Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η Ωραία Κοιμωμένη!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν μια πανέμορφη κόρη.
Όταν έφτασε ο καιρός να τη βαφτίσουν, αποφάσισαν να οργανώσουν μια μεγάλη γιορτή στο παλάτι, όπου θα καλούσαν όλους τους υπηκόους τους.
-Θέλω να καλέσω στη βάφτιση της κόρης μας και τις εφτά νεράιδες του δάσους....είπε ο βασιλιάς. Κι έτσι έγινε.
Την ημέρα της γιορτής, έστρωσαν ένα πλούσιο τραπέζι ειδικά για τις νεράιδες και πάνω του έβαλαν εφτά χρυσά σερβίτσια. Εκείνες με τη σειρά τους, έφεραν στη μικρή πριγκίπισσα τα καλύτερα τους δώρα: καλοσύνη, χάρη, ομορφιά, ευγένεια, εξυπνάδα, κομψότητα. Έμενε να δώσει το δώρο της η τελευταία νεράιδα, όταν ξαφνικά μια μαυροντυμένη μάγισσα, εμφανίστηκε στη μεγάλη σάλα του παλατιού, θυμωμένη.
-Γιατί δεν με καλέσατε κι εμένα στη γιορτή;..ρώτησε με τη βραχνή φωνή της.
Θα μετανιώσετε πικρά γι' αυτό. Ορίστε και το δώρο μου: ...όταν μεγαλώσει η πριγκίπισσα, στα δεκαεφτά  χρόνια της, θα τρυπήσει το δάχτυλο της με ένα αδράχτι και θα πεθάνει!....
Όλοι ανατρίχιασαν μόλις άκουσαν αυτές τις φοβερές κουβέντες. Αυτά είπε η μάγισσα και εξαφανίστηκε έτσι απότομα όπως ήρθε.
Τότε η έβδομη νεράιδα, μίλησε και είπε:
-Δεν έχω δώσει ακόμα το δώρο μου στην πριγκίπισσα....Δυστυχώς δεν μπορώ να λύσω τα μάγια, σας υπόσχομαι όμως, ότι η πριγκίπισσα δεν θα πεθάνει. Θα κοιμηθεί για εκατό χρόνια,  ώσπου ένας πρίγκιπας θα την  ξυπνήσει. Αυτό είναι το δικό μου δώρο!....

Ο βασιλιάς ωστόσο για να προστατέψει την μονάκριβη κόρη του, έδωσε διαταγή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο. Έτσι κι έγινε. Σε λίγο δεν υπήρχε πουθενά ούτε ένα αδράχτι. 

Τα χρόνια περνούσαν και η πριγκίπισσα μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, πιο καλή και γελαστή. Όλοι τη λάτρευαν. 
Η ημέρα που θα γινόταν δεκαεπτά χρόνων, ήταν μια βροχερή μέρα, και στο παλάτι όλοι ασχολιόνταν με τις ετοιμασίες των γενεθλίων της. 
Η πριγκίπισσα μη έχοντας τι να κάνει, αποφάσισε να εξερευνήσει το παλάτι.
-Έχει τόσα δωμάτια αυτό το παλάτι πάνω από χίλια. Δεν τα έχω δει ποτέ όλα. Είναι ευκαιρία σήμερα που δεν έχω τι να κάνω, να τα δω.
Ύστερα από λίγο τα βήματα της την έφεραν σε έναν από τους πύργους του παλατιού. Βρέθηκε έξω από την κλειστή του πόρτα την άνοιξε και μπήκε. 
Μέσα ήταν μια γριά, πού ύφαινε. 
- Τι κάνεις εκεί, καλή μου γιαγιά;..ρώτησε γλυκά η πριγκίπισσα.
- Υφαίνω κορίτσι μου...απάντησε η γριά.

-Θα με μάθεις και μένα; ...παρακάλεσε η κοπέλα. Δεν έχω δει ποτέ μου να υφαίνουν. Τότε η γριά της έδειξε πώς να κρατάει ένα μυτερό εργαλείο, που δεν ήταν άλλο από ένα αδράχτι. Αλλά αμέσως μόλις το άγγιξε, τρύπησε το δάχτυλο της και σωριάστηκε στο πάτωμα αναίσθητη. 
Αμέσως η γριά άλλαξε μορφή, κι έγινε η κακιά μάγισσα που είχε καταραστεί την πριγκίπισσα. Έπειτα χάθηκε γελώντας. 
Όταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα, βρήκαν την πριγκίπισσα, άρχισαν να κλαίνε απαρηγόρητοι.
Την πήραν από τον πύργο και την ξάπλωσαν σε ένα μεγάλο κρεβάτι, στρωμένο με τα πιο όμορφα και ακριβά σεντόνια. Κι εκεί την άφησαν να κοιμάται γαλήνια.
Τα πουλιά του δάσους, είδαν την ωραία κοιμωμένη από το παράθυρο της και έτρεξαν να ειδοποιήσουν τη νεράιδα που της έδωσε το έβδομο δώρο.
-Τρέξε γρήγορα στο παλάτι καλή μας νεράιδα...της είπαν όλα μαζί...
Εκείνη αμέσως πέταξε και μαζί με τα πουλιά βρέθηκε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Βρήκε το όμορφο κορίτσι να κοιμάται ήρεμα και δίπλα της τους γονείς της να θρηνούν καθώς και ολόκληρο το παλάτι .
-Μη κλαίτε... τους είπε με την απαλή φωνή της...η πριγκίπισσα δεν έχει πεθάνει, απλώς κοιμάται..
Έπειτα σήκωσε ψηλά το μαγικό της ραβδί και είπε:
-Φύλλα, κορμοί και κλαδιά αγκαλιάστε αυτό το παλάτι μαγικά. Προστατέψετε το κορίτσι και αυτούς που αγαπά για να κοιμούνται ήρεμα για χρόνια πολλά. 
Έπειτα κούνησε το ραβδί της κι αμέσως όλοι, ο βασιλιάς και η βασίλισσα, και όσοι βρίσκονταν στο παλάτι και στο βασίλειο γύρω, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Τα κλαδιά των δέντρων μεγάλωσαν και αγκάλιασαν τους πύργους και τους τοίχους δημιουργώντας έναν αδιαπέραστο φράκτη.
Πέρασαν εκατό χρόνια, και μια μέρα ένας πρίγκιπας βρέθηκε τυχαία κοντά στο δάσος που έκρυβε το μαγεμένο παλάτι. Ψάχνοντας για το θήραμα του, άρχισε να προχωράει μέσα στα πυκνά δέντρα παρότι οι συνοδοί του του τον προέτρεπαν να μη το κάνει. 
Σε λίγο του φάνηκε ότι διέκρινε κάτι που έμοιαζε με πύργο.
-Μα τι είναι αυτό; ...αναρωτήθηκε...Μοιάζει με πύργο, τι περίεργο αλήθεια!....σκέφτηκε, και αμέσως κίνησε για να ερευνήσει καλύτερα.
Με κόπο ο γενναίος πρίγκιπας κατάφερε να περάσει ανάμεσα από τα κλαδιά και να βρει το δρόμο που τον έφερε μπροστά στον μαγεμένο πύργο.
-Τι ήσυχα που είναι όλα....μονολόγησε...και ένοιωσε μια ανατριχίλα, ωστόσο συνέχισε και μπήκε μέσα στο παλάτι. Προχώρησε στους διαδρόμους και έφτασε μπροστά σε ακίνητους ανθρώπους που στέκονταν έξω από μια πόρτα σαν να κοιμούνται. 
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Τότε είδε μια πανέμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κλειστά μάτια. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της και αυθόρμητα πλησίασε, έσκυψε και τη φίλησε.
Ξαφνικά η κοπέλα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της ζαλισμένη ακόμα.
Ο πρίγκιπας της χαμογέλασε και τη φίλησε ξανά. 
Τα κλαδιά των δέντρων άρχισαν να μικραίνουν ξανά, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα πουλιά να γυρίζουν πίσω, και να αρχίζουν να κελαηδούν και οι πάντες να ξυπνάνε από τον βαθύ τους ύπνο.
Το βασίλειο έπαιρνε ζωή πάλι!
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έκλαιγαν από τη χαρά τους, και εξήγησαν με ευγνωμοσύνη την ιστορία τους. 
Ο πρίγκιπας τότε τους είπε ότι μαγεύτηκε από την ομορφιά της κόρης τους, την αγάπησε με την πρώτη ματιά και θα ήθελε πολύ να την κάνει γυναίκα του.
Τότε ετοιμάστηκε στη στιγμή ένα γλέντι που ολόκληρο το βασίλειο δεν είχε ξαναδεί όμοιο του.
Παραβρέθηκε και η νεράιδα που τόσο είχε βοηθήσει!
Και όλοι γιόρτασαν τους αρραβώνες της πριγκίπισσας τους με το όμορφο βασιλόπουλο, ξέροντας ότι σύντομα θα ακολουθούσε και ένας υπέροχος ευτυχισμένος γάμος.
Από τότε έζησαν όλοι πολύ ευτυχισμένοι στο βασίλειο αυτό!

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ο γενναίος ραφτάκος!!!

Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: 
-Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα... 
Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: 
-Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου... φώναξε.



Η χωριάτισσα ανέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια προς την πόρτα του ράφτη λαχανιασμένη. Ο ραφτάκος ζήτησε να δει το σύνολο της πραμάτειας και άνοιξε τα καπάκια από όλες τις κατσαρόλες που κουβαλούσε η γυναίκα. Έλεγξε μία προς μία της κατσαρόλες, τις σήκωσε ως την μύτη του, τις μύρισε ώσπου κατέληξε: 
-Η μαρμελάδα σας μου φαίνεται καλή, βάλτε μου 80 γραμμάρια. Ακόμα και ένα δέκατο του κιλού να μου βάλετε δεν θα με πειράξει καθόλου!»

Η αγρότισσα είχε ελπίσει ότι θα έκανε μια καλή πώληση. Έτσι έδωσε στον ραφτάκο την μαρμελάδα που ζήτησε, δεν έκρυψε όμως την δυσφορία της και έφυγε μουρμουρίζοντας
-Αυτή η μαρμελάδα θα πρέπει να είναι ευλογημένη από τον Θεό... φώναξε περίχαρος ο ραφτάκος,..  θα μου δώσει δύναμη και υγεία .
 Πετάχτηκε στο ντουλάπι, έβγαλε το ψωμί, έκοψε μια μεγάλη φέτα την οποία και επάλειψε με την μαρμελάδα την οποία είχε μόλις αγοράσει.
 -Δεν θα είναι κακή... μονολόγησε,..  αλλά πρώτα θα τελειώσω το γιλέκο που ράβω πριν ρίξω την πρώτη δαγκωνιά .

Έβαλε το ψωμί δίπλα του και από την χαρά του έκανε όλο και μεγαλύτερες βελονιές. Ωστόσο η γλυκιά μυρωδιά της μαρμελάδας ανέβαινε προς την οροφή όπου πετούσε ένα σμήνος μύγες. Οι μύγες εφορμούσαν κατά κύματα προς τη μαρμελάδα.
 -Έϊ...ποιος σας κάλεσε εσάς;... φώναξε ο ραφτάκος και έδιωχνε τις μύγες.
 Οι μύγες όμως δεν καταλάβαιναν κουβέντα από όσα τους έλεγε ο ραφτάκος και επέστρεφαν αμέσως μετά με όλο και μεγαλύτερη παρέα. Τελικά ο ραφτάκος εξοργίστηκε τόσο πολύ που βγήκε εκτός εαυτού. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη του και άρχισε να κυνηγάει τις μύγες με μανία. Φλάπ χτυπάει με το μαντίλι του και όταν το σήκωσε μέτρησε -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 7 μύγες.



-Πω πω τι φοβερός που είμαι.. είπε με αυτοθαυμασμό... όλη η πόλη θα πρέπει να το μάθει . 
Το είπε και το έκανε. Γρήγορα, γρήγορα έκοψε μία ζώνη και έραψε πάνω της με τεράστια γράμματα: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΈΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ».
-Ποια πόλη, όλη η χώρα πρέπει να το μάθει... συνέχισε να μονολογεί ενθουσιασμένος και η καρδιά του χτυπούσε γεμάτη ενθουσιασμό. Ήταν βέβαιο πως αυτό το ταπεινό εργαστήριο  δεν ήταν ικανό να στεγάσει τέτοιον ηρωισμό. Ο ραφτάκος έδεσε την ζώνη γύρω από την μέση του, κοντοστάθηκε στην πόρτα και κοίταξε γύρω του. Ήθελε να πάρει μαζί του ότι θα του ήταν χρήσιμο για να εξορμήσει στον κόσμο. Ωστόσο δεν βρήκε τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι τυρί το οποίο και έβαλε στην τσάντα του. Μπροστά στην πόρτα είδε ένα πουλί το οποίο είχε μπλεχτεί στους θάμνους. Το πήρε και το έβαλε και αυτό στην τσάντα μαζί με το τυρί.
Έτσι πήρε δρόμο και άφησε δρόμο, και καθώς ήταν ευκίνητος και εργατικός δεν αισθάνθηκε καμία κούραση. Έφτασε σε ένα βουνό. Όταν  λοιπόν ανέβηκε στην ψηλότερη κορυφή του,  είδε να κάθεται ένας γίγαντας, ο οποίος κοιτούσε υπερήφανα τι γίνεται τριγύρω. Ο ραφτάκος τον πλησίασε εγκάρδια και του λέει:
-Καλημέρα φίλε, σε βλέπω ότι κάθεσαι και παρατηρείς τον κόσμο άσκοπα. Εγώ αντιθέτως ξεκίνησα για να γνωρίσω τον κόσμο από κοντά και αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου και να με συντροφέψεις .

Ο γίγαντας έριξε μια περιφρονητική ματιά στον ραφτάκο και του  αποκρίνεται:
 -Είσαι απατεώνας, και παλιοχαρακτήρας.
-Αυτό ήταν.. απαντά ο ραφτάκος, λύνει την ζώνη του και την κραδαίνει με τα δύο του χέρια λέγοντας... να εδώ μπορείς να διαβάσεις τι τρομερός άντρας που είμαι! ...
Ο γίγαντας διάβασε «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ» και πίστεψε ότι ο ραφτάκος είχε αποτελειώσει εφτά ανθρώπους με τη μία. Έτσι αισθάνθηκε κάποιο δέος για τον πιτσιρίκο, θεώρησε όμως σκόπιμο να τον δοκιμάσει για καλό και για κακό. Έτσι πήρε μία πέτρα στο χέρι του και την ζούλισε με τόση δύναμη ώστε η πέτρα έβγαλε νερό!

-Αν μπορείς, κάνε και εσύ το ίδιο αφού είσαι τόσο δυνατός... είπε ο γίγαντας.
-Μόνο αυτό;.. απάντησε ο ραφτάκος. Κάτι τέτοια είναι παιχνιδάκια για μένα... είπε και έβαλε το χέρι του στην τσάντα πιάνοντας το τυρί. Ζούλισε το τυρί το οποίο και αμέσως έτρεξαν τα ζουμιά του. 
-Τα βλέπεις;.. λέει στο γίγαντα..  νομίζω ότι τα κατάφερα καλύτερα από σένα!...
Ο γίγαντας έχασε τα λόγια του και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο μικρούλης τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Τότε πήρε μια πέτρα και την πέταξε τόσο ψιλά ως που να μη φαίνεται πια με το μάτι.
-Λοιπόν ανθρωπάκο κάνε και εσύ το ίδιο αν μπορείς.
-Καλά την πέταξες.. απαντάει ο ραφτάκος,.. ωστόσο η πέτρα σου τελικά έπεσε και πάλι στο έδαφος. Εγώ θα ρίξω μια πέτρα η οποία δεν θα ξαναπέσει κάτω. Έπιασε στην τσάντα του, πήρε το πουλάκι και το πέταξε στον αέρα. Το πουλί γεμάτο χαρά με την απρόσμενη ελευθερία του πέταξε γρήγορα με ταχύτητα ψηλά και δεν ξαναγύρισε. 
-Πως σου φάνηκε αυτό φίλε;.. ρώτησε ο ραφτάκος.
-Από ότι φαίνεται ξέρεις να ρίχνεις αντικείμενα μακριά.. ανταπάντησε ο γίγαντας.. αλλά για να δούμε αν μπορείς και να σηκώνεις βάρη. 
Οδήγησε τον ραφτάκο σε μία τεράστια βελανιδιά η οποία βρισκόταν κομμένη στο έδαφος. 
-Αν είσαι τόσο δυνατός τότε βοήθησε με να κουβαλήσω αυτό το δέντρο και να το βγάλω έξω από το δάσος.


-Ευχαρίστως.. απάντησε ο μικρούλης..μόνο κουβάλα εσύ τον κορμό στις πλάτες σου, και εγώ θα κουβαλάω τα κλαδιά τα οποία είναι και τα βαρύτερα. 
Ο γίγαντας πήρε τον κορμό στον ώμο του, ο ραφτάκος όμως κάθισε πάνω σε ένα κλαδί. Έτσι ο γίγαντας δεν κουβαλούσε μόνο το δέντρο αλλά και τον νεαρό που είχε ξαπλώσει στα κλαδιά. Η όλη κατάσταση προκαλούσε μεγάλη ευφορία στον ραφτάκο ο οποίος όπως ήταν ξαπλωμένος σφύριζε τον ρυθμό του τραγουδιού: «τρεις ράφτες ίππευαν, και βγήκαν απ΄ την πόλη» και προσποιόταν ότι το κουβάλημα του δέντρου ήταν παιχνιδάκι. Ο γίγαντας αφού κουβάλησε το δέντρο γα αρκετό δρόμο κουράστηκε και φώναξε: 
-Κοίτα, θα πρέπει να ακουμπήσω το δέντρο στο έδαφος
Αμέσως ο ραφτάκος δίνει μια δρασκελιά στο έδαφος και αγκαλιάζει τα κλαδιά με τα δυο του χέρια σαν να κουβαλούσε το δέντρο.
 -Μα να είσαι τόσο μεγάλος και να μην καταφέρνεις να κουβαλήσεις ένα δέντρο... επέκρινε  τον γίγαντα.

Συνέχισαν να περπατάνε μαζί μέχρι που φτάσανε σε μια κερασιά. Ο γίγαντας τράβηξε με δύναμη την κορυφή του δέντρου όπου και ήταν τα ωριμότερα φρούτα και την κατέβασε ώστε να πάρει μερικά. Αμέσως έδωσε τα κλαδιά και στον ραφτάκο για να πάρει και αυτός. Ο ραφτάκος όμως ήταν πολύ αδύναμος ώστε να κρατήσει το δέντρο και ο κορμός πετάχτηκε αμέσως σε όρθια θέση συμπαρασύροντας μαζί και τον ραφτάκο. Ο ραφτάκος πετάχτηκε πάνω από το δέντρο έκανε μια τούμπα στο αέρα και έπεσε με τα δυο του πόδια στο έδαφος χωρίς να πάθει τίποτε.
 -Τι γίνεται δεν έχεις τόση δύναμη ώστε να λυγίσεις αυτό το κλαράκι; ρώτησε υποτιμητικά ο γίγαντας.

-Δεν μου λείπει η δύναμη,.. απαντάει ο μικρός.. πιστεύεις ότι αυτό θα ήταν πρόβλημα για κάποιον ο οποίος κατάφερε επτά με ένα χτύπημα; Απλώς πήδηξα πάνω από το δέντρο γιατί άκουσα τους κυνηγούς να πυροβολούν και ήθελα να δω τι γίνεται. Αν σε βαστάει πήδα και εσύ τόσο ψηλά... 
Ο γίγαντας αμέσως πήδηξε και αυτός χωρίς όμως να κατορθώσει να υπερπηδήσει το δέντρο και σκάλωσε στα κλαδιά του. Έτσι και σε αυτή τη δοκιμασία ο μικρός φάνηκε να υπερέχει του γίγαντα.

-Αν είσαι τόσο γενναίος όσο λες, τότε γιατί δεν έρχεσαι να κοιμηθείς το βράδυ στην σπηλιά μας;..
 Ο ραφτάκος δεν φοβήθηκε καθόλου και ακολούθησε τον γίγαντα στη σπηλιά του. Όταν έφτασαν , βρήκαν και άλλους γίγαντες που κάθονταν γύρω από την φωτιά. Κάθε γίγαντας  είχε ένα ψητό αρνί στο χέρι και έτρωγε με βουλιμία. Εδώ έχει περισσότερο κόσμο και από το εργαστήριο μου σκέφτηκε ο μικρός.

Ο γίγαντας έδειξε ένα κρεβάτι στον ραφτάκο και του πρότεινε να πέσει και να κοιμηθεί. Καθώς το κρεβάτι ήταν πολύ μεγάλο για τον ραφτάκο αυτός δεν ξάπλωσε καθόλου και πήγε να κοιμηθεί σε μία γωνία της σπηλιάς. Τα μεσάνυχτα όταν ο γίγαντας θεώρησε ότι ο νέος θα είχε πια αποκοιμηθεί για τα καλά, σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήρε μια μεγάλη σιδερένια βέργα και άρχισε να χτυπάει το κρεβάτι μέχρι που πίστεψε ότι είχε αποτελειώσει τον ραφτάκο.

Το ξημέρωμα οι γίγαντες πήγαν στο δάσος και είχαν πια ξεχάσει τελείως τον ραφτάκο όταν τον είδαν να έρχεται ευδιάθετο προς το μέρος τους . Τρομαγμένοι άρχισαν να τρέχουν  άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις φοβούμενοι ότι ο ραφτάκος ήταν αθάνατος και ερχόταν να τους εκδικηθεί και να τους σκοτώσει.
Ο ραφτάκος συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησε και περπάτησε έφτασε τελικά στην αυλή του παλατιού. Εκεί νιώθοντας μεγάλη κούραση ξάπλωσε στο χόρτο και αποκοιμήθηκε. Όσο καθόταν ξαπλωμένος μαζεύτηκαν διάφοροι περαστικοί οι οποίοι και παρατηρούσαν  από όλες τις πλευρές την ζώνη του που έγραφε: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ».

«Πω πω» μονολογούσαν, «τι ζητάει άραγε ένα ήρωας του πολέμου καταμεσής της ειρήνης. Θα πρέπει να είναι πολύ σπουδαίος κύριος». Έτσι οι πιστοί υπήκοοι πήγαν και ανέφεραν στον βασιλιά ότι ένας ήρωας είχε φτάσει και τον συμβούλευαν να μην τον αφήσει να αποχωρήσει ποτέ από το βασίλειο. Θεωρούσαν ότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμος αν ξεσπούσε κάποια στιγμή πόλεμος. Στον βασιλιά άρεσε η ιδέα και έστειλε έναν αυλικό να προτείνει στον νεαρό να μπει υπό τις προσταγές του.

Ο απεσταλμένος κάθισε πλάι στον κοιμισμένο ήρωα, περίμενε έως ότου ξυπνήσει για να του μεταφέρει  το κάλεσμα του βασιλιά.
-Ακριβώς για αυτό ήρθα» απάντησε ο ραφτάκος «είμαι έτοιμος να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον βασιλιά.
 Έτσι υποδέχτηκαν τον ήρωα μας με όλες τις τιμές και του προσέφεραν ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα στο παλάτι. Ωστόσο οι στρατηγοί του βασιλιά φοβήθηκαν ότι ο ραφτάκος θα μπορούσε να απειλήσει τη θέση τους και του εύχονταν να τσακιστεί στο πυρ το εξώτερο.

-Τι θα απογίνουμε;.. ρωτούσε ο ένας τον άλλο..αν τσακωθούμε μαζί του και αυτός αρχίσει να βαράει,.. με κάθε του γροθιά θα ξεκάνει επτά. Κανείς μας δεν πρόκειται να γλιτώσει.
 Έτσι αποφάσισαν και πήγαν όλοι μαζί στο βασιλιά και τον παρακάλεσαν να δεχτεί την παραίτηση τους:
-Δεν είμαστε ικανοί να σταθούμε πλάι σε ένα άνθρωπο ο οποίος μπορεί να ξεκάνει   επτά με ένα χτύπημα.

Ο βασιλιάς στεναχωρήθηκε καθώς για τη χάρη του ενός θα έπρεπε να χάσει όλους τους πιστούς του στρατιωτικούς και ευχόταν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ και θα έκανε το παν για να τον ξεφορτωθεί. Ωστόσο δεν τολμούσε να τον ξαποστείλει καθώς φοβόταν όταν θα ξέκανε όλους τους υπηκόους του για να του κλέψει τελικά τον θρόνο. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο βασιλιάς στο τέλος βρήκε την λύση. Έστειλε ένα αυλικό στον ραφτάκο  και  του παρήγγειλε μια και ήταν ένας ήρωας πολέμου να του κάνει μια εξυπηρέτηση. Σε ένα από τα δάση του βασιλείου του ζούσαν δύο γίγαντες οι οποίοι προκαλούσαν τεράστιες ζημιές στους υπηκόους του. Κλοπές και εμπρησμοί ήταν η καθημερινότητα τους ώστε κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει με ασφάλεια την περιοχή τους. Αν κατόρθωνε να εξοντώσει αυτούς τους δύο γίγαντες θα του έδινε τη μοναχοκόρη του για σύζυγο και το μισό του βασίλειο για προίκα. Επίσης θα του έδινε εκατό ιππότες για να τον συνοδεύσουν στην αποστολή του.

Αυτό ήταν μια αποστολή για ένα άνδρα του βεληνεκούς του σκέφτηκε ο ραφτάκος καθώς δεν θα του προσφερόταν κάθε μέρα μία πριγκίπισσα και το μισό βασίλειο.
-Ναι βέβαια... απάντησε τους γίγαντες θα τους δαμάσω και τους εκατό ιππότες δεν τους έχω ανάγκη. Όποιος μπορεί να πετύχει επτά με ένα χτύπημα δεν έχει να φοβηθεί από δύο.

Ο ραφτάκος έφυγε από το παλάτι και οι εκατό ιππότες τον ακολούθησαν. Μόλις έφτασε στις παρυφές του δάσους ζήτησε από τους συνοδούς του να τον περιμένουν
 -Τους γίγαντες θα τους κανονίσω μόνος μου... τους ανακοίνωσε. 
Μετά μπήκε στο δάσος και προσεκτικά κοιτούσε μια δεξιά και μία αριστερά καθώς προχωρούσε. Τελικά εντόπισε τους γίγαντες να κοιμούνται και να ροχαλίζουν κάτω από ένα δέντρο. Κοντοστάθηκε και τους παρατηρούσε. Τελικά γέμισε προσεκτικά τις τσέπες του με πέτρες και ανέβηκε στο δέντρο πάνω από τους γίγαντες. Ανέβηκε μέχρι τη μέση του δέντρου και κάθισε ακριβώς πάνω από του γίγαντες. Αμέσως άρχισε να αφήνει τις πέτρες του να πέφτουν στο στήθος του ενός γίγαντα. Αρχικά ο γίγαντας δεν έδειξε να ενοχλείτε τελικά όμως ξύπνησε και άρχισε να σπρώχνει τον σύντροφο του:
 -Τι θέλεις και με χτυπάς;.. τον ρώτησε τσαντισμένος.

-Ονειρεύεσαι;.. απαντά ο άλλος ..δεν σε χτυπάω.
Έπεσαν και πάλι να κοιμηθούνε όταν ο ράφτης έριξε μια πέτρα στον δεύτερο γίγαντα.
-Τι θέλεις.. φωνάζει στον πρώτο.. γιατί μου πετάς πέτρες;
-Δεν σου πετάω τίποτα.. απάντησε εξοργισμένος ο πρώτος.
Τσακώθηκαν για λίγη ώρα , αλλά καθώς ήταν και οι δύο αρκετά κουρασμένοι έδωσαν τόπο στην οργή και έπεσαν να ξανακοιμηθούν. Ο ραφτάκος ωστόσο δεν είχε τελειώσει με το παιχνίδι του. Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα και την έριξε με όλη του τη δύναμη στο στήθος του πρώτου γίγαντα.

-Αυτό πάει πολύ.. φώναξε και άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελός και κοπανούσε τον σύντροφό του με τόση δύναμη που το δέντρο που βρισκόταν ο ραφτάκος έτρεμε ολόκληρο. Ο άλλος γίγαντας ξεπλήρωσε τα χτυπήματα με τον ίδιο τρόπο. Τόσο μεγάλη ήταν η οργή τους ώστε ξερίζωναν δέντρα και χτυπούσε ο ένας τον άλλο. Τόση ήταν η μανία τους που τελικά έπεσαν ταυτόχρονα και οι δύο νεκροί. Τότε ο ραφτάκος κατέβηκε από την κρυψώνα του.
-Τελικά είμαι πολύ τυχερός που δεν ξερίζωσαν και το δικό μου δέντρο ... μονολογούσε  αλλιώς θα έπρεπε να πηδήξω σαν τη νυφίτσα σε ένα άλλο δέντρο. 
Τράβηξε το σπαθί του και το έμπηξε με δύναμη μια στον ένα γίγαντα και μια στον άλλο. Τελικά βγήκε από το δάσος και απευθύνθηκε στους ιππότες του.
 -Έγινε η δουλειά, τους ξέκανα και τους δύο. Τελικά δυσκολεύτηκα κάπως, καθώς ξερίζωσαν μέχρι και δέντρα για να αμυνθούν. Ωστόσο και αυτό δεν θα μπορούσε να τους βοηθήσει απέναντι σε κάποιον που πετυχαίνει επτά με ένα χτύπημα.
-Μα εσείς δεν έχετε καν τραυματιστεί .. παρατήρησαν δύσπιστοι οι ιππότες.
-Φυσικά και δεν έχω τραυματιστεί.. απάντησε ..ούτε τρίχα από την κεφαλή μου δεν ακούμπησαν.
Οι ιππότες δεν πίστεψαν κουβέντα από όσα τους είπε ο ραφτάκος, καβάλησαν τα άλογα τους και μπήκαν στο δάσος. Εκεί βρήκαν τους γίγαντες σε μία λίμνη αίματος ο καθένας και γύρω τους ήταν τα ξεριζωμένα δέντρα.



Ο ραφτάκος ζήτησε από τον  βασιλιά την ανταμοιβή που του είχε υποσχεθεί. Ο βασιλιάς όμως μετάνιωσε για την υπόσχεση του και έκανε νέες σκέψεις για το πώς θα μπορούσε να ξεφορτωθεί τον ήρωα.
-Πριν σου δώσω το μισό μου βασίλειο και την κόρη μου για σύζυγο, θα πρέπει να αποδείξεις τον ηρωισμό σου για μία ακόμη φορά» απάντησε ο βασιλιάς..  Στο δάσος κυκλοφορεί ένας μονόκερος ίππος ο οποίος προκαλεί τεράστιες ζημιές. Αυτόν το μονόκερο πρέπει να πιάσεις ζωντανό!
-Αυτόν τον μονόκερο τον φοβάμαι ακόμη λιγότερο και από ότι τους δύο γίγαντες. Μη ξεχνάτε ότι εγώ είμαι αυτός που κατάφερε επτά με ένα χτύπημα. 
Πήρε λοιπόν ένα σχοινί και ένα τσεκούρι, έφτασε στο δάσος και ζήτησε στους ιππότες που τον συνόδευαν να τον περιμένουν. Δεν χρειάστηκε να ψάξει για πολύ, ο μονόκερος τον εντόπισε και όρμησε κατά πάνω του για να τον τρυπήσει με το κέρατο του. «Για δες, για δες» μονολόγησε ο ραφτάκος «τόσο γρήγορα δεν θα μπορέσεις να με ξεκάνεις». Έτσι ο ραφτάκος στάθηκε ακίνητος απέναντι από το ζώο μέχρι που το ζώο τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Αμέσως ο ραφτάκος έδωσε μια δρασκελιά και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Ο μονόκερος έπεσε με όλη του τη δύναμη πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα το κέρατο του να σφηνώσει στον κορμό του δέντρου. Τόσο δυνατή ήταν η πρόσκρουση που ο μονόκερος δεν είχε αρκετή δύναμη ώστε να τραβήξει το κέρατο από το δέντρο και να απελευθερωθεί. «Το πιάσαμε το πουλάκι» είπε ο ραφτάκος καθώς ξεπρόβαλε πίσω από το δέντρο. Αμέσως έφτιαξε μια θηλιά με το σχοινί που είχε πάρει μαζί του και την πέρασε από τον λαιμό του μονόκερου. Μετά απελευθέρωσε με το τσεκούρι το κέρατο του ζώου και οδήγησε το ζώο στον βασιλιά.



Ο βασιλιάς ζήτησε και μία τρίτη δοκιμασία πριν εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Ζήτησε από τον ραφτάκο να πάει στο δάσος και να πιάσει ένα αγριογούρουνο που προκαλούσε μεγάλες ζημιές. Μάλιστα έστειλε μαζί του κυνηγούς για να τον βοηθήσουν.
 -Ευχαρίστως.. απάντησε ο ραφτάκος ..αυτό είναι παιχνιδάκι.
Τους κυνηγούς τους άφησε στις παρυφές του δάσους. Από ότι φάνηκε οι κυνηγοί ήταν ικανοποιημένοι με αυτή την εξέλιξη, καθώς ήδη αρκετές φορές είχαν συναντήσει το ζώο στο δάσος και δεν ήθελαν να το ξαναβρούν μπροστά τους.

Μόλις το αγριογούρουνο είδε τον ράφτη όρμησε κατά πάνω του. Από το στόμα του έτρεχαν αφροί και κράδαινε τα δόντια του προσπαθώντας να τον ρίξει καταγής. Ο ήρωας μας όμως πήδηξε γρήγορα-γρήγορα και μπήκε σε ένα εκκλησάκι που ήταν εκεί κοντά και αμέσως με ένα πήδημα πήδηξε έξω από το παράθυρο. Το γουρούνι τον είχε ακολουθήσει και μπήκε και αυτό στο εκκλησάκι. Ο ράφτης που ήταν ήδη έξω πήγε από πίσω και έκλεισε την πόρτα. Το ζώο ήταν πολύ βαρύ για να μπορέσει να πηδήξει και να βγει από το παράθυρο. Τότε ο ραφτάκος πήγε και φώναξε τους κυνηγούς για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το φυλακισμένο ζώο. Ο ίδιος ο ράφτης πήγε στον βασιλιά και αυτός ήθελε δεν ήθελε έπρεπε πλέον να τηρήσει την υπόσχεση του και έδωσε την κόρη του και το μισό βασίλειο στο ραφτάκο. Αν ήξερε ότι μπροστά του στεκόταν ένας ράφτης και όχι ένας ήρωας πολέμου τότε ο βασιλιάς θα στενοχωριόταν ακόμη περισσότερο. Έτσι ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και ο ήρωας μας έγινε από ραφτάκος βασιλιάς. Ο βασιλιάς και η κόρη του ωστόσο δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με αυτή την εξέλιξη.
Αφού πέρασε λίγος καιρός η νέα βασίλισσα άκουσε τον σύζυγό της να παραμιλάει στον ύπνο του: «Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι». Εκεί συνειδητοποίησε από πού κρατούσε η σκούφια του νέου βασιλιά και συζύγου της. Την άλλη μέρα πήγε με παράπονο στον πατέρα της να του αφηγηθεί τον καημό της και του ζήτησε να την απαλλάξει από τον σύζυγο της. «Ο άντρας που μου έδωσες όχι μόνο δεν είναι γαλαζοαίματος, του είπε.. αλλά ένας ταπεινός ράφτης.
Ο βασιλιάς την παρηγόρησε και απάντησε:
 -Άσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοιχτή σήμερα το βράδυ και οι υπηρέτες μου θα τον πιάσουν, θα τον δέσουν και θα τον στείλουν με ένα πλοίο στην άλλη άκρη του κόσμου! Η βασίλισσα δέχτηκε τα λόγια του πατέρα της με χαρά, αλλά ο υπασπιστής του βασιλιά που τα είχε ακούσει όλα, έτρεξε στον νέο βασιλιά και του μαρτύρησε τα πάντα.
Το βράδυ ο ραφτάκος έπεσε να κοιμηθεί την συνηθισμένη ώρα μαζί με τη γυναίκα του. Όταν η βασίλισσα πίστεψε ότι κοιμόταν, σηκώθηκε να ανοίξει την πόρτα και ξάπλωσε ξανά. Ο ραφτάκος που απλώς προσποιούνταν ότι είχε κοιμηθεί άρχισε να φωνάζει δυνατά: 
-Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι. Εγώ που πέτυχα επτά με ένα χτύπημα, σκότωσα δύο γίγαντες, απήγαγα έναν μονόκερο και έπιασα ένα αγριογούρουνο, πιστεύεις ότι θα μπορούσα να φοβηθώ αυτούς που στέκονται έξω από το δωμάτιο μου;
Οι υπηρέτες όταν άκουσαν τον ράφτη να λέει αυτά τα λόγια, κυριεύτηκαν από φόβο, το έβαλαν στα πόδια σαν να τους κυνηγούσε ολόκληρο το σύμπαν και δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τον βασιλιά.
Έτσι ο ραφτάκος παρέμεινε βασιλιάς μέχρι το τέλος της ζωής του.

ένα παραμύθι των Αδελφών Γκριμ από τα http://www.paramithakia.gr/


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*