Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η Ωραία Κοιμωμένη!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν μια πανέμορφη κόρη.
Όταν έφτασε ο καιρός να τη βαφτίσουν, αποφάσισαν να οργανώσουν μια μεγάλη γιορτή στο παλάτι, όπου θα καλούσαν όλους τους υπηκόους τους.
-Θέλω να καλέσω στη βάφτιση της κόρης μας και τις εφτά νεράιδες του δάσους....είπε ο βασιλιάς. Κι έτσι έγινε.
Την ημέρα της γιορτής, έστρωσαν ένα πλούσιο τραπέζι ειδικά για τις νεράιδες και πάνω του έβαλαν εφτά χρυσά σερβίτσια. Εκείνες με τη σειρά τους, έφεραν στη μικρή πριγκίπισσα τα καλύτερα τους δώρα: καλοσύνη, χάρη, ομορφιά, ευγένεια, εξυπνάδα, κομψότητα. Έμενε να δώσει το δώρο της η τελευταία νεράιδα, όταν ξαφνικά μια μαυροντυμένη μάγισσα, εμφανίστηκε στη μεγάλη σάλα του παλατιού, θυμωμένη.
-Γιατί δεν με καλέσατε κι εμένα στη γιορτή;..ρώτησε με τη βραχνή φωνή της.
Θα μετανιώσετε πικρά γι' αυτό. Ορίστε και το δώρο μου: ...όταν μεγαλώσει η πριγκίπισσα, στα δεκαεφτά  χρόνια της, θα τρυπήσει το δάχτυλο της με ένα αδράχτι και θα πεθάνει!....
Όλοι ανατρίχιασαν μόλις άκουσαν αυτές τις φοβερές κουβέντες. Αυτά είπε η μάγισσα και εξαφανίστηκε έτσι απότομα όπως ήρθε.
Τότε η έβδομη νεράιδα, μίλησε και είπε:
-Δεν έχω δώσει ακόμα το δώρο μου στην πριγκίπισσα....Δυστυχώς δεν μπορώ να λύσω τα μάγια, σας υπόσχομαι όμως, ότι η πριγκίπισσα δεν θα πεθάνει. Θα κοιμηθεί για εκατό χρόνια,  ώσπου ένας πρίγκιπας θα την  ξυπνήσει. Αυτό είναι το δικό μου δώρο!....

Ο βασιλιάς ωστόσο για να προστατέψει την μονάκριβη κόρη του, έδωσε διαταγή να καταστραφούν όλα τα αδράχτια στο βασίλειο. Έτσι κι έγινε. Σε λίγο δεν υπήρχε πουθενά ούτε ένα αδράχτι. 

Τα χρόνια περνούσαν και η πριγκίπισσα μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, πιο καλή και γελαστή. Όλοι τη λάτρευαν. 
Η ημέρα που θα γινόταν δεκαεπτά χρόνων, ήταν μια βροχερή μέρα, και στο παλάτι όλοι ασχολιόνταν με τις ετοιμασίες των γενεθλίων της. 
Η πριγκίπισσα μη έχοντας τι να κάνει, αποφάσισε να εξερευνήσει το παλάτι.
-Έχει τόσα δωμάτια αυτό το παλάτι πάνω από χίλια. Δεν τα έχω δει ποτέ όλα. Είναι ευκαιρία σήμερα που δεν έχω τι να κάνω, να τα δω.
Ύστερα από λίγο τα βήματα της την έφεραν σε έναν από τους πύργους του παλατιού. Βρέθηκε έξω από την κλειστή του πόρτα την άνοιξε και μπήκε. 
Μέσα ήταν μια γριά, πού ύφαινε. 
- Τι κάνεις εκεί, καλή μου γιαγιά;..ρώτησε γλυκά η πριγκίπισσα.
- Υφαίνω κορίτσι μου...απάντησε η γριά.

-Θα με μάθεις και μένα; ...παρακάλεσε η κοπέλα. Δεν έχω δει ποτέ μου να υφαίνουν. Τότε η γριά της έδειξε πώς να κρατάει ένα μυτερό εργαλείο, που δεν ήταν άλλο από ένα αδράχτι. Αλλά αμέσως μόλις το άγγιξε, τρύπησε το δάχτυλο της και σωριάστηκε στο πάτωμα αναίσθητη. 
Αμέσως η γριά άλλαξε μορφή, κι έγινε η κακιά μάγισσα που είχε καταραστεί την πριγκίπισσα. Έπειτα χάθηκε γελώντας. 
Όταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα, βρήκαν την πριγκίπισσα, άρχισαν να κλαίνε απαρηγόρητοι.
Την πήραν από τον πύργο και την ξάπλωσαν σε ένα μεγάλο κρεβάτι, στρωμένο με τα πιο όμορφα και ακριβά σεντόνια. Κι εκεί την άφησαν να κοιμάται γαλήνια.
Τα πουλιά του δάσους, είδαν την ωραία κοιμωμένη από το παράθυρο της και έτρεξαν να ειδοποιήσουν τη νεράιδα που της έδωσε το έβδομο δώρο.
-Τρέξε γρήγορα στο παλάτι καλή μας νεράιδα...της είπαν όλα μαζί...
Εκείνη αμέσως πέταξε και μαζί με τα πουλιά βρέθηκε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Βρήκε το όμορφο κορίτσι να κοιμάται ήρεμα και δίπλα της τους γονείς της να θρηνούν καθώς και ολόκληρο το παλάτι .
-Μη κλαίτε... τους είπε με την απαλή φωνή της...η πριγκίπισσα δεν έχει πεθάνει, απλώς κοιμάται..
Έπειτα σήκωσε ψηλά το μαγικό της ραβδί και είπε:
-Φύλλα, κορμοί και κλαδιά αγκαλιάστε αυτό το παλάτι μαγικά. Προστατέψετε το κορίτσι και αυτούς που αγαπά για να κοιμούνται ήρεμα για χρόνια πολλά. 
Έπειτα κούνησε το ραβδί της κι αμέσως όλοι, ο βασιλιάς και η βασίλισσα, και όσοι βρίσκονταν στο παλάτι και στο βασίλειο γύρω, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Τα κλαδιά των δέντρων μεγάλωσαν και αγκάλιασαν τους πύργους και τους τοίχους δημιουργώντας έναν αδιαπέραστο φράκτη.
Πέρασαν εκατό χρόνια, και μια μέρα ένας πρίγκιπας βρέθηκε τυχαία κοντά στο δάσος που έκρυβε το μαγεμένο παλάτι. Ψάχνοντας για το θήραμα του, άρχισε να προχωράει μέσα στα πυκνά δέντρα παρότι οι συνοδοί του του τον προέτρεπαν να μη το κάνει. 
Σε λίγο του φάνηκε ότι διέκρινε κάτι που έμοιαζε με πύργο.
-Μα τι είναι αυτό; ...αναρωτήθηκε...Μοιάζει με πύργο, τι περίεργο αλήθεια!....σκέφτηκε, και αμέσως κίνησε για να ερευνήσει καλύτερα.
Με κόπο ο γενναίος πρίγκιπας κατάφερε να περάσει ανάμεσα από τα κλαδιά και να βρει το δρόμο που τον έφερε μπροστά στον μαγεμένο πύργο.
-Τι ήσυχα που είναι όλα....μονολόγησε...και ένοιωσε μια ανατριχίλα, ωστόσο συνέχισε και μπήκε μέσα στο παλάτι. Προχώρησε στους διαδρόμους και έφτασε μπροστά σε ακίνητους ανθρώπους που στέκονταν έξω από μια πόρτα σαν να κοιμούνται. 
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Τότε είδε μια πανέμορφη κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κλειστά μάτια. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της και αυθόρμητα πλησίασε, έσκυψε και τη φίλησε.
Ξαφνικά η κοπέλα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της ζαλισμένη ακόμα.
Ο πρίγκιπας της χαμογέλασε και τη φίλησε ξανά. 
Τα κλαδιά των δέντρων άρχισαν να μικραίνουν ξανά, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα πουλιά να γυρίζουν πίσω, και να αρχίζουν να κελαηδούν και οι πάντες να ξυπνάνε από τον βαθύ τους ύπνο.
Το βασίλειο έπαιρνε ζωή πάλι!
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έκλαιγαν από τη χαρά τους, και εξήγησαν με ευγνωμοσύνη την ιστορία τους. 
Ο πρίγκιπας τότε τους είπε ότι μαγεύτηκε από την ομορφιά της κόρης τους, την αγάπησε με την πρώτη ματιά και θα ήθελε πολύ να την κάνει γυναίκα του.
Τότε ετοιμάστηκε στη στιγμή ένα γλέντι που ολόκληρο το βασίλειο δεν είχε ξαναδεί όμοιο του.
Παραβρέθηκε και η νεράιδα που τόσο είχε βοηθήσει!
Και όλοι γιόρτασαν τους αρραβώνες της πριγκίπισσας τους με το όμορφο βασιλόπουλο, ξέροντας ότι σύντομα θα ακολουθούσε και ένας υπέροχος ευτυχισμένος γάμος.
Από τότε έζησαν όλοι πολύ ευτυχισμένοι στο βασίλειο αυτό!

2 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*