει απαλά και τις αχτίδες του ήλιου, για να έχεις να διηγείσαι στις άλλες σταγόνες πολλά από αυτά που είδες.
Εξάλλου, δεν θα χαθείς. Θα εξατμιστείς, αλλά κάποια στιγμή θα γίνεις πάλι νερό, νερό βροχής και θα είσαι μια όμορφη σταγόνα που θα ταξιδέψει αλλού. Και αν είμαι τυχερή μπορεί να πέσεις ξανά σ' αυτό το περβάζι, το παρηγόρησε η γιαγιά.

Η σταγόνα χαμογέλασε και σαν να πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης από τα λόγια της γιαγιάς. Μετά δεν ξαναμίλησε μέχρι που εξατμίστηκε τελείως.

- Στο καλό σταγόνα, να πας να βρεις εκείνο το σύννεφο ψηλά είπε η γιαγιά. Και όταν θα ξαναέλθεις εδώ στη γη θα ποτίσεις τα φυτά και τα δέντρα για να μας δώσουν καρπούς.

-Είδατε; Ακόμη και η σταγόνα είναι χρήσιμη. Εγώ είμαι τελείως άχρηστος.

-Κάνεις λάθος είπε η γιαγιά. Το χώμα είναι χρήσιμο πολύ. Και εσύ, ένας μικρός κόκκος, έχεις μέσα σου ζωή, το ξέρεις; Θες να δεις; Μπορείς να μπεις σ' αυτή τη μικρή λακουβίτσα στο περβάζι; Εγώ θα ρίχνω σταγονίτσες νερό κάθε μέρα να ξεδιψάς, οι αχτίνες θα σε ζεσταίνουν και θα δεις τι θα γίνει μετά λίγο καιρό.

-Ναι θέλω είπε ο κόκκος. Έτσι και αλλιώς αύριο θα με σκουπίσει κάποιος, ή θα με πάρει ο αέρας και θα χάσω τη συντροφιά σου

Έτσι και έγινε. Ο κόκκος από χώμα γέμισε μια μικρή τρυπούλα που είχε το περβάζι. Η γιαγιά κάθε μέρα έριχνε μια σταγονίτσα νερό και οι αχτίδες μέσα στη συζήτηση δεν ξεχνούσαν να ζεσταίνουν το χωματάκι που περίμενε να δει τι θα συμβεί. 
Και πράγματι μετά κάποιο καιρό έβγαλε δειλά το κεφαλάκι του ένα λουλουδάκι. Γιατί ο σπόρος ήταν μέσα στον κόκκο με το χώμα. Ήταν η ζωή που έλεγε η γιαγιά.

-Κανείς δεν είναι άχρηστος είπε η γιαγιά στην παρέα. Ακόμη και το πιο μικρό είναι χρήσιμο και κρύβει μέσα του ζωή ή δίνει ζωή.

Η υπόλοιπη παρέα κοιτούσε με θαυμασμό τη μικρή λακουβίτσα. Και ο κόκκος το χώμα κοιτούσε ξαπλωτός το λουλουδάκι πόσο όμορφο ήταν! Ήταν τόσο περήφανο!

Έτσι κυλούσαν οι μέρες και την παρέα την συμπλήρωνε πότε ένα μυρμήγκι, άλλοτε ένα φύλλο από το δέντρο που το έφερε ο άνεμος και άλλοτε οι σταγόνες βροχής. Μα τότε οι αχτίνες του ήλιου δεν έκαναν επίσκεψη στο περβάζι της γιαγιάς, εκτός και αν τρύπωναν ανάμεσα από τα σύννεφα και έρχονταν για να χαιρετίσουν.

-Αυτή είναι η ζωή.Τα πάντα κάνουν τον κύκλο τους, έλεγε η γιαγιά. 


Έτσι περνούσαν οι μέρες σ' αυτό το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε!

2 σχόλια:

  1. Όλοι απαραίτητοι και μια παρέα, γιατί ο φόβος μας αχρηστεύει!!!!
    Καλή Κυριακή και στις δυο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι είναι η ζωή πραγματικά! Τα πάντα συνδέονται και αλληλεπιδρούν.
      Καλή συνέχεια!

      Διαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*