Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το παράδειγμα του κότσιφα!!!




Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας γέρος που είχε δύο παιδιά.
Χήρεψε νωρίς, ωστόσο τα μεγάλωσε με κόπο, τα ανάθρεψε και τα έκανε ολόκληρους άντρες.
Στη συνέχεια τα πάντρεψε, και τα νοικοκύρεψε, κρατώντας μονάχα για τον εαυτό του, το σπιτάκι που έμενε, και ένα χωράφι κοντά στο χωριό.
Τα παιδιά του πήγαιναν και τον έβλεπαν κατά διαστήματα, όταν μπορούσαν δηλαδή να ξεκλέψουν λίγο χρόνο ανάμεσα στις υποχρεώσεις τους.
Το χωράφι αυτό ήταν η ασχολία του πατέρα.
Το ξεχορτάριαζε και το έσκαβε το καλοκαίρι,  το έσπερνε το χειμώνα,  και στη συνέχεια μάζευε το στάρι της χρονιάς του. Από αυτό ζούσε την κάθε ημέρα του και επιβίωνε.
Τα χρόνια περνούσαν, και η φροντίδα του χωραφιού γινόταν όλο και πιο δύσκολη και επίπονη για το γερασμένο κορμί του.
Άμα παραγέρασε και δεν μπορούσε πια να δουλεύει, φώναξε ένα γείτονα, και του έκανε την εξής πρόταση:
-Σου δίνω το χωράφι να το σπέρνεις, αρκεί να μου δίνεις εμένα τα μισά, ώστε να ζω. Βλέπεις μου είναι δύσκολο πια να το δουλεύω εγώ.
-Εντάξει!...είμαστε σύμφωνοι.. του απάντησε ο γείτονας.
Πήρε το χωράφι αυτός. Και στον γέρο πατέρα έδινε το στάρι που χρειαζόταν.
Ο γείτονας όμως είχε και γίδια και κατσίκες. Τις έδενε λοιπόν κι αυτές στο χωράφι να βόσκουν.
Καμιά φορά, άφηνε και το γάιδαρο του εκεί.
Κάποτε περνώντας από εκεί τα παιδιά του γέρου, έβλεπαν τα ζωντανά μέσα στο χωράφι και μονολογούσαν.

-Αχ δεν το έδινε ο πατέρας μας σε μας το χωράφι, αλλά πρέπει να βλέπουμε ένα ξένο μέσα!
Περνούσαν μετά από τον πατέρα τους και στενοχωρούσαν τον γέροντα, λέγοντας και ξαναλέγοντας να δώσει σε αυτούς το χωράφι.
Τέλος ο γέρος δεν άντεξε και τους λέει:
-Θα σας το δώσω. Να πάτε όμως πρώτα να βρείτε έναν κότσυφα με τη φωλιά του, να μου τη φέρετε και έπειτα θα σας το δώσω.
Κίνησαν λοιπόν οι γιοι του, ψάχνοντας εδώ κι εκεί, να βρουν τη φωλιά. Κάποια στιγμή τη βρήκαν με αβγά που μόλις είχαν σκάσει, και πιάνοντας και τη μάνα, πήραν και τη φωλιά και την πήγαν στον πατέρα τους.
Ο γέρος τους είπε:
-Θα πάτε τώρα και θα κάμετε κι ένα κλουβί.
Πήγαν έφτιαξαν το κλουβί και το πήγαν και αυτό στον πατέρα τους.
Ο γέρος έβαλε τη φωλιά με τα μωρά μέσα στο κλουβί, αμόλησε τη μάνα, και κρέμασε το κλουβί στο παράθυρο.

Η μάνα που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τα παιδιά της, τους κουβάλαγε συνεχώς φαγητό και δεν έλεγε να απομακρυνθεί από το κλουβί. Τα τάιζε, και τα έκανε μεγάλα.
Τότε ο γέρος, έπιασε τη μάνα, την έχωσε στο κλουβί και αμόλησε τα παιδιά της.
Μόλις αμόλησε τα πουλιά, αυτά έδωσαν ένα πέταγμα δειλό αρχικά, και στη συνέχεια κατόρθωσαν να πετάξουν. Φρ..φρ...και εξαφανίστηκαν πετώντας.
Πού να γυρίσουν πίσω! Ξέχασαν και τη μάνα, που χωρίς φαγητό, ψόφησε σε τρεις ημέρες.
Το βράδυ ήρθαν πάλι οι γιοι στον γέρο, για να δουν τι απόγινε και για να πάρουν το χωράφι.
-Έ....άντε πατέρα...! Την επιθυμία σου την εκτελέσαμε! Δώσε μας τώρα το χωράφι...
Και ο γέρος πατέρας τους τους απαντάει:
-Πηγαίνετε να δείτε πώς ανταπόδωσαν τη φροντίδα στον κότσυφα τα παιδιά της!
Την άφησαν να ψοφήσει! Κι επειδή κάτι τέτοιο δεν θα ήθελα να μου κάνετε κι εσείς, ...χωράφι δεν παίρνετε!.....


1 σχόλιο:

  1. Φοβερό παραμύθι και τόσο αληθινό!!!! Η φύση μπορεί έτσι να θέλησε να φτιάξει τα ζώα και πουλιά αλλά στον άνθρωπο έδωσε μυαλό και καρδιά και μ'αυτά πορεύεται.Αλίμονο αν τα παιδιά των ανθρώπων γίνουν κοτσύφια................αλίμονο!
    Καλησπέρα Μαίρη

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*