Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Ο γέρος και τα τρία αδέλφια! (Λαϊκό παραμύθι)





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά.
Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθισαν σε μια βρύση κοντά να φάνε  και να ξεκουραστούν.
Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:
-Ώρα καλή παλληκάρια!
-Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε :
- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.
Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.
-Τι θα ήθελες παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;
-Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.
-Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;
-Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα.
Σηκώθηκε το παιδί, μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί. Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο.
Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο :
-Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου , να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;
-Εγώ θα ήθελα παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.
-Καλά, του λέει ο γέρος. Αφού θα 'χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;
-Θα δίνω , του λέει.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό, απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια.
Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο. Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού :
- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε;
-Εγώ, παππούλη, θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.
-Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν;
-Θα δίνω.
Ταπ ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους.
Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του.
Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι, κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του, γιατί τα πεθύμησε.
Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα.
Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει :
-Είδες; Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν ! Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα . Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου !Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινεν άφαντος.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Ο βασιλιάς που έγινε ξυλοκόπος!



Ο βασιλιάς έξυσε το κεφάλι του και χασμουρήθηκε. Ήταν τόσο βαρετά όλα. Καθόταν στο θρόνο του, και όλοι έτρεχαν να τον υπηρετήσουν. Τίποτα δεν έκανε. Το πρωί ξυπνούσε, και έρχονταν και τον πήγαιναν για μπάνιο. Αφού τον έπλεναν, τον έντυναν με τα ρούχα που ήθελε. Και έπειτα τον συνόδευαν στην τραπεζαρία, που του έφερναν τα πάντα. Έτρωγε κυριολεκτικά και του πουλιού το γάλα, και έπειτα πήγαινε και καθόταν στον θρόνο, και άκουγε τα νέα της ημέρας. Οι σύμβουλοι του τον βεβαίωναν πως τα πάντα τα είχαν υπό τον έλεγχο τους. Όλα ήταν ήρεμα, και βαρετά σκεφτόταν συνεχώς.

Καμιά φορά έβγαινε για κυνήγι, και σκότωνε κάποιο πουλί ή κάποιο ελάφι. Κι αν δεν το πετύχαινε, έστελνε τους αυλικούς του να το σκοτώσουν για λογαριασμό του. Το βασίλειο του ήταν μεγάλο και πλούσιο. Εχθρούς κοντά δεν είχε, οπότε κάθε μέρα ένοιωθε όλο και μεγαλύτερη ανία.

Αποφάσισε να βγει και να περπατήσει στο βασιλικό δάσος. Ίσως αν καθόταν λίγο στο ποτάμι, να ένοιωθε καλύτερα.
Έφτασε στην όχθη και έμεινε ορθός να κοιτάζει τα ήρεμα νερά. Έβλεπε τον εαυτό του να καθρεφτίζεται με το στέμμα του, και άρχισε να του μιλάει.

‘’Φοράς στέμμα, είσαι βασιλιάς κι όμως νιώθεις τόση βαρεμάρα. Τίποτα δεν είναι ευχάριστο. Τι βαρετά που είναι όλα!’’

Εκείνο που δεν είχε προσέξει, ήταν πως ένας γέρος ξυλοκόπος, καθόταν τόση ώρα ακίνητος και αμήχανος. Είχε πάει να κόψει ξύλα και μόλις είδε το βασιλιά, ήταν έτοιμος   να υποκλιθεί, δείχνοντας έτσι τον σεβασμό του. Μα σαν άκουσε τα λόγια του, έμεινε ακίνητος.
Παίρνει την απόφαση, και πηγαίνει κοντά του.

‘’Μεγαλειότατε, συγγνώμη αν άκουσα χωρίς να το θέλω τα λόγια σου. Αλλά αν επιτρέπεις σε έναν υπήκοο σου, έναν φτωχό ξυλοκόπο να πει τη γνώμη του, θα σου απαντήσω.’’

‘’Είσαι ελεύθερος να μιλήσεις και να πεις ό,τι σκέφτεσαι. ‘’

‘’Η ζωή βασιλιά μου δεν είναι βαρετή. Όμως εσύ έχεις καθίσει στο θρόνο σου και δεν κάνεις τίποτα. Η δουλειά σου είναι εύκολη.’’

‘’Τι είναι αυτά που λες; Γέλασε ο βασιλιάς με τα λόγια του ξυλοκόπου. Είμαι βασιλιάς και διοικώ ολόκληρη χώρα. Νομίζεις πως θα μπορούσε ο καθένας να κυβερνήσει;’’

‘’Βασιλιά μου, πιστεύω πως τη δουλειά σου, ένας με μυαλό, ακόμα κι αν δεν είχε τη τύχη να γεννηθεί σε παλάτι μα  σε μια καλύβα, ακόμα κι αν δεν ήταν βασιλιάς από τη κούνια του, αλλά ένας φτωχός ξυλοκόπος, θα μπορούσε να την κάνει άνετα. Το αντίθετο θα ήταν δύσκολο.’’

‘’Τι θες να πεις, άνθρωπε; Πως ένας βασιλιάς που μπορεί τα πάντα, δεν θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά ενός ξυλοκόπου;’’

‘’Αυτό ακριβώς λέω και υπάρχει ένας απλός τρόπος να το διαπιστώσεις. Για ένα μήνα, δώσε εντολή στους αυλικούς και το στρατό σου, να θεωρούν εμένα βασιλιά και να κάνουν ό,τι τους λέω. Κι εσύ πάρε τη θέση μου, γίνε ξυλοκόπος, πάρε τη καλύβα μου και το τσεκούρι μου. Τα λίγα που έχω στα διαθέτω για ένα μήνα. Και θα δεις πως έχω δίκιο.’’

Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε με την πρόταση, αλλά δεν ήθελε να δείξει πως είναι δειλός ακόμα και μπροστά σε έναν ξυλοκόπο.

Έτσι έπειτα από σκέψη, του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο παλάτι. Εκεί συγκέντρωσε τους αυλικούς του, και το προσωπικό του παλατιού, καθώς και τον αρχηγό του στρατού του. Και μπροστά σε όλους έδωσε εντολή, για ένα μήνα να θεωρούν βασιλιά τον ξυλοκόπο, στη θέση του. Όποιος δεν υπάκουε, θα το πλήρωνε με τη ζωή του, μόλις θα επέστρεφε.
Έδωσε τα πλούσια ρούχα του στον ξυλοκόπο, και φόρεσε τα φτωχικά εκείνου. Πήρε το τσεκούρι, και κίνησε για το φτωχικό σπιτάκι στην άκρη του δάσους.

Στο παλάτι όλοι άρχισαν να τρέχουν για να φάει ο ξυλοκόπος-βασιλιάς και να ξεκουραστεί. Έπειτα αφού του ετοίμασαν το μπάνιο, κίνησαν να τον πλύνουν μα αυτός αρνήθηκε. Θα φρόντιζε μόνος τον εαυτό του. Τότε οι αυλικοί άρχισαν να του λένε πως αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει. Ήταν βασιλιάς. Θα τα άφηνε όλα στα χέρια τους και δεν θα ανησυχούσε για τίποτα. Τους άφησε λοιπόν να τον φροντίσουν, και μετά ξάπλωσε. Όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όλα αυτά του ήταν ξένα, και έξω από ό,τι είχε συνηθίσει.

Σηκώθηκε λοιπόν και αποφάσισε να κάνει βόλτα για να δει το παλάτι. Προχωρώντας στους διαδρόμους, έφτασε και έξω από τη μεγάλη τραπεζαρία. Την ώρα που ήταν έτοιμος να μπει, άκουσε ομιλίες και γέλια. Κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα και είδε τους αυλικούς του, να τρώνε και να πίνουν, μιλώντας και γελώντας. Προτίμησε να τους παρακολουθήσει για λίγο και να μη φανερωθεί. Τρύπωσε από τη πόρτα και χώθηκε πίσω από τη κουρτίνα του παραθύρου που ήταν παραδίπλα.

Οι αυλικοί έλεγαν:

‘’Τι ανόητο παιχνίδι ήταν αυτό πάλι;’’

‘’Παιχνίδι ή όχι, εμάς μας βολεύει.’’ Είπε κάποιος άλλος.

‘’Αυτός ο ξυλοκόπος, θα κάνει ό,τι του λέμε. Είναι η ευκαιρία για εμάς, να βάλουμε γερό χέρι στα βασιλικά πλούτη, και να ρίξουμε το φταίξιμο σ’ αυτόν. Μέχρι τώρα τρώγαμε λίγα πράγματα. Γιατί ο βασιλιάς μπορεί να μας εμπιστεύεται, μα θα έπαιρνε είδηση αν έβλεπε να λείπουν πολλά. Επίσης είναι ευκαιρία να αυξήσουμε τους φόρους και να γεμίσουμε κι άλλο τις τσέπες μας. Ο χαζός ο λαός δεν θα πει κουβέντα, αφού θα είναι βασιλικό διάταγμα. Κι όταν αργότερα αποφασίσει να αντιδράσει, θα τα ρίξουμε στον ψευτο-βασιλιά και στον πραγματικό βασιλιά για το παιχνίδι που έπαιξε. Κανείς δεν θα σκεφτεί  πως φταίμε εμείς.’’

Γέλια και συμφωνίες ακολούθησαν τα λόγια του πονηρού αυλικού. Και η απόφαση πάρθηκε. Αφού τα κανόνισαν και έφαγαν και ήπιαν, αποσύρθηκαν να ξεκουραστούν και να ονειρευτούν τα πλούτη της χώρας που θα έμπαιναν στις τσέπες τους.

Ο ξυλοκόπος-βασιλιάς όμως, είχε πάρει κι αυτός τις αποφάσεις του. Αφού για ένα μήνα θα καθόταν στο θρόνο, θα το εκμεταλλευόταν για να τιμωρήσει αυτούς τους κλέφτες και προδότες της χώρας.

Από την άλλη μέρα το πρωί, αφού γνώρισε τους αυλικούς, δήλωσε πως ήθελε να τον ενημερώσουν για όσα αφορούσαν την οικονομική κατάσταση της χώρας, και διέταξε τους γραφιάδες να του μιλήσουν  για όλα. Άρχισε να επιστατεί ο ίδιος ακόμα και τα κελάρια με τα ακριβά κρασιά, και τις κουζίνες και έδωσε εντολή το φαγητό που μαγειρευόταν να ήταν τόσο όσο χρειάζονταν για να τραφούν τα άτομα του παλατιού, μαζί με το προσωπικό.

Στη συνέχεια έλεγξε τους φόρους που πλήρωνε ο κάθε πολίτης, και κάλεσε τον αρχηγό του στρατού να τον γνωρίσει καλύτερα. Αυτός ήταν ένας ακέραιος στρατιωτικός, πιστός στο παλάτι και του φέρθηκε με σεβασμό. Ο ξυλοκόπος κατάλαβε πως μπορούσε να τον εμπιστεύεται και του αποκάλυψε τα πάντα. Ο στρατηγός ήθελε να τους συλλάβει, μα ο ξυλοκόπος – βασιλιάς του είπε πως δεν είχαν κάνει φανερά κάποιο παράπτωμα και εύκολα θα μπορούσαν να πουν πως λέει ψέματα ο ίδιος,  για δικό του όφελος. Του εξήγησε λοιπόν το σχέδιο του και ο στρατηγός το επικρότησε με χαρά.

Έτσι χαμήλωσαν οι φόροι σε όσους ήταν πιο φτωχοί, και  αυξήθηκαν  σε όσους ήταν πλούσιοι. Έδωσε εντολή να αρχίσει να χτίζεται  σχολείο, για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα. Κι επίσης πως όποιο παιδί ήθελε να μάθει κάποιο επάγγελμα, μπορούσε να μαθητεύει δίπλα σε κάποιον επαγγελματία. Έδωσε ακόμα εντολή να χτιστεί ένα ιατρείο για να θεραπεύει τους αρρώστους, που μέχρι τότε έπαιρναν φάρμακα με παραγγελίες από τους εμπόρους  και κάλεσε από άλλες χώρες δασκάλους και ανθρώπους που ήξεραν από γιατρικά και ήταν γνωστοί, να εργαστούν στη χώρα του. Αυτοί οι άνθρωποι θα πληρώνονταν απευθείας από το παλάτι. Κι επίσης λιγόστεψε τους χορούς του παλατιού, και άρχισε επισκευές σε ένα κτίριο που οι πολίτες θα μπορούσαν να βλέπουν παραστάσεις και να χορεύουν για να διασκεδάσουν. Κάθε μέρα, ένα μέρος των φαγητών που μαγειρεύονταν μοιραζόταν σε πολύ γέρους και πολύ φτωχούς.

Οι εργασίες ξεκίνησαν με ενθουσιασμό, και οι πολίτες λάτρεψαν με ορμή τον βασιλιά τους, χωρίς να ξέρουν τίποτα πως οι αποφάσεις ήταν του ξυλοκόπου- βασιλιά και όχι του πραγματικού.
 Οι μόνοι δυσαρεστημένοι ήταν οι αυλικοί, που καταλαβαίνοντας πως ο αντικαταστάτης του βασιλιά είχε το στρατό με το μέρος του, δεν τολμούσαν ούτε να πειράξουν μια τρίχα από το κεφάλι του, ώστε να εμποδίσουν το έργο που ξεκινούσε και που δεν τους συνέφερε καθόλου.

Όσο γίνονταν αυτά τα έργα, ο πραγματικός βασιλιάς, είχε πάει στην καλύβα του ξυλοκόπου. Όμως πέρασε το βράδυ του πεινασμένος, μια και το μόνο που βρήκε ήταν λίγο μπαγιάτικο ψωμί, και λίγες ντομάτες. Φωτιά δεν ήξερε να ανάψει, και το κρύο που έκανε τη νύχτα, τον ανάγκασε να μαζευτεί σε μια γωνιά προσπαθώντας να ζεσταθεί με μια παλιά κουβέρτα φθαρμένη και σκισμένη σε κάποια σημεία. Πεινασμένος και άυπνος, το πρωί κίνησε για το παλάτι, να ζητήσει φαγητό και να ζεσταθεί, μα οι φρουροί παρότι τον αναγνώρισαν, ακολουθώντας τις εντολές του, δεν τον άφησαν να περάσει.

Απογοητευμένος, κίνησε για τη πόλη, και με ύφος βασιλιά, ζήτησε από κάποιον να του δώσει φαγητό. Εκείνος μόνο που δεν τον κλώτσησε και τον έδιωξε κακήν κακώς. Γύρισε λοιπόν στο δάσος, και αποφασισμένος πήρε το τσεκούρι για να κόψει ξύλα. Έκανε άπειρες προσπάθειες και τελικά κατάφερε να κόψει κάποια μικρά και να τα βάλει στο καρότσι που βρήκε δίπλα στη καλύβα,  μια και ο ξυλοκόπος ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να αγοράσει ένα άλογο ή ένα γάιδαρο. Με πόνο στα χέρια, από τις φουσκάλες που είχαν γεμίσει, άρχισε να τραβάει το μικρό καρότσι  μόνος του, και κατάκοπος έφτασε ξανά στη πόλη. Κατόρθωσε να πουλήσει τα ξύλα του στο φούρναρη, και με τα χρήματα που πήρε, αγόρασε φαγητό και κάθισε σε μια γωνιά να φάει. Όταν χόρτασε, άρχισε  να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του. 

Πρόσεξε ένα παιδί με ένα πόδι, που έπλεκε καλάθια. Μια γυναίκα που έπλενε ρούχα για να ζήσει, έναν με ρούχα όλο μπαλώματα που ξεφόρτωνε τσουβάλια από ένα κάρο. Κι όμως όλοι είχαν ένα χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Χαιρετούσαν ό ένας τον άλλο ζωηρά και κοιτάζονταν με καλοσύνη. Εκείνον όμως πήγαν να τον κλωτσήσουν γιατί; Τότε σηκώθηκε και πήγε σε αυτόν που ζήτησε νωρίτερα φαγητό και τον είχε διώξει.

‘’Γιατί πριν που σου ζήτησα φαγητό, με έδιωξες; Έδωσες φαγητό και χωρίς να στο ζητήσει το παιδί με τα καλάθια. Έδωσες φαγητό σε μια γυναίκα που σου μίλησε. Τα είδα όλα από τη γωνιά που καθόμουν.’’

‘’Αυτό το παιδί, έχασε το πόδι του σε ένα ατύχημα, στο οποίο έχασε και τους γονείς του. Όμως πλέκει καλάθια για να ζήσει. Η γυναίκα που είδες, έχει άρρωστο το παιδί της, και δεν βγάζει τόσα λεφτά για να πάρει φάρμακα. Μπαλώνει ρούχα για να ζήσει. Και ότι βγάζει τα χαλάει για να γίνει καλά το παιδί της. Εσύ ήρθες με ύφος, και απαίτησες να σε ταΐσω. Γιατί το άξιζες περισσότερο από αυτούς; Σε αυτή τη πολιτεία, κάθε άνθρωπος αγωνίζεται να ζήσει. Ό,τι καιρό και να κάνει πάει στη δουλειά  του κάθε μέρα, με χαμόγελο ό,τι προβλήματα και να έχει. ‘’

Ο βασιλιάς κατάλαβε τα λόγια του ηλικιωμένου. Και ντροπιασμένος αποφάσισε να γυρίσει στη καλύβα. Ζήτησε μόνο από τον ηλικιωμένο πριν φύγει να του μάθει να ανάβει φωτιά. Εκείνος αφού τον κοίταξε για λίγο, του έδειξε. Ο βασιλιάς τον ευχαρίστησε και έφυγε. Από εκείνη την ημέρα, έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πολιτεία, τα πουλούσε κι αφού έπαιρνε λίγο φαγητό για τον εαυτό του, άρχισε να μιλάει με τους πολίτες. Ό,τι του περίσσευε το έδινε σε αυτούς που το χρειάζονταν. Στο τέλος υπήρξε και μέρα που δεν έφαγε εκείνος για να ταΐσει κάποιον που πεινούσε. Όμως δεν έμεινε νηστικός, γιατί ο ηλικιωμένος που τον παρακολουθούσε όλες τις μέρες, τον φώναξε και τον φίλεψε φαγητό, λέγοντας του.

‘’Φάε! Τώρα το αξίζεις πραγματικά.’’


Πρώτη φορά ένοιωσε ευτυχία μέσα του ο βασιλιάς. Και με έκπληξη ανακάλυψε πως ο μήνας τελείωνε την επόμενη μέρα κι εκείνος δεν είχε βαρεθεί καθόλου. Αντίθετα ένοιωθε να έχει ξαναγεννηθεί.

Την άλλη μέρα κίνησε για το παλάτι. Ο ξυλοκόπος- βασιλιάς τον περίμενε στην πύλη, μαζί με τον στρατηγό. Του ζήτησαν  να μιλήσουν  δίπλα στην όχθη του ποταμού κι εκεί του διηγήθηκαν τα πάντα. Ο βασιλιάς θύμωσε.

Γύρισε στο παλάτι, που οι αυλικοί τον υποδέχθηκαν με κολακείες αλλά και με κάποιο φόβο, μια και το ύφος του προσώπου του το έβλεπαν για πρώτη φορά.

Αφού κατηγορήθηκαν, ρίχτηκαν στη φυλακή, και δημεύτηκαν οι περιουσίες τους .
Ο ξυλοκόπος έμεινε στο παλάτι σαν σύμβουλος του βασιλιά. Και όταν ρώτησε

‘’Για πες μου μεγαλειότατε, βαριέσαι τη ζωή τώρα;’’

Πήρε την εξής απάντηση:


‘’Αν θες να είσαι σωστός βασιλιάς και καλύτερος άνθρωπος, πρέπει να ενδιαφέρεσαι και να  γνωρίζεις ο ίδιος τα πράγματα και τη ζωή, και να μη βασίζεσαι ποτέ σε ό,τι σου λένε οι άλλοι, ή σε ποια θέση γεννήθηκες’’.

Ένα παραμύθι μου γραμμένο 17/4/2016

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

''Το μαγικό περβάζι''!

Ένα παραμύθι του ''ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ''



Το ξέρεις εκείνο εκεί το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε;

Εκείνο εκεί σου λέω, απέναντι, που έχει τις γλάστρες το βασιλικό και το γεράνι, αυτές που ποτίζει μόνος του ο Κοσμάς κάθε μέρα. 

Αυτό το περβάζι λοιπόν έχει δει θάματα και πράματα. Ό,τι ακουμπήσει επάνω του αποκτά λαλιά. Να, γι αυτό τρέχουν τα πουλιά να καθίσουν εκεί, για να μπορούν έστω και για λίγο να μιλήσουν. Γι αυτό ο άνεμος κάνει το χατήρι ακόμη και στους κόκκους της σκόνης να τους μεταφέρει πάνω στο περβάζι. Γι αυτό και οι αχτίνες του ήλιου κάθονται εκεί πιο πολλή ώρα και το ζεσταίνουν. Για να μιλήσουν και αυτές. 

Μη με ρωτάς πώς έγινε αυτό και τα πάντα αποκτούν λαλιά...δεν ξέρω την αρχή. Αλλά ξέρω ότι το παράθυρο ανοίγει πρωί πρωί και κλείνει το βράδυ. Η γιαγιά κάθεται στο παράθυρό της και πλέκει. Κοιτάζει τον Κοσμά που πάει στο σχολείο του και τον βλέπει πρώτη που γυρνάει.
Η γιαγιά λοιπόν κάθεται για να συζητά με όλα. Μπορεί να λένε ότι η γιαγιά γέρασε και μιλάει μόνη της, αλλά δεν τη νοιάζει. Έτσι και αλλιώς κανένας από το σπίτι δεν έχει χρόνο να συζητήσει μαζί της.

Σήμερα λοιπόν πήρε θέση η γιαγιά μαζί με τον καφέ της και το πλεχτό της μπροστά στο παραθύρι της.
Ο Κοσμάς, όταν πότισε τα λουλούδια της, έφυγε για το σχολείο. Στο περβάζι υπήρχε μόνο λίγο νερό που έπεσε από το ποτιστήρι. Φυσικά υπάρχει πάντα το γεράνι και ο βασιλικός. Φύσηξε τότε ο άνεμος και έφερε ένα κόκκο χώμα, που τον παρακάλεσε να τον πάει σ' αυτό το περβάζι να δει από κοντά τι μαγικό συμβαίνει.

Ο άνεμος δεν καθόταν να συζητήσει μαζί τους. Ήταν πολύ απασχολημένος είπε. Έπρεπε να πετάξει παντού γιατί τον χρειάζονταν. Εκείνος κινούσε τους ανεμόμυλους, εκείνος φούσκωνε τα πανιά των ιστιοφόρων, εκείνος δρόσιζε τους ανθρώπους, εκείνος σκόρπιζε τους σπόρους μακριά, εκείνος καθάριζε την ατμόσφαιρα και χίλια δυο άλλα. Γι αυτό δεν επέμεινε η γιαγιά να τον κρατήσει!

Οι αχτίνες του ήλιου έψαχναν το περβάζι και αμέσως το φώτισαν με την παρουσία τους. Ο πατέρας τους ο ήλιος δεν τις άφηνε όλες στο ίδιο σημείο, γι αυτό δυο δυο έρχονταν κάθε μέρα. αλλά διαφορετικές αχτίνες, για να μην παραπονιέται καμιά.

Που λες, ήλθε και ένα πουλάκι να πιει το νεράκι πάνω στο περβάζι.

-Μη με πιεις , του είπε το νεράκι

-Ωωωω μα διψάω και πού να τρέχω να βρω νερό; Δεν μένει καθόλου νερό στο χώμα. Ή το εξατμίζει ο ήλιος, ή το πίνει το χώμα αν είναι διψασμένο.

-Μη στενοχωριέσαι, θα σου δώσω εγώ νερό, είπε η γιαγιά. Αλλά επειδή μπορεί και αυτό να αποκτήσει λαλιά και να μη θέλει να το πιεις, θα το ρίξω κάτω , εκεί δα, σε βολεύει; το ρώτησε.

Το πουλάκι πέταξε κάτω από το περβάζι και ήπιε λαίμαργα το νερό από τη λακκουβίτσα.
Χορτασμένο πια, κάθισε παρέα με τη γιαγιά και τις αχτίδες, αλλά και το νεράκι που το πρόσεχαν οι θυγατέρες του ήλιου να μην το ζεστάνουν και εξατμιστεί. Το γεράνι και ο βασιλικός κάθονταν σιωπηλοί την περισσότερη ώρα, γιατί τους άρεσε να ακούνε!


   Όμως τον κόκκο το χώμα δεν τον πρόσεχαν. 

-Κανείς, ούτε εδώ σ' αυτό το μαγικό περβάζι δεν μου δίνει σημασία, είπε παραπονεμένα ο κόκκος.

-Α...με συγχωρείς είπε το νεράκι, αλλά είσαι τόσο μικρός δεν σε πρόσεξα. 

-Και συ μια σταγόνα είσαι, εντάξει, λίγο πιο μεγάλη από εμένα, αλλά σου μιλάνε όλοι.

-Μην παραπονιέσαι, είπε η γιαγιά. Τώρα σε είδαν και σε άκουσαν όλοι.

-Πέστε μου τότε, πώς είναι να είσαι μεγάλος και να μπορείς να πηγαίνεις παντού; Να, εσείς οι αχτίδες, του ήλιου οι θυγατέρες, βλέπετε όλον τον κόσμο. Σας λατρεύουν όλοι και κανείς δεν σας αποδιώχνει όπως εμένα που με σκουπίζουν ή με πατάνε συνεχώς...

-Ναι είμαστε αγαπητές, είπαν οι αχτίδες, αλλά δεν μας αγαπούν πάντα. Να, τώρα τελευταία δεν μας θέλουν και πολύ να τους χαϊδεύουμε τα μαλλιά ή τα μάγουλα, γιατί κάνουμε, λέει, κακό στο δέρμα. Και όταν κάνει ζέστη δεν μας αγαπούν, γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να δουλέψει κάτω από τον καυτό ήλιο..δεν είμαστε λοιπόν πάντα αγαπητές!

-Εντάξει, μπορεί κάποιοι να μην αγαπάνε τον ήλιο όταν καίει, αλλά μπορείτε να πηγαίνετε παντού και βλέπετε τόσο κόσμο. Κανείς όμως δεν μπορεί να σας κάνει κακό. Είστε οι πιο δυνατές και αγαπητές από όσο ξέρω.

-Όλοι μπορούν να πάθουν κακό, έτσι λέει ο ήλιος, είπαν οι αχτίδες. Αλλά μην μας ρωτήσετε τι κακό γιατί δεν ξέρουμε...

-Όλα μπορούν να πάθουν κακό αλλά δεν πρέπει να το σκέφτεται κανείς, είπε η γιαγιά.Το μόνο που πρέπει να μας νοιάζει είναι πόσο καλό μπορούμε να κάνουμε.


-Και εγώ είπε το πουλάκι πετάω και βλέπω τόσο κόσμο, αλλά τελευταία φοβάμαι μην πάθω κακό, γιατί μας κυνηγούν οι κυνηγοί και στον άλλο δρόμο είναι κάτι παιδιά που μας πετάνε με σφεντόνες πέτρες


-Πω πω τι θα πει φοβάμαι; το διέκοψε ο κόκκος

-Εσύ δεν φοβάσαι; Δεν νιώθεις κάτι που σου προκαλεί στενοχώρια όταν νομίζεις ότι θα σε πατήσει κάποιος ή όταν νομίζεις ότι θα διαλυθείς από το νερό;

-Α...όχι δεν νιώθω κάτι, γιατί και το νερό να με διαλύσει θα με στεγνώσει ο ήλιος και θα γίνω πάλι κόκκος και ακόμα αν με πατήσει κάποιος, κολλάω κάτω από το παπούτσι του και με πάει αλλού. Να, όμως στενοχωριέμαι όταν με διώχνουν με τη σκούπα.

-Εσείς αχτίδες φοβάστε; 

-Όχι δεν φοβόμαστε ...μα τι λέω ναι φοβόμαστε, όταν τα σύννεφα μας εμποδίζουν να έλθουμε να ζεστάνουμε τον κόσμο . Μα ο μπαμπάς μας λέει ότι είναι χρήσιμα και αυτά επειδή φέρνουν νερό στη Γη και είναι σαν ομπρέλες που δίνουν σκιά στον κόσμο να κάνει τις δουλειές του χωρίς τις ζεστές θυγατέρες του...εμάς εννοεί! 

-Να τον διώξετε το φόβο από μέσα σας είπε η γιαγιά. Σας κάνει μόνο να αισθάνεστε άσχημα και να μην μπορείτε να ευχαριστηθείτε ό,τι κάνετε τώρα.

-Μα γιαγιά, είπε το πουλάκι, εγώ να μην φοβάμαι μη με σκοτώσει κανένας κυνηγός;



                Το πουλάκι έμεινε σκεφτικό!

-Όταν κάτι ή κάποιος είναι χρήσιμος τότε φοβάται. Αυτό κατάλαβα εγώ. Μακάρι να μπορούσα να φοβηθώ και εγώ πετάχτηκε ο κόκκος από χώμα. 

-Μα είσαι χρήσιμος του είπε το γεράνι. Πες στον αέρα να σε βάλει μέσα στη γλάστρα μου να μου κάνεις για πάντα συντροφιά. Σε θέλω!

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένας ψίθυρος. Το νεράκι μίλησε .Προσπαθούσε να αναπνεύσει μια και εξατμιζόταν λίγο λίγο

-Εγώ τώρα φοβάμαι που θα χαθώ, είπε το νεράκι. Εξατμίζομαι και από τον άνεμο και όχι μόνο από τον ήλιο. Αλλά είμαι χρήσιμο, το ξέρω. Χωρίς νεράκι τίποτε δε ζει. Και η μια σταγόνα είναι χρήσιμη!

-Να μη φοβάσαι. Απόλαυσε την συζήτηση και τον αέρα που φυσάει απαλά και τις αχτίδες του ήλιου, για να έχεις να διηγείσαι στις άλλες σταγόνες πολλά από αυτά που είδες.
Εξάλλου, δεν θα χαθείς. Θα εξατμιστείς, αλλά κάποια στιγμή θα γίνεις πάλι νερό, νερό βροχής και θα είσαι μια όμορφη σταγόνα που θα ταξιδέψει αλλού. Και αν είμαι τυχερή μπορεί να πέσεις ξανά σ' αυτό το περβάζι, το παρηγόρησε η γιαγιά.

Η σταγόνα χαμογέλασε και σαν να πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης από τα λόγια της γιαγιάς. Μετά δεν ξαναμίλησε μέχρι που εξατμίστηκε τελείως.

- Στο καλό σταγόνα, να πας να βρεις εκείνο το σύννεφο ψηλά είπε η γιαγιά. Και όταν θα ξαναέλθεις εδώ στη γη θα ποτίσεις τα φυτά και τα δέντρα για να μας δώσουν καρπούς.

-Είδατε; Ακόμη και η σταγόνα είναι χρήσιμη. Εγώ είμαι τελείως άχρηστος.

-Κάνεις λάθος είπε η γιαγιά. Το χώμα είναι χρήσιμο πολύ. Και εσύ, ένας μικρός κόκκος, έχεις μέσα σου ζωή, το ξέρεις; Θες να δεις; Μπορείς να μπεις σ' αυτή τη μικρή λακουβίτσα στο περβάζι; Εγώ θα ρίχνω σταγονίτσες νερό κάθε μέρα να ξεδιψάς, οι αχτίνες θα σε ζεσταίνουν και θα δεις τι θα γίνει μετά λίγο καιρό.

-Ναι θέλω είπε ο κόκκος. Έτσι και αλλιώς αύριο θα με σκουπίσει κάποιος, ή θα με πάρει ο αέρας και θα χάσω τη συντροφιά σου

Έτσι και έγινε. Ο κόκκος από χώμα γέμισε μια μικρή τρυπούλα που είχε το περβάζι. Η γιαγιά κάθε μέρα έριχνε μια σταγονίτσα νερό και οι αχτίδες μέσα στη συζήτηση δεν ξεχνούσαν να ζεσταίνουν το χωματάκι που περίμενε να δει τι θα συμβεί. 
Και πράγματι μετά κάποιο καιρό έβγαλε δειλά το κεφαλάκι του ένα λουλουδάκι. Γιατί ο σπόρος ήταν μέσα στον κόκκο με το χώμα. Ήταν η ζωή που έλεγε η γιαγιά.

-Κανείς δεν είναι άχρηστος είπε η γιαγιά στην παρέα. Ακόμη και το πιο μικρό είναι χρήσιμο και κρύβει μέσα του ζωή ή δίνει ζωή.

Η υπόλοιπη παρέα κοιτούσε με θαυμασμό τη μικρή λακουβίτσα. Και ο κόκκος το χώμα κοιτούσε ξαπλωτός το λουλουδάκι πόσο όμορφο ήταν! Ήταν τόσο περήφανο!

Έτσι κυλούσαν οι μέρες και την παρέα την συμπλήρωνε πότε ένα μυρμήγκι, άλλοτε ένα φύλλο από το δέντρο που το έφερε ο άνεμος και άλλοτε οι σταγόνες βροχής. Μα τότε οι αχτίνες του ήλιου δεν έκαναν επίσκεψη στο περβάζι της γιαγιάς, εκτός και αν τρύπωναν ανάμεσα από τα σύννεφα και έρχονταν για να χαιρετίσουν.

-Αυτή είναι η ζωή.Τα πάντα κάνουν τον κύκλο τους, έλεγε η γιαγιά. 


Έτσι περνούσαν οι μέρες σ' αυτό το περβάζι που πάνω του τα πάντα μιλάνε!

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο Αλέξανδρος και ο κοντορεβιθούλης!


Ο Αλέξανδρος είχε τελειώσει από ώρα τα μαθήματά του. Στο δωμάτιό του, ήταν ελεύθερος πια να παίξει  ως την ώρα του ύπνου. Εκείνος προτίμησε να διαβάσει από το καινούργιο του βιβλίο,  ένα παραμύθι, ''τον κοντορεβιθούλη''.
Έπεσε μπρούμυτα λοιπόν στο κρεβάτι και άρχισε...

Μια φορά και ένα καιρό ...και οι σελίδες γυρνούσαν η μία μετά την άλλη...και η αγωνία κορυφωνόταν  μια και το παραμύθι τον ταξίδευε στη χώρα που ζούσε ο γίγαντας ο ανθρωποφάγος και οι γονείς που εγκατέλειψαν τον κοντορεβιθούλη και τα αδέλφια του γιατί δεν είχαν να φάνε.

Κοιτούσε την εικονογράφηση και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει και έβλεπε με τα μάτια της  το δάσος με τα παιδάκια που έψαχναν να βρουν το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι τους, ακολουθώντας τις πετρούλες ή ψάχνοντας τα ψιχουλάκια που τα είχαν φάει τα πουλιά.


Πω πω πόσο τον στενοχώρησε  αυτή η εγκατάλειψη από τους γονείς!  Κοιτούσε την εικόνα με το μικροσκοπικό παιδάκι, που έξυπνο καθώς ήταν, γλίτωνε και τον εαυτό του αλλά και τα μεγαλύτερα αδέλφια του από σκοτούρες και κινδύνους και το θαύμαζε μα και το πονούσε συνάμα.

''Πώς θα θελα να τον είχα δίπλα μου, να του μιλούσα'' , μονολόγησε ο Αλέξανδρος κοιτάζοντας εκστατικός  την εικονογράφηση! 
''Αχ πόσο πολύ θα ήθελα να τον γνώριζα...''  και τότε... κρατσ...άκουσε ένα θόρυβο. Η εικόνα που κοιτούσε είχε μια μικρή τρύπα στη θέση του κοντορεβιθούλη και ο ίδιος ο μικρούλης ήταν άφαντος! 
''Μα τι έγινε;''  Κοίταξε δεξιά και αριστερά ποιος μπορεί να έσκισε την εικόνα και τότε, Θεέ και Κύριε,  τον είδε. Τον ίδιο τον Κοντορεβιθούλη, μια σταλίτσα αγοράκι με τις «επτά-το-μίλι»  μπότες του γίγαντα που του έκλεψε,  με τα ρουχαλάκια του τόσο μικρά αλλά καινούργια και όμορφα, να του χαμογελά.  
Πετάχτηκε όρθιος, έκπληκτος και ο ίδιος με αυτό που έβλεπαν τα μάτια του! Δεν μπορούσε να μιλήσει, κοιτούσε σαν χαμένος το παιδάκι-σαν-ρεβίθι που περπατούσε στο δωμάτιό του και όλο έτριβε τα μάτια και όλο άνοιγε το στόμα σαστισμένος.


''Πώς βρέθηκες εδώ;'' ρώτησε τελικά ο Αλέξανδρος με τρεμουλιαστή φωνή!
''Μα εσύ με φώναξες και να μαι. Τι με ήθελες; Δεν είπες ότι θάθελες να με έβλεπες δίπλα σου;''
Ο Αλέξανδρος τα 'χασε! Ο Κοντορεβιθούλης μιλούσε, του μιλούσε σαν να τον γνώριζε. Ω μα αυτό είναι απίστευτο! 
''Γίνονται τέτοια πράγματα στ' αλήθεια;''  ρώτησε σαν χαμένος  ο Αλέξανδρος. Ακόμη έτριβε τα μάτια του, μα ήταν αλήθεια αυτό που έβλεπε;
''Όλα γίνονται ξέρεις, αρκεί να το θέλεις πολύ. Για λίγο ήλθα, γιατί  έχω πολλές δουλειές '' του απάντησε χαμογελώντας ο μικρούλης ήρωας του παραμυθιού, δείχνοντας να καταλαβαίνει τη σαστιμάρα του νέου του φίλου.
''Μα τι δουλειές μπορεί να κάνει ένα τόσο δα παιδάκι; Τόσο μικρούλι σαν ρεβίθι; Εδώ εγώ είμαι τόσο πιο μεγάλος από σένα αλλά δεν δουλεύω'' είπε με σθένος ο Αλέξανδρος μην νομίζει ο Κοντορεβιθούλης ότι δεν ξέρει και τίποτε!

Τα δυο παιδιά άρχισαν να μιλούν  σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Κι ας τους χώριζαν τόσοι παραμυθοαιώνες!!
''Α, στη χώρα   των δικών μου παραμυθιών, όλα μπορούν να γίνουν. Εξάλλου ξέρω και τα δικά σας παραμύθια στη δική σας χώρα. Εσύ μπορεί να μη δουλεύεις,  μα άλλα παιδάκια δουλεύουν,  παιδάκια  σαν και σένα.''
''Και πού τα ξέρεις όλα αυτά εσύ;'' τον ρώτησε  ο Αλέξανδρος
''Κοίτα, εγώ φοράω τις ''επτά -το -μίλι''  μπότες του γίγαντα και με ένα βήμα βρίσκομαι σε άλλη χώρα, πίσω από τα βουνά, πηδάω ποτάμια και έχω γυρίσει τον κόσμο. Τώρα τελευταία βρήκα τρόπο να έρχομαι και σε άλλες εποχές. Βοηθώ όσους χρειάζονται βοήθεια και όσο μπορώ, κάνω διάφορες δουλειές και βγάζω χρήματα που τα στέλνω στους γονείς μου. Έτσι δεν θα ξαναφήσουν τα αδέλφια μου μόνα τους.Και φυσικά μαθαίνω τα πάντα!''


Ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε για πρώτη φορά  άσχημα! Ποτέ δεν είχε σκεφθεί έτσι, ποτέ δεν είχε κάνει κάτι για τους άλλους, ποτέ δεν είχε προβληματιστεί. Άλλαξε κουβέντα αμέσως.
''Πω πω απορώ πώς τους συγχώρεσες τόσο γρήγορα, που σας άφησαν. Για τους γονείς σου λέω. Σας εγκατέλειψαν δυο φορές. Μα μπορούσατε να είχατε σκοτωθεί από το γίγαντα!  Ποια μαμά, ποιος μπαμπάς αφήνει τα παιδιά του;''
''Μα θα πεθαίναμε από την πείνα σίγουρα. Οπότε για το καλό μας μας άφησαν...αλλά εντάξει δεν θα το συζητήσουμε, γιατί πραγματικά με πειράζει να θυμάμαι αυτό που μας έκαναν οι γονείς μας. Θες κάτι άλλο να με ρωτήσεις; Γιατί το αφεντικό μου θέλει να του πάω χιόνι από τα ψηλά βουνά για να 'χει για πάγο...'' είπε ο κοντορεβιθούλης κοιτάζοντας τριγύρω με περιέργεια.

Χιόνι για πάγο; Θα πήγαινε στα ψηλά βουνά με τις '' επτά-το -μίλι '' μπότες; 
''Θα μπορούσες να με πάρεις μαζί σου στη χώρα σου των παραμυθιών να τη δω;'' είπε τελικά.
''Τι να δεις; Βουνά έχουμε, όπως έχει και η χώρα σου και ποτάμια, και πεδιάδες και λιγότερα σπίτια βέβαια, αλλά μερικά είναι πολύ μεγάλα και πλούσια και τα πιο πολλά είναι φτωχικά. Άνθρωποι σαν και σας που δουλεύουν για να ζήσουν τα παιδιά τους, υπάρχει και το κακό βέβαια σαν τον γίγαντα...όπως και σε σας είναι τα πράγματα, τι να δεις;''
''Παρε με μαζί σου σε παρακαλώ. Αυτές οι μπότες που φοράς θα μας πάνε γρήγορα εκεί που ζεις και θα γυρίσουμε ξανά πίσω, έτσι δεν είναι;Θέλω να δω όλα τα μαγικά που υπάρχουν'' τον παρακάλεσε ο Αλέξανδρος
''Δεν βλέπεις τα μαγικά όποτε το θες. Μόνο όταν το αξίζεις.'' του είπε αυστηρά ο κοντορεβιθούλης. '' Και ξέρω ότι και στον κόσμο σου υπάρχουν μαγικά. Να τώρα με βλέπεις, δεν είναι μαγικό αυτό;  Θα τα δεις όμως  μεγαλώνοντας πιστεύω, αρκεί να γίνεις χρήσιμος και καλός. Εσύ τι κάνεις για να είσαι χρήσιμος; ''

Ο Αλέξανδρος τα 'χασε. Σήκωσε τους ώμους του ανήξερος. Αλήθεια τι έκανε χρήσιμο; Πήγαινε σχολείο, εντάξει όλα τα παιδάκια πήγαιναν. Τι άλλο έκανε; 
Και ενώ ο Αλέξανδρος δεν απαντούσε, ο κοντορεβιθούλης συνέχισε
''Να ξέρεις όμως, ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε γρήγορα, θα μας πάρει κάποιες μέρες να ξαναέλθω στην εποχή  σου.''  
''Εντάξει δεν πειράζει. Θα είναι πολύ ωραία να λέω στους φίλους μου ότι είδα την χώρα του κοντορεβιθούλη και ταξίδεψα με τις ''επτά-το -μίλι'' μπότες του'' είπε χαρούμενα ο Αλέξανδρος
''Θα σε πιστέψουν;   γέλασε ο κοντορεβιθούλης '' Και οι γονείς σου; Τι θα κάνουν όταν φύγεις; Θα σε αφήσουν;''
''Δεν θα τους το πούμε γιατί δεν θα με αφήσουν. Θα τους εξηγήσω όταν γυρίσουμε'' είπε ο Αλέξανδρος λίγο ντροπιασμένος.
''Καλά εσύ είσαι παιδάκι τόσο πιο μεγάλο από μένα και λες ότι απορείς που συγχώρεσα τους γονείς μου! Κι   εσύ πώς θα αφήσεις τους δικούς σου γονείς να ψάχνουν να σε βρουν και να μην ξέρουν πού είσαι και τι έπαθες; Είναι σωστό αυτό; Μόνο και μόνο για να λες στους φίλους σου διάφορα για μένα;  Μου φαίνεται ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της παραμύθια με εγκαταλείψεις και αδιαφορία,ε;''

Πω πω πόσο ντράπηκε ο Αλέξανδρος! Μα να δείξει ότι δεν νοιάζεται για τους γονείς του!
 Γιατί οι γονείς του σίγουρα θα τρελαίνονταν από τη στενοχώρια τους που δεν θα τον έβρισκαν στο σπίτι δηλαδή εδώ που τα λέμε, δεν θα τον έβρισκαν πουθενά. Αλλά πάλι δεν θα τον πίστευαν αν τους το έλεγε. Να μην πάει; Το ήθελε τόσο πολύ....
''Αν τους μιλήσεις εσύ; '' είπε στον κοντορεβιθούλη
''Α...τους ήρωες από τα παραμύθια μόνο τα παιδιά μπορούν να τους δουν. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω φίλε. Εσύ θα αποφασίσεις αν θα έρθεις μαζί μου και αν θα στενοχωρήσεις τόσο πολύ με την εξαφάνισή σου τους γονείς σου. Βιάσου όμως γιατί δεν έχω χρόνο.Έχω και δουλειές το ξέχασες;''

Ο Αλέξανδρος σκέφτηκε πολύ. Επιθυμούσε να ζήσει ένα παραμύθι αλλά άξιζε τον κόπο να προκαλέσει τόσο πόνο στη μαμά και τον μπαμπά του; 
''Τι είναι πιο ωραίο στον κόσμο σου από τον δικό μου; Αξίζει να έλθω να δω με τα ίδια μου τα μάτια και ας στεναχωρηθούν οι δικοί μου; Εξάλλου θα χαρούν τόσο πολύ όταν θα με ξαναδούν που θα ξεχάσουν τη στενοχώρια τους'' δικαιολογήθηκε. ''Για  πες μου αξίζει;''
''Δεν έχει τίποτε σπουδαίο η εποχή μου, ούτε η χώρα μου. Άνθρωποι σαν και σένα και σαν και μένα υπάρχουν   που δουλεύουν, κακοί υπάρχουν  που θέλουν να προκαλούν πόνο, αφεντικά υπάρχουν που δίνουν διαταγές, μόνο...μόνο υπάρχουν πολλά δάση και δέντρα και νερά και αέρας πιο καθαρός από τον δικό σας. Α, και ζώα υπάρχουν που μπορούν να σου μιλήσουν. Δεν ξέρω όμως αν θα μιλήσουν σε σένα. Βλέπεις είσαι από μια άλλη εποχή που δεν σέβεστε τα ζώα και φέρεστε άσχημα σ' αυτά όπως φέρονται οι κακοί σε μας τους ήρωες των παραμυθιών''
''Μα τι λες; Είδες που δεν τα ξέρεις όλα; Ποιοι δεν αγαπάνε τα ζώα; Εγώ; Εμείς; Τι τους κάνουμε; Εσείς δεν τα σφάζετε να τα φάτε;  Γιατί μιλούν σε σας;''
''Μα και τα ζώα σας που δεν τα τρώτε τα αφήνετε μόνα, τα εγκαταλείπετε στους δρόμους, τα βασανίζετε για να τους πάρετε το δέρμα, ή για να διασκεδάσετε. Τα ξέρω να είσαι σίγουρος, ότι το κάνετε και ρώτα τους γονείς σου αν δεν το έχεις μάθει''

Ο Αλέξανδρος τα 'χασε. Λες; Λες να είμαστε τόσο κακοί με τα ζώα; Μα ναι ο κος Σπύρος είχε σκύλο και τώρα δεν έχει. Δεν ψόφησε μας είπε αλλά δεν μπορούσε να τον κρατήσει άλλο...λες να τον άφησε στο δρόμο μόνο του;'' σκεφτόταν και ήταν στ'αλήθεια στενοχωρημένος.
''Κοίτα'' είπε ο Κοντορεβιθούλης. ''Μην στενοχωριέσαι και στον κόσμο μου υπάρχουν άνθρωποι που αδιαφορούν και για τα ζώα και για τα δάση αλλά και για τους άλλους ανθρώπους. Αλλά να, τα ζώα μας μας τα λένε και ξέρω ότι δεν μιλούν σε όλους τους ανθρώπους του κόσμου μου. Μη με ρωτήσεις γιατί, γιατί αυτό δεν το ξέρω ''
''Πώς θα  θελα να δω τον κόσμο σου...να δω ανθρώπους σαν και σένα που η δική μου εποχή δεν έχει, θα ήθελα να ζω σε ένα τέτοιο κόσμο παραμυθιού. Οι μεγάλοι έχουν κάνει τον κόσμο μου τόσο άσχημο. Εγώ δεν πείραξα ποτέ τα ζώα, ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά είναι πολλοί αυτοί που το κάνουν!Εμένα θα μου μιλούσαν τα ζώα σας, να το ξέρεις''
'' Μην κοιτάς πάντα τι κάνουν οι άλλοι. Σημασία έχει τι κάνεις εσύ. Να,  σαν και μένα, παράξενο πλάσμα, έχει  και ο κόσμος σου.Τώρα που το θυμήθηκα,  έχετε εκείνο το παιδάκι στο σχολείο σου που δεν του μιλάτε, ούτε το κάνετε παρέα επειδή  είναι τόσο μικροκαμωμένο και τόσο αδύνατο!'' είπε μελαγχολικά ο Κοντορεβιθούλης. 
''Και στο δικό μου κόσμο να ερχόσουν νομίζω ότι εμένα δεν θα με έκανες παρέα επειδή είμαι μικρούλης, ε;;  Και συ νομίζω τελικά, είσαι σαν τους μεγάλους που λες ότι φταίνε για τον κόσμο σου. Κοίτα, πρέπει να  κάνεις κάτι διαφορετικό για να γίνει ο δικός σου κόσμος παραμύθι. Είσαι έτοιμος να στενοχωρήσεις τους γονείς σου για να κάνεις κάτι που θες. Εγώ έμαθα ότι ο καθένας φτιάχνει το δικό του παραμύθι στον κόσμο που ζει. Εσύ μπορείς;''
''Τι να κάνω; Τι μπορώ;; Ένα παιδί είμαι χωρίς τις '' επτά- το-μίλι'' μπότες που έχεις εσύ. Και μην νομίζεις, εγώ θα σε έκανα παρέα''
''Γιατί θα με έκανες; Με θέλεις γιατί διάβασες για μένα. Αν δεν είχες διαβάσει γιατί θα ήθελες ένα φτωχό παιδάκι και τόσο μικροσκοπικό; Γιατί τότε δεν κάνεις παρέα εκείνο το παιδάκι στο σχολείο;;'' ρώτησε σοβαρός σοβαρός ο μικρούλης.



Άφωνος ο Αλέξανδρος άκουγε το νέο του φίλο χωρίς να μπορεί να τον διορθώσει..κι εκείνος συνέχισε
''Και να ξέρεις, δεν  κάνουν τίποτε οι μπότες . Εγώ θα στα πω όλα που είμαι τόσο μικρούλης σαν ρεβίθι; Οι μπότες  μόνο να καλύπτω μεγάλες αποστάσεις με βοηθούν. Είμαι τόσο μικροσκοπικός και όμως βοηθώ όσους μπορώ. Εσύ τι κάνεις; Δεν θα γίνω κακός σίγουρα μεγαλώνοντας γιατί δεν μ' αρέσει να είμαι κακός και αγαπώ όλους και όλα. Και, ναι , ξέρω να συγχωρώ όπως συγχώρεσα τους γονείς μου και ας μην μπορώ να το ξεχάσω. Αυτά μπορώ να κάνω. Σκέψου και εσύ τι μπορείς να κάνεις για να αλλάξεις τον κόσμο σου. Αλλά εσύ αποφασίζεις. Τι θα γίνει; Φεύγω και αν είναι να έλθεις μαζί μου πιάσε το χέρι μου.''

Ο Αλέξανδρος προβληματίστηκε..το ήθελε τόσο πολύ να ζήσει μια περιπέτεια.......άπλωσε το χέρι μα...όχι δεν άξιζε να στενοχωρήσει τόσο τους δικούς του, θα προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλό μπορούσε για να φτιάξει λίγο ο δικός του κόσμος. Εξάλλου υπήρχαν πολλά που δεν είχε κάνει ενώ θα έπρεπε. 
''Πήγαινε στο καλό φίλε, σ' ευχαριστώ που ήλθες, στο καλό''

Και τσουπ....άκουσε έναν άλλο θόρυβο και είδε την τρύπα στην εικόνα να γεμίζει με όλους τους ήρωες του παραμυθιού παρόντες. Ο κοντορεβιθούλης του κουνούσε το χέρι για λίγο και μετά έγινε μια εικόνα παραμυθιού, τόσο ωραία ζωγραφισμένη!
Έκλεισε γρήγορα το βιβλίο του και πήγε στην κουζίνα ...είχε πάρει τις αποφάσεις του!
''Ήλθα να βοηθήσω να ετοιμάσεις το τραπέζι μαμά '' είπε
Η μαμά τον κοίταξε απορημένη, αλλά χάρηκε τόσο πολύ με το γιο της που αποφάσισε για πρώτη φορά να βοηθήσει!

Ένα παραμύθι γραμμένο από την Anna flo του ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ που μας τίμησε επιτρέποντας μας να το αναρτήσουμε.  

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Αποχαιρετώντας τις απόκριες!


Ο Στέφανος ήταν στενοχωρημένος σήμερα. Όλα τα παιδιά στο σχολείο, ετοιμάζονταν για τη γιορτή της αποκριάς που θα έκανε η πόλη,  και συζητούσαν χαρούμενα μεταξύ τους τι στολή θα φορούσε  ο καθένας ώστε να είναι ένας ωραίος και πρωτότυπος μασκαράς.

-Εγώ θα ντυθώ ιππότης.. είπε ένα παιδί. Και μάλιστα έχω ήδη δείξει στους γονείς μου ποια στολή θέλω να μου πάρουν. Και μου έχουν πάρει ακόμα, έναν μεγάλο πολύχρωμο αετό για να τον πετάξω την Καθαρά Δευτέρα.

-Εμένα μου πήραν μια όμορφη στολή νεράιδας. Είναι πανέμορφη, μακριά και έχει επάνω κεντημένα αστέρια. Και ο αετός μου είναι ήδη έτοιμος. Οι γονείς μου τον έκαναν παραγγελία για μένα.

Άλλος θα ντυνόταν αστροναύτης, άλλος κλόουν, άλλος πρίγκιπας. Για να μη πω για τους σούπερ ήρωες.

Όλοι θα χαίρονταν στην εκδρομή που οργάνωνε ο Δήμαρχος,  την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Είχαν αποφασίσει όσα παιδιά και οι οικογένειές τους ήθελαν, να μαζεύονταν σε ένα λιβάδι κοντά στο δάσος για να φάνε από κοινού και να πετάξουν τα παιδιά ντυμένα μασκαράδες τους αετούς τους.
Έτσι θα αποχαιρετούσαν τις απόκριες, όλοι μαζί, γονείς, παιδιά και δάσκαλοι, αλλά και όσοι άλλοι από τους κατοίκους θα ήθελαν να πάρουν μέρος.
Ο καθένας θα έφερνε κι από ένα με δύο φαγητά, και τα ποτά και αναψυκτικά τα πρόσφερε η κοινότητα. Αυτός ήταν ο μοναδικός όρος.
Μια και ο καιρός ήταν καλός, θα έπαιζαν παιχνίδια και στη συνέχεια θα βράβευαν την πιο όμορφη στολή και τον πιο ωραίο αετό.

Γι’ αυτό ήταν θλιμμένος ο Στέφανος. Ο πατέρας του δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και δεν ήξερε αργία, και η μητέρα του βοηθούσε στις δουλειές σε κάποιο σπίτι, για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα.
Όχι μόνο δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν, αλλά ούτε χρήματα να ξοδέψουν για αετό και στολή.
Κι όσο σκεφτόταν ότι εκείνος θα ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, τόσο η θλίψη του γινόταν μεγαλύτερη.

Οι μέρες πλησίαζαν και το κεφάλι του πονούσε από την προσπάθεια να βρει μια δικαιολογία για να μη πάει.
Όταν έκανε μια απόπειρα να μιλήσει στους γονείς του, εκείνοι του είπαν ότι ήταν κουρασμένοι και τον έστειλαν για ύπνο κι εκείνον.

Μέσα του κάκιωνε τον πατέρα του και τη μητέρα του, γιατί σκεφτόταν πως αν είχε άλλους γονείς δεν θα αισθανόταν τόσο παραμελημένος, ούτε θα είχε παράπονα.
Μέσα στο παιδικό μυαλό του, δεν καταλάβαινε πως οι γονείς του ένοιωθαν τη στενοχώρια του κι ας μη την είχαν συζητήσει. Ήταν άνθρωποι που δούλευαν για την οικογένεια, αλλά το παιδί τους το λάτρευαν και ήθελαν το καλύτερο για εκείνο. Μα ήταν φτωχοί άνθρωποι. Δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν ό, τι έκαναν οι άλλοι. Και αυτό ο γιος τους έπρεπε να το καταλάβει.

Το βράδυ της Κυριακής ο Στέφανος ήταν αποφασισμένος, να μη πάει στην αποκριάτικη γιορτή. Όταν ξημέρωσε εκείνος είχε ανοίξει τα μάτια του από το χάραμα, μια και όλη νύχτα τον βασάνιζαν όνειρα, πως γινόταν το αντικείμενο κοροϊδίας ολόκληρης της πόλης.

Οι γονείς του ήρθαν να τον ξυπνήσουν, κι εκείνος τους είπε πως δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
Όταν ανήσυχοι τον ρώτησαν αν αισθάνεται καλά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και ξέσπασε σε κλάματα, ομολογώντας  αυτό που τον βασάνιζε.

Για μεγάλη του έκπληξη, οι γονείς του κοιτώντας τον με αγάπη, χαμογέλασαν και του είπαν:

-Μα έτσι θα αφήναμε εμείς το παιδί μας; Έχεις στολή και μάλιστα μια πανέμορφη στολή φτιαγμένη με αγάπη και μεράκι.
 Και η μητέρα του, του παρουσιάζει μια υπέροχη στολή σκιάχτρου.
Είχε μεταποιήσει ένα παντελόνι του πατέρα του, του είχε ράψει πολύχρωμες τιράντες και χρωματιστά μπαλώματα εδώ κι εκεί, και είχε ξεφτίσει τα μπατζάκια. Από πάνω του είχε φτιάξει ένα πουκάμισο πολύχρωμο κι αυτό, με ένα μαντιλάκι στο τσεπάκι που είχε επάνω μια μικρή κολοκύθα. Η στολή είχε και δύο παράταιρες κάλτσες και τα παλιά του παπούτσια με κορδόνια πολύχρωμα δεμένα σε μεγάλους φιόγκους. Το ψάθινο καπέλο του πατέρα του, είχε αποκτήσει τώρα χόρτα κολλημένα να εξέχουν από τον περίγυρο, και να σχηματίζουν μαλλιά. Και στο κέντρο του κολλημένη κι εκεί μια τσόχινη πορτοκαλιά κολοκύθα.
- Θα κάνουμε και το ανάλογο μακιγιάζ και θα είσαι πανέμορφος.

Του Στέφανου του άρεσε πολύ η στολή που του έφτιαξε η μητέρα του. Και χαρούμενος άρχισε να ντύνεται.
Και την ώρα που ήταν έτοιμος πλέον, φωνάζει…
-Αετός;

Ο πατέρας του βγάζει περήφανος, έναν αετό που είχε φτιάξει μόνος του κομμάτι-κομμάτι και σχημάτιζε ένα υπέροχο πουλί.

-Μα πότε τα ετοιμάσατε όλα αυτά;… ρώτησε ο Στέφανος.

-Τόσες μέρες που τα βράδια σε στέλναμε για ύπνο, εμείς αφιερώναμε λίγες ώρες για να σου ετοιμάσουμε την έκπληξη. ..είπε ο πατέρας. Και να ξέρεις ….ότι τον αετό σου τον έχω δοκιμάσει και πετάει μια χαρά.

Ο Στέφανος κατάλαβε πόσο άδικα σκέφτηκε για τους γονείς του, και πως εκείνοι φρόντιζαν να τον κάνουν να χαρεί. Εκείνος όμως τι έκανε; Με περισσή  αχαριστία σκεφτόταν ότι ήθελε άλλους γονείς στη θέση τους. Δεν θα το ξανασκεφτόταν ποτέ πια. Είχε πάρει το μάθημά του.

Το βράδυ, γύρισαν στο σπίτι, κρατώντας τα βραβεία για την πιο πρωτότυπη στολή, και για τον πιο ωραίο αετό, και γεμάτοι επαίνους, για το υπέροχο ψωμί, την νόστιμη πίτα και τα πιο ζουμερά ντολμαδάκια που είχαν φάει.


Ο Στέφανος έπεσε να κοιμηθεί, κάνοντας την σκέψη πως δεν χρειάζονται πολλά χρήματα για να γίνει ευτυχισμένος κάποιος. Αρκεί να υπάρχει αγάπη, και μεράκι. Κι έπειτα χαμογελαστός βυθίστηκε σε έναν ύπνο γεμάτο υπέροχα όνειρα!

10/3/2016 ΜΑΙΡΗ ΜΟΣΧΟΝΑ

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο σπίνος, το ελάφι και το λιοντάρι!


 Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό κάστρο,  στο οποίο ζούσαν τρεις πριγκίπισσες. Οι τρεις κοπέλες ήταν όμορφες, έξυπνες και προικισμένες με ένα σπουδαίο χάρισμα  από τις νεράιδες. Μπορούσαν να μιλήσουν τη γλώσσα των ζώων.
  Μια μέρα η μεγάλη αδελφή βρήκε ένα μικρό σπίνο που είχε πέσει από τη φωλιά του.΄΄Τσίου, τσίου'' τιτίβισε το μικρό πουλάκι φοβισμένο.
  Τότε η πριγκίπισσα το έπιασε στοργικά και με μεγάλη προσοχή το έβαλε πίσω στη φωλιά του.

  ''Ο Θεός να σε ευλογεί'' είπε το πουλί. '' Να είσαι σίγουρη ότι θα το πω στον αφέντη μου''.

  ''Ποιος είναι ο αφέντης σου;'' ρώτησε η πριγκίπισσα με περιέργεια.

 ''Περίμενε  και θα δεις '' της είπε το πουλάκι.

  Την άλλη μέρα η δεύτερη αδελφή συνάντησε στο δάσος ένα πληγωμένο ελάφι. 

''Το πόδι μου πιάστηκε σε μια παγίδα και δεν μπορώ να κουνηθώ''είπε το καημένο το ζώο κλαίγοντας από τον πόνο.

 Μόλις το άκουσε αυτό η πριγκίπισσα πήγε πίσω στο κάστρο να βρε ένα ψαλίδι. Με αυτό άνοιξε την παγίδα και ελευθέρωσε το πόδι του ζώου.

 ''Ο Θεός να σε ευλογεί'' είπε το ελάφι μόλις η πριγκίπισσα ελευθέρωσε την παγίδα
  ''Να είσαι σίγουρη ότι θα το πω στον αφέντη μου''
.
  ''Ποιος είναι ο αφέντης σου;'' ρώτησε η κοπέλα.

  ''Περίμενε και θα δεις'' της απάντησε το ελάφι.

 Την επόμενη μέρα η μικρότερη αδελφή πήγε βόλτα στο δάσος και εκεί συνάντησε ένα λιοντάρι.
  Αμέσως άρχισε να του μιλάει χωρίς να το φοβηθεί καθόλου. Τότε το λιοντάρι εμπιστεύτηκε στην πριγκίπισσα κάτι που το βασάνιζε.

  ''Πριν από  μερικές μέρες η χαίτη μου πιάστηκε σε ένα θάμνο  από τσουκνίδες.  Από τότε δεν έχω ηρεμήσει καθόλου. Έχω συνέχεια φαγούρα και δεν μπορώ να κοιμηθώ''.

  Χωρίς να χάσει καιρό η πριγκίπισσα πήγε πίσω στο κάστρο, πήρε την πιο καλή της χτένα για να χτενίσει τη χαίτη του λιονταριού. Σιγά σιγά κατάφερε να ξεμπλέξει τα μαλλιά του και να βγάλει όλες τις τσουκνίδες που του προκαλούσαν φαγούρα.

  ''Ο Θεός να σ'ευλογεί'', είπε το λιοντάρι. ''Να είσαι σίγουρη ότι θα το πω στον αφέντη μου''.

  Το κορίτσι ήταν έτοιμο να ρωτήσει ποιος ήταν αυτός ο αφέντης αλλά το λιοντάρι είχε ήδη φύγει μακριά.
  Την επομένη μέρα έφτασαν στο κάστρο τρία πακέτα, ένα για κάθε πριγκίπισσα.

  Στο πρώτο οι τρεις κοπέλες βρήκαν μια φωλιά κεντημένη με ασημένια στολίδια. Στο δεύτερο υπήρχε ένα ντελικάτο ψαλιδάκι φτιαγμένο από κοράλλια και στο τρίτο μια χτένα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια και διαμάντια.

  Ύστερα από λίγο κάποιος χτύπησε την πόρτα. Τα τρία κορίτσια πήγαν να ανοίξουν και έκπληκτα είδαν να στέκουν μπροστά τους τρεις γοητευτικοί πρίγκιπες
.
  Ο πρώτος είχε δίπλα του ένα λιοντάρι, ο δεύτερος ήταν καβάλα σε ένα ελάφι και ο τρίτος είχε στον ώμο του ένα σπίνο, που κελαηδούσε χαρωπά.

  Οι πριγκίπισσες αναγνώρισαν αμέσως τα τρία ζωάκια που είχαν βοηθήσει και κατάλαβαν ότι οι τρεις πρίγκιπες ήταν οι αφέντες τους.

  'Είμαστε εδώ για να σας ζητήσουμε σε γάμο '' είπαν αυτοί.''Τα δώρα που σας στείλαμε είναι τα δώρα των αρραβώνων μας. Οι αγαπημένοι μας φίλοι μας είπαν ότι τους βοηθήσατε όταν είχαν ανάγκη. Έτσι και εμείς αποφασίσαμε ότι δεν θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερες συζύγους από εσάς που είστε τόσο ευσπλαχνικές με τα ζώα''.

 Οι πριγκίπισσες είχαν μείνει με το στόμα ανοικτό από την έκπληξη και ένιωθαν βέβαια πολύ ευτυχισμένες. Ύστερα από τους γάμους τους πήγαν και έζησαν όλοι μαζί σε ένα υπέροχο κάστρο με σκύλους, γάτες, γαϊδουράκια, χήνες και πολλά άλλα ζώα.
 Φανταστείτε ότι είχαν και μια καμηλοπάρδαλη και ένα λιοντάρι.


 Αυτές και οι πρίγκιπες έζησαν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια φροντίζοντας τα αγαπημένα τους ζώα.

Από τις ιστορίες για πριγκίπισσες του Tony Wolf
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*