Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Το κοράκι που ήθελε να γίνει παγώνι!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε ένα ανήσυχο κοράκι. Μια μέρα που βαριόταν αφόρητα, αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη βόλτα, κι έτσι απομακρύνθηκε πολύ από το μέρος που ζούσε με τα άλλα κοράκια.
Κάποια στιγμή συνάντησε στο δρόμο του, δύο παγώνια.
Το κοράκι έμεινε άφωνο από την ομορφιά τους.
-Τι είστε εσείς;...τα ρώτησε μαγεμένο.
-Είμαστε παγώνια, ...απάντησε το ένα, και αμέσως άνοιξε την πολύχρωμη ουρά του.
-Τι υπέροχα φτερά!....αναφώνησε τότε το κοράκι, κοιτώντας με θλίψη τα δικά του, άσχημα κατάμαυρα φτερά.
-Πόσο ευτυχισμένα πρέπει να είναι αυτά τα πουλιά...μονολόγησε.
Από εκείνη την ημέρα δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, από εκείνα τα πουλιά.
Σκεφτόταν συνεχώς την ομορφιά τους, το όμορφο χρώμα των φτερών τους, και τη δική του ασχήμια.
Ένα πρωί που έκανε κακόκεφο μια βόλτα, ενόσω τριγυρνούσε άσκοπα, πρόσεξε ένα πολύχρωμο φτερό παγωνιού στο χώμα.
Το μάζεψε πολύ προσεκτικά και το έκρυψε στη φωλιά του.
Τις επόμενες μέρες το κοράκι μας δεν έκανε άλλη δουλειά, από το να ψάχνει συνεχώς τα πολύχρωμα φτερά.
Περνούσαν οι μέρες και σιγά-σιγά, κατόρθωσε να μαζέψει αρκετά φτερά.
Πήγε λοιπόν σε ένα δέντρο, γέμισε την ουρά του ρετσίνι, και μετά πήγε στη φωλιά του και κόλλησε τα φτερά πάνω της.
Στη συνέχεια άρχισε να περπατά καμαρωτό, πέρα-δώθε για να το θαυμάσουν τα άλλα κοράκια.
Αλλά εκείνα μόλις το είδαν, ξέσπασαν σε δυνατά κοροιδευτικά γέλια.
-Ακόμα κι αν κόλλησες στην ουρά σου, μερικά πολύχρωμα φτερά, πάλι κοράκι θα είσαι...του φώναζαν γελώντας.
Τότε το κοράκι θυμωμένο, έφυγε από κοντά τους και πήγε να βρει τα παγώνια.
Εκείνα στην αρχή, δεν του πολυέδωσαν σημασία. Νόμισαν με μια ματιά, ότι ήταν ένα από αυτά και ότι είχε χάσει τα πιο πολλά φτερά του, επειδή ίσως να είχε κάποιο πρόβλημα.
Το αποδέχτηκαν και δεν το ενόχλησαν καθόλου.
Περήφανο αυτό για την αποδοχή, προσπάθησε σε λίγο να μιμηθεί και τη φωνή των παγωνιών, όταν ανοίγουν τα φτερά της ουράς τους.
Δυστυχώς όμως η βραχνή και άχαρη κραυγή του, τρόμαξε τα παγώνια, που αμέσως κατάλαβαν την απάτη του.
Όρμησαν λοιπόν πάνω του εξαγριωμένα, του τράβηξαν με τσιμπιές όλα τα φτερά και το έδιωξαν κακήν-κακώς.
Το ματαιόδοξο κοράκι μας απέμεινε μόνο και έρημο, καθώς από εκείνη τη μέρα, το απέφευγαν και τα παγώνια αλλά και τα κοράκια.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Οι έντεκα αγριόκυκνοι!!

Αφιερωμένο στην γλυκύτατη φίλη  Ελένη, που της αρέσουν τόσο οι ωραίες ιστορίες!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε ένας καλόκαρδος βασιλιάς, που είχε έντεκα γενναίους γιους και μια πανέμορφη κόρη, την Λουίζα.
Δυστυχώς όμως, η βασίλισσα είχε πεθάνει, και ο βασιλιάς, μη θέλοντας να είναι μόνος, παντρεύτηκε ξανά.
Η καινούργια του γυναίκα όμως, ήταν μια πολύ κακιά μάγισσα και δεν αγαπούσε καθόλου τα δώδεκα παιδιά του. Την ιδιότητα της αυτή καθώς και την αντιπάθεια της, προσπαθούσε να κρατήσει κρυφή.
Ωστόσο μέσα στο διαβολικό μυαλό της, κατέστρωνε τα σχέδια της.
Και μια μέρα που ο βασιλιάς αρρώστησε βαριά, κι έπεσε στο κρεβάτι, χρησιμοποίησε τα μαγικά της και μετέτρεψε τους έντεκα γιους του, σε έντεκα αγριόκυκνους.
-Και τώρα πετάξτε μακριά,....τόσο μακριά...., που να μη σας ξαναδώ ποτέ!....τους είπε.
Πετάξτε πάνω από τις θάλασσες και τα βουνά, και μη ξαναγυρίσετε πίσω.....
Οι αγριόκυκνοι άπλωσαν τα φτερά τους, σηκώθηκαν στον ουρανό και χάθηκαν στον ορίζοντα.
Έπειτα η κακιά βασίλισσα, στράφηκε στην μονάκριβη κόρη του βασιλιά, την φόρτωσε σε ένα κάρο, και την έστειλε σε ένα απόμερο αγρόκτημα, να δουλεύει σαν υπηρέτρια των χωρικών που έμεναν εκεί, και που της ήταν πιστοί.
Το κορίτσι αγόγγυστα, έκανε όλες τις δουλειές, καθάριζε, έπλενε, ύφαινε, και περνούσε ο καιρός και τα χρόνια. Η Λουίζα μεγάλωσε και έγινε μια πανέμορφη κοπέλα, που όμως ποτέ δεν ξέχασε τα αδέλφια της και τον πατέρα της.
Μια μέρα αποφάσισε να το σκάσει, και να ψάξει να βρει τους έντεκα μαγεμένους πρίγκιπες.
-Θα τους βρω, ακόμα κι αν χρειαστεί να φτάσω στην άλλη άκρη του κόσμου...υποσχέθηκε στον εαυτό της.
Περπατούσε μήνες ολόκληρους. Τρεφόταν με φρούτα και ότι άλλο πρόχειρο μπορούσε να φτιάξει μόνη της. Διέσχισε ποτάμια, βουνά και κοιλάδες, μέχρι που ένα βράδυ, έφτασε στις όχθες ενός μεγάλου ωκεανού. Κι ενώ καθόταν στην ακτή, και σκεφτόταν με ποιο τρόπο μπορούσε να τον περάσει, άκουσε πάνω από το κεφάλι της, ένα φασαριόζικο φτεροκόπημα. Κι αμέσως μετά, είδε έντεκα ολόλευκους κύκνους να προσγειώνονται στην μαλακή άμμο και να μεταμορφώνονται σε όμορφα αρχοντόπουλα. Έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά τους. Και ήταν τόση η χαρά της που έβλεπε τα αδέλφια της μετά από τόσο καιρό.
-Όλη τη μέρα πετάμε από τόπο σε τόπο, αλλά μόλις πέσει το βράδυ, επιστρέφουμε στη γη και πέρνουμε πάλι τη μορφή μας. Μα σαν ξημερώσει ξαναγινόμαστε κύκνοι....της είπε ο μεγαλύτερος αδελφός της.
-Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;....ρώτησε η Λουίζα.
Κάποιος τρόπος θα υπάρχει για να λυθούν τα μάγια.....
-Υπάρχει ένας τρόπος, αλλά είναι οδυνηρός και δύσκολος...της είπε ο μικρότερος.
Πρέπει να μαζέψεις με γυμνά χέρια, όσο πιο πολλές τσουκνίδες μπορείς, να τις υφάνεις, και με αυτές να φτιάξεις έντεκα μανδύες. Στη συνέχεια πρέπει να ρίξεις ένα μανδύα σε κάθε κύκνο, την ώρα που πετάει, και έτσι θα λυθούν τα μάγια. Όσο όμως δουλεύεις γι' αυτό τον σκοπό, ούτε μια λέξη δεν πρέπει να ξεστομίσεις, γιατί τότε τα μάγια θα γίνουν μόνιμα, και η δουλειά και ο κόπος σου θα πάνε χαμένα.
-Η Λουίζα τους υποσχέθηκε, ότι θα κάνει αυτό που πρέπει.
Ξεκίνησε λοιπόν τη δουλειά, μαζεύοντας κάθε πρωί, υπομονετικά τα αγκαθωτά φυτά, αγνοώντας το βάσανο που ένοιωθε, και κάθε απόγευμα έως το βράδυ, ύφαινε αμίλητη.
Μια μέρα, εκεί που μάζευε τσουκνίδες αμίλητη, εμφανίστηκαν μπροστά της μερικοί κυνηγοί.
Οδηγός τους ήταν ο βασιλιάς αυτής της μακρινής χώρας, που μαγεύτηκε από την ομορφιά της κοπέλας, με το που την αντίκρυσε.
-Ποια είσαι; Δεν σε έχω ξαναδεί σε αυτά τα μέρη; Ποια είναι η πατρίδα σου;
Η Λουίζα όμως παρέμενε σιωπηλή. Τότε ο βασιλιάς που την είχε ερωτευτεί, διέταξε να την ανεβάσουν στο άλογο του, και να φορτώσουν τα πράγματα της. Την πήγε στο παλάτι, και της παραχώρησε ένα όμορφο δωμάτιο.
Παρόλες τις προσπάθειες του, δεν κατόρθωσε να την κάνει να μιλήσει.
Σκέφτηκε ότι αν την αφήσει ήσυχη, και της δώσει χρόνο να προσαρμοστεί, μπορεί να του ανοιχτεί.
Ωστόσο έβαλε και τους γιατρούς του παλατιού να την εξετάσουν, μήπως και ήταν άρρωστη και ήθελε βοήθεια, αλλά εκείνοι του απάντησαν ότι η κοπέλα ήταν μια χαρά και ίσως από φόβο να μη μιλούσε.
Περνούσαν οι μέρες και η κοπέλα δεν είπε κουβέντα σε κανέναν.
Τα βράδυα συνέχιζε να υφαίνει τις τσουκνίδες και έναν έναν μανδύα που τελείωνε να τον βάζει μέσα σε ένα μπαούλο.
Είχε σχεδόν τελειώσει και τον ενδέκατο μανδύα, όταν το ύφασμα τελείωσε.
-Πρέπει να βγω να μαζέψω τσουκνίδες,.....σκέφτηκε και κατέβηκε κρυφά στους κήπους του παλατιού.
Ωστόσο, ενώ ήδη είχε μαζέψει ένα σακί τσουκνίδες,  τις κρυφές της κινήσεις πρόσεξαν κάποιοι φρουροί, που έτρεξαν και την συνέλαβαν κατηγορώντας την για κλέφτρα, θεωρώντας ότι κινείται ύποπτα για να κλέψει τα υπάρχοντα του βασιλιά. Την έψαξαν και δεν βρήκαν πέρα από το σακί, τίποτα άλλο, και αφού την ρώτησαν πού έκρυψε όσα άρπαξε, και έφευγε κρυφά, απάντηση δεν πήραν. Επειδή έλειπε ο βασιλιάς, την φυλάκισαν σε έναν ψηλό πύργο, μαζί με τα πράγματα της, 
περιμένοντας την επιστροφή του.
Όταν επέστρεψε ο βασιλιάς, μάταια ζητούσε από τη Λουίζα να του εξηγήσει τι έκανε.
Οι σύμβουλοι του, παρά τις αντιρρήσεις του, του είπαν ότι κλεισμένη για λίγο στον πύργο θα της γίνει μάθημα, και θα βάλει μυαλό.
Σε λίγο καιρό, η κοπέλα τελείωσε και τον ενδέκατο μανδύα, με κόπο και με βάσανα.
Τις τελευταίες ημέρες, έντεκα κύκνοι περνούσαν κάθε πρωί πετώντας μπροστά από το παραθυράκι της, στον πύργο. Αλλά η κοπέλα κάθε πρωί τους κουνούσε το χέρι, και δεν έκανε καμία άλλη κίνηση.
Αυτό το πρωί, άνοιξε το παράθυρο της, και ενώ οι έντεκα κύκνοι πλησίασαν πετώντας, εκείνη πέταξε στον καθένα επάνω, κι από έναν μανδύα.
Μόλις πέταξε και τον ενδέκατο, οι ολόλευκοι κύκνοι, ένας ένας, προσγειωνόταν στον κήπο, και μεταμορφωνόταν σε ένα πανέμορφο παλικάρι  ντυμένο αρχοντικά.
Οι πάντες είχαν μείνει άφωνοι. Ο βασιλιάς ο ίδιος κατέβηκε στον κήπο, για να δει τι συμβαίνει.
Και τα έχασε, όταν έντεκα πριγκιπόπουλα του ζήτησαν να ελευθερώσει την αδελφή τους.
Ελεύθερη πια να μιλήσει η Λουίζα, διηγήθηκε στον βασιλιά όλα όσα έγιναν.
-Δεν είσαι μόνο όμορφη, είσαι και γενναία...της είπε εκείνος χαμογελώντας. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό, πως ήσουν κλέφτρα. Όμως ήμουν περίεργος, τι σήμαιναν όλα αυτά.
Τώρα σε αγαπάω περισσότερο από πριν, αφού είδα ότι για όσους αγαπάς, δεν διστάζεις να δείξεις και πίστη, και να κάνεις και θυσίες.
Λίγες μέρες αργότερα, τα αδέλφια έφτασαν στο βασίλειο τους, και κυνήγησαν την κακιά μητριά- βασίλισσα, που την έκαψαν για να μη μπορεί να βλάψει πια κανέναν.
Βρήκαν και τον πατέρα τους, που με δάκρια στα μάτια, τους είπε πώς όταν έγινε καλά, απομονώθηκε, πιστεύοντας ότι τα παιδιά του τα σκότωσε η γυναίκα που είχε παντρευτεί, και που πια δεν έκρυβε ούτε τη κακία της, ούτε τις μαγικές της ικανότητες.
΄Επειτα από λίγο καιρό, έγιναν και οι γάμοι της Λουίζας με τον αγαπημένο της και τα δύο βασίλεια στη συνέχεια έζησαν ευτυχισμένα και χαρούμενα για πολλά πολλά χρόνια.


Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Σταχτοπούτα!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια όμορφη και καλόκαρδη κοπέλα που ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με τη μητριά και τις δύο κόρες της.
Η μητέρα της είχε πεθάνει και ο πατέρας της είχε παντρευτεί αυτή δεύτερη γυναίκα που είχε δύο κόρες από τον πρώτο της γάμο.
Μια μέρα πέθανε και ο πατέρας της μικρής μας ηρωίδας, κι έτσι άρχισαν οι δυσκολίες για το κακόμοιρο κορίτσι. Η μητριά της ήταν πολύ εγωίστρια, δεν αγαπούσε καθόλου τη θετή της κόρη, και μάλιστα την ενοχλούσε η ομορφιά και η καλοσύνη της, μια και ήταν δύο στοιχεία που καμία από τις κόρες της δεν είχε.
-Αν θέλεις να μένεις εδώ, θα πρέπει να κάνεις ότι σου λέω...της έλεγε η μητριά της.
Σκούπισε τη σκάλα, πλύνε τα ρούχα, ράψε το πουκάμισο, καθάρισε τη κουζίνα να λάμπει, καθάρισε το τζάκι....
Το κορίτσι δούλευε ασταμάτητα, από το πρωί ως το βράδυ. Τα ρούχα της είχαν σκιστεί, ήταν λερωμένα και γεμάτα στάχτες. Γι' αυτό οι αδελφές της την κορόιδευαν και την φώναζαν Σταχτοπούτα.
Τα δύο κορίτσια περνούσαν την ώρα τους μπροστά στον καθρέφτη αλλάζοντας συνεχώς ρούχα, κι έτσι η Σταχτοπούτα έπρεπε συνεχώς να πλένει και να σιδερώνει.
Η καημένη προσπαθούσε να τα προλάβει όλα χωρίς να παραπονιέται.
Η μητριά της δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένη, και συνέχεια της έβαζε τις φωνές.
-Αυτό το βάζο δεν γυαλίζει πολύ, και το πάτωμα είναι γεμάτο σκόνη...
Όταν αργά το βράδυ τελείωνε τις δουλειές της, καθόταν δίπλα στο τζάκι για να ξεκουραστεί.
Και παρόλο που ήταν μόνη και την κακομεταχειρίζονταν, ποτέ δεν έδειχνε λυπημένη ή δυστυχισμένη.
-Μια μέρα θα αποκτήσω κι εγώ, πανέμορφα φορέματα και θα με προσκαλούν σε χορούς...έλεγε και ένοιωθε καλύτερα.
Καθόταν μετά ήσυχα και διάβαζε όλα τα βιβλία που της είχε αφήσει ο πατέρας της. Μοναδικοί της συντροφιά, ήταν μια γέρικη γάτα, ένα μικρό ποντικάκι κι ένα άσπρο περιστέρι που είχε φτιάξει τη φωλιά του έξω από το παράθυρο της.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα, και όταν άνοιξαν είδαν έναν άντρα με κομψή στολή και ένα φτερό στο καπέλο.
-Είμαι ο αγγελιαφόρος του βασιλιά, και έχω εντολή να καλέσω από όλα τα σπίτια,  όλες τις ελεύθερες κοπέλες του βασιλείου, στο χορό που γίνεται στο παλάτι, προς τιμήν του πρίγκιπα.
-Χορός!!....φώναξαν οι δύο κόρες...Μητέρα είμαστε καλεσμένες στο χορό του πρίγκιπα!... Πρέπει να δούμε τι θα φορέσουμε...να ετοιμαστούμε....
-Θα έρθω κι εγώ στο χορό;....τόλμησε να ρωτήσει η Σταχτοπούτα...και όλοι έβαλαν τα γέλια.
-Σκέφτομαι να φορέσω το μεταξωτό μου φόρεμα...είπε η μία αδελφή...σιδέρωσε το αμέσως...
-Όχι πρώτα θα σιδερώσει το κόκκινο το δικό μου και να ράψει τη δαντέλα στο καπέλο μου...φώναξε η άλλη.
-Θέλω μια κίτρινη κορδέλα για τα μαλλιά μου και μια μεταξωτή κάπα με λουλούδια...
-Κι εγώ θέλω ένα καινούργιο χτένισμα...γι' αυτό θα μου φτιάξεις τα μαλλιά μου μπούκλες...
Οι δύο αδελφές καβγάδιζαν και η Σταχτοπούτα έτρεχε πότε στη μία και πότε στην άλλη, κρατώντας κορδέλες και κοσμήματα.
Επιτέλους έφτασε η βραδιά του χορού και παρόλα τα φανταχτερά φορέματα και τα κοσμήματα, και οι δύο κόρες εξακολουθούσαν να είναι άχαρες και άσχημες.
Η μητριά στολισμένη κι αυτή, ανέβηκε με τις δύο της κόρες στην άμαξα για να πάνε στο χορό, λέγοντας στην Σταχτοπούτα να πλύνει και να σιδερώσει τα πάντα.
Η καημένη η κοπέλα για πρώτη φορά καθισμένη δίπλα στη πόρτα, έβαλε τα κλάματα.
-Είμαι τόσο δυστυχισμένη, κανείς δεν με αγαπάει!
Ύστερα από λίγο σηκώθηκε και βγήκε στον κήπο, για να βρει παρηγοριά στους φίλους της τα ζώα.
Εκεί που καθόταν στον κήπο και σκεφτόταν κλαίγοντας τη δυστυχία της, παρουσιάστηκε μπροστά της μια καλή νεράιδα.
-Γιατί κλαις γλυκιά μου;
-Ποια είστε;
-Είμαι η νονά σου...πες μου τώρα τι σε βασανίζει..
-Μακάρι να...μπορούσα....
-Να πας στο χορό...αυτό δεν θέλεις να πεις;...
-Ω ναι!... το θέλω τόσο πολύ
-Λοιπόν θα πας...και μάλιστα πανέμορφη...
Χρειάζομαι αυτή την κολοκύθα τη μεγάλη, τέσσερα μικρά ποντικάκια, δύο σαύρες και ένα βάτραχο..
Ωραία!....Πλησίασε την κολοκύθα που ήταν στον κήπο και την ακούμπησε με το μαγικό της ραβδί.
-Κίτρινη κολοκύθα σαν τον ήλιο χρυσή, γίνε μια λαμπρή άμαξα!
Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια της σταχτοπούτας, παρουσιάστηκε μια υπέροχη άμαξα.
Έπειτα πήρε τέσσερα ποντικάκια, που το ένα ήταν ο φίλος της Σταχτοπούτας και τα άλλα τα αδέλφια του, και ακουμπώντας τα με το ραβδί της τα μετέτρεψε σε τέσσερα περήφανα άσπρα άλογα.
Πήρε το βάτραχο που ήταν στη λιμνούλα του κήπου, και τον μετέτρεψε σε αμαξά, και τις δύο σαύρες που ήταν σε ένα δέντρο, τις έκανε με το ραβδί της δύο ευγενικούς και κομψούς υπηρέτες.
-Έτοιμη!...τώρα μπορείς να πας στο χορό!...
-Μα δεν θα με δεχτούν με αυτά τα κουρελιασμένα ρούχα και ξυπόλητη...
-Μα φυσικά.. και κουνώντας το ραβδί της, μεταμόρφωσε τα κουρέλια σε μια πανέμορφη χρυσοστόλιστη με πετράδια τουαλέτα, και στα πόδια σου θα φορέσεις αυτά τα  δύο κομψά κρυστάλινα γοβάκια που όμοια τους δεν υπάρχουν πουθενά, και είναι προσωπικό μου δώρο σε σένα, αποκλειστικά για τα δικά σου πόδια, για να με θυμάσαι.
-Πρέπει όμως να μου υποσχεθείς, ότι θα γυρίσεις πριν από τα μεσάνυχτα, γιατί ότι μάγεψα,  θα πάρει την προηγούμενη μορφή του.
-Το υπόσχομαι.. είπε χαρούμενη και ανέβηκε στην άμαξα, που τα άλογα καλπάζοντας σαν τον άνεμο την πήγαν στο παλάτι.
Όταν μπήκε στην αίθουσα χορού, η μουσική σταμάτησε και όλοι γύρισαν να κοιτάξουν την πανέμορφη κοπέλα που μόλις είχε μπει.
-Μα ποια είναι ...ρωτούσαν όλοι...
-Σίγουρα κάποια πριγκίπισσα ....
-Δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη κοπέλα...σκέφτηκε ο πρίγκιπας ..που την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά....Παίξτε ένα βαλς..έδωσε εντολή ..και πλησίασε την Σταχτοπούτα για να χορέψουν.
Η Σταχτοπούτα χόρευε όλο το βράδυ στην αγκαλιά του πρίγκιπα, ευτυχισμένη και χαρούμενη, συνεπαρμένη από εκείνον και την ομορφιά του, κι ούτε κατάλαβε ότι πλησίαζαν μεσάνυχτα.
Ξαφνικά το ρολόι του παλατιού, άρχισε να χτυπά...ΝΤΟΝΓΚ, ΝΤΟΝΓΚ, ...δώδεκα χτύποι, και η Σταχτοπούτα έτρεχε πανικόβλητη να προλάβει...
Ο πρίγκιπας τα έχασε, και τη φώναζε να γυρίσει, αλλά εκείνη έφυγε χωρίς να σταματήσει.
Στα σκαλιά γλίστρησε και της έφυγε το ένα γοβάκι από το πόδι. Πανικόβλητη όμως δεν σταμάτησε να το πάρει, γιατί την ώρα που χτύπησε το ρολόι για δωδέκατη φορά μόλις είχε φτάσει μπροστά στην άμαξα. Όλα άλλαξαν κι εκείνη έφυγε τρέχοντας με τα πόδια για το σπίτι της.
Ο πρίγκιπας μετά το πρώτο σάστισμα, έτρεξε να τη βρει, μα το μόνο που βρήκε ήταν το γοβάκι της στα σκαλιά.
Έμεινε με το γοβάκι στο χέρι, χωρίς να ξέρει ούτε το όνομα της, και χωρίς να μπορεί να τη βγάλει από τη σκέψη του!
Την άλλη μέρα βγήκε βασιλικό διάταγμα, ότι ο ίδιος ο πρίγκιπας θα γυρνούσε όλα τα σπίτια του βασιλείου και θα δοκίμαζε ένα κρυστάλινο γοβάκι στο πόδι κάθε κοπέλας που ήταν πάνω από 18 ετών. Σε αυτήν που θα έκανε ακριβώς, θα την έκανε γυναίκα του.
Σε κάθε σπίτι που δοκίμαζαν το γοβάκι, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά.
Κάποια στιγμή έφτασαν και στο σπίτι της Σταχτοπούτας. Οι δύο κόρες σπρώχνονταν να δοκιμάσουν το γοβάκι και πάλευαν να χορέσουν η μία το παχύ της πόδι και η άλλη το μεγάλο της, στο λεπτεπίλεπτο παπούτσι.
Ο πρίγκιπας απογοητευμένος, ξέροντας ότι ήταν το τελευταίο σπίτι του βασιλείου, ρώτησε αν μένει και κάποια άλλη κοπέλα στο σπίτι.
-Μένει μια δούλα είπε η μητριά, αλλά είναι κουρελιάρα και βρώμικη.
Ο πρίγκιπας της είπε να τη φωνάξει.
-Μα αυτή τι τη θέλετε;..Είναι δυνατόν μια κουρελιάρα να γίνει πριγκίπισσα;
Ο πρίγκιπας όμως επέμενε κι έτσι η Σταχτοπούτα παρουσιάστηκε μπροστά του.
Μόλις άπλωσε το μικρό της πόδι, το γοβάκι της μπήκε εύκολα και άνετα μια και ήταν φτιαγμένο αποκλειστικά γι' αυτήν, και όλοι έμειναν άλαλοι και χωρίς αμφιβολία για το ποιαν είχαν μπροστά τους. Εκείνη έβγαλε από την τσέπη της το ταίρι του και το φόρεσε.
Ο πρίγκιπας αμέσως την πήρε από το χέρι και την  ανέβασε στην άμαξα του για να την οδηγήσει στο παλάτι του, αφήνοντας πίσω τους τη μητριά και τις δύο της κόρες, σκασμένες από τη ζήλεια τους.
Ο πρίγκιπας την κοιτούσε, στα μάτια και την έβρισκε πιο όμορφη από ότι τη θυμόταν και αμέσως της ομολόγησε τα αισθήματα του και της ζήτησε να παντρευτούν.
Η Σταχτοπούτα δέχθηκε, και οι γάμοι τους έγιναν με μεγαλοπρέπεια σε λίγες μέρες.
Οι γιορτές κράτησαν μέρες, και ο πρίγκιπας με την Σταχτοπούτα έζησαν ευτυχισμένοι, για πολλά πολλά χρόνια.



 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*