Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Οι έντεκα αγριόκυκνοι!!

Αφιερωμένο στην γλυκύτατη φίλη  Ελένη, που της αρέσουν τόσο οι ωραίες ιστορίες!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε ένας καλόκαρδος βασιλιάς, που είχε έντεκα γενναίους γιους και μια πανέμορφη κόρη, την Λουίζα.
Δυστυχώς όμως, η βασίλισσα είχε πεθάνει, και ο βασιλιάς, μη θέλοντας να είναι μόνος, παντρεύτηκε ξανά.
Η καινούργια του γυναίκα όμως, ήταν μια πολύ κακιά μάγισσα και δεν αγαπούσε καθόλου τα δώδεκα παιδιά του. Την ιδιότητα της αυτή καθώς και την αντιπάθεια της, προσπαθούσε να κρατήσει κρυφή.
Ωστόσο μέσα στο διαβολικό μυαλό της, κατέστρωνε τα σχέδια της.
Και μια μέρα που ο βασιλιάς αρρώστησε βαριά, κι έπεσε στο κρεβάτι, χρησιμοποίησε τα μαγικά της και μετέτρεψε τους έντεκα γιους του, σε έντεκα αγριόκυκνους.
-Και τώρα πετάξτε μακριά,....τόσο μακριά...., που να μη σας ξαναδώ ποτέ!....τους είπε.
Πετάξτε πάνω από τις θάλασσες και τα βουνά, και μη ξαναγυρίσετε πίσω.....
Οι αγριόκυκνοι άπλωσαν τα φτερά τους, σηκώθηκαν στον ουρανό και χάθηκαν στον ορίζοντα.
Έπειτα η κακιά βασίλισσα, στράφηκε στην μονάκριβη κόρη του βασιλιά, την φόρτωσε σε ένα κάρο, και την έστειλε σε ένα απόμερο αγρόκτημα, να δουλεύει σαν υπηρέτρια των χωρικών που έμεναν εκεί, και που της ήταν πιστοί.
Το κορίτσι αγόγγυστα, έκανε όλες τις δουλειές, καθάριζε, έπλενε, ύφαινε, και περνούσε ο καιρός και τα χρόνια. Η Λουίζα μεγάλωσε και έγινε μια πανέμορφη κοπέλα, που όμως ποτέ δεν ξέχασε τα αδέλφια της και τον πατέρα της.
Μια μέρα αποφάσισε να το σκάσει, και να ψάξει να βρει τους έντεκα μαγεμένους πρίγκιπες.
-Θα τους βρω, ακόμα κι αν χρειαστεί να φτάσω στην άλλη άκρη του κόσμου...υποσχέθηκε στον εαυτό της.
Περπατούσε μήνες ολόκληρους. Τρεφόταν με φρούτα και ότι άλλο πρόχειρο μπορούσε να φτιάξει μόνη της. Διέσχισε ποτάμια, βουνά και κοιλάδες, μέχρι που ένα βράδυ, έφτασε στις όχθες ενός μεγάλου ωκεανού. Κι ενώ καθόταν στην ακτή, και σκεφτόταν με ποιο τρόπο μπορούσε να τον περάσει, άκουσε πάνω από το κεφάλι της, ένα φασαριόζικο φτεροκόπημα. Κι αμέσως μετά, είδε έντεκα ολόλευκους κύκνους να προσγειώνονται στην μαλακή άμμο και να μεταμορφώνονται σε όμορφα αρχοντόπουλα. Έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά τους. Και ήταν τόση η χαρά της που έβλεπε τα αδέλφια της μετά από τόσο καιρό.
-Όλη τη μέρα πετάμε από τόπο σε τόπο, αλλά μόλις πέσει το βράδυ, επιστρέφουμε στη γη και πέρνουμε πάλι τη μορφή μας. Μα σαν ξημερώσει ξαναγινόμαστε κύκνοι....της είπε ο μεγαλύτερος αδελφός της.
-Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;....ρώτησε η Λουίζα.
Κάποιος τρόπος θα υπάρχει για να λυθούν τα μάγια.....
-Υπάρχει ένας τρόπος, αλλά είναι οδυνηρός και δύσκολος...της είπε ο μικρότερος.
Πρέπει να μαζέψεις με γυμνά χέρια, όσο πιο πολλές τσουκνίδες μπορείς, να τις υφάνεις, και με αυτές να φτιάξεις έντεκα μανδύες. Στη συνέχεια πρέπει να ρίξεις ένα μανδύα σε κάθε κύκνο, την ώρα που πετάει, και έτσι θα λυθούν τα μάγια. Όσο όμως δουλεύεις γι' αυτό τον σκοπό, ούτε μια λέξη δεν πρέπει να ξεστομίσεις, γιατί τότε τα μάγια θα γίνουν μόνιμα, και η δουλειά και ο κόπος σου θα πάνε χαμένα.
-Η Λουίζα τους υποσχέθηκε, ότι θα κάνει αυτό που πρέπει.
Ξεκίνησε λοιπόν τη δουλειά, μαζεύοντας κάθε πρωί, υπομονετικά τα αγκαθωτά φυτά, αγνοώντας το βάσανο που ένοιωθε, και κάθε απόγευμα έως το βράδυ, ύφαινε αμίλητη.
Μια μέρα, εκεί που μάζευε τσουκνίδες αμίλητη, εμφανίστηκαν μπροστά της μερικοί κυνηγοί.
Οδηγός τους ήταν ο βασιλιάς αυτής της μακρινής χώρας, που μαγεύτηκε από την ομορφιά της κοπέλας, με το που την αντίκρυσε.
-Ποια είσαι; Δεν σε έχω ξαναδεί σε αυτά τα μέρη; Ποια είναι η πατρίδα σου;
Η Λουίζα όμως παρέμενε σιωπηλή. Τότε ο βασιλιάς που την είχε ερωτευτεί, διέταξε να την ανεβάσουν στο άλογο του, και να φορτώσουν τα πράγματα της. Την πήγε στο παλάτι, και της παραχώρησε ένα όμορφο δωμάτιο.
Παρόλες τις προσπάθειες του, δεν κατόρθωσε να την κάνει να μιλήσει.
Σκέφτηκε ότι αν την αφήσει ήσυχη, και της δώσει χρόνο να προσαρμοστεί, μπορεί να του ανοιχτεί.
Ωστόσο έβαλε και τους γιατρούς του παλατιού να την εξετάσουν, μήπως και ήταν άρρωστη και ήθελε βοήθεια, αλλά εκείνοι του απάντησαν ότι η κοπέλα ήταν μια χαρά και ίσως από φόβο να μη μιλούσε.
Περνούσαν οι μέρες και η κοπέλα δεν είπε κουβέντα σε κανέναν.
Τα βράδυα συνέχιζε να υφαίνει τις τσουκνίδες και έναν έναν μανδύα που τελείωνε να τον βάζει μέσα σε ένα μπαούλο.
Είχε σχεδόν τελειώσει και τον ενδέκατο μανδύα, όταν το ύφασμα τελείωσε.
-Πρέπει να βγω να μαζέψω τσουκνίδες,.....σκέφτηκε και κατέβηκε κρυφά στους κήπους του παλατιού.
Ωστόσο, ενώ ήδη είχε μαζέψει ένα σακί τσουκνίδες,  τις κρυφές της κινήσεις πρόσεξαν κάποιοι φρουροί, που έτρεξαν και την συνέλαβαν κατηγορώντας την για κλέφτρα, θεωρώντας ότι κινείται ύποπτα για να κλέψει τα υπάρχοντα του βασιλιά. Την έψαξαν και δεν βρήκαν πέρα από το σακί, τίποτα άλλο, και αφού την ρώτησαν πού έκρυψε όσα άρπαξε, και έφευγε κρυφά, απάντηση δεν πήραν. Επειδή έλειπε ο βασιλιάς, την φυλάκισαν σε έναν ψηλό πύργο, μαζί με τα πράγματα της, 
περιμένοντας την επιστροφή του.
Όταν επέστρεψε ο βασιλιάς, μάταια ζητούσε από τη Λουίζα να του εξηγήσει τι έκανε.
Οι σύμβουλοι του, παρά τις αντιρρήσεις του, του είπαν ότι κλεισμένη για λίγο στον πύργο θα της γίνει μάθημα, και θα βάλει μυαλό.
Σε λίγο καιρό, η κοπέλα τελείωσε και τον ενδέκατο μανδύα, με κόπο και με βάσανα.
Τις τελευταίες ημέρες, έντεκα κύκνοι περνούσαν κάθε πρωί πετώντας μπροστά από το παραθυράκι της, στον πύργο. Αλλά η κοπέλα κάθε πρωί τους κουνούσε το χέρι, και δεν έκανε καμία άλλη κίνηση.
Αυτό το πρωί, άνοιξε το παράθυρο της, και ενώ οι έντεκα κύκνοι πλησίασαν πετώντας, εκείνη πέταξε στον καθένα επάνω, κι από έναν μανδύα.
Μόλις πέταξε και τον ενδέκατο, οι ολόλευκοι κύκνοι, ένας ένας, προσγειωνόταν στον κήπο, και μεταμορφωνόταν σε ένα πανέμορφο παλικάρι  ντυμένο αρχοντικά.
Οι πάντες είχαν μείνει άφωνοι. Ο βασιλιάς ο ίδιος κατέβηκε στον κήπο, για να δει τι συμβαίνει.
Και τα έχασε, όταν έντεκα πριγκιπόπουλα του ζήτησαν να ελευθερώσει την αδελφή τους.
Ελεύθερη πια να μιλήσει η Λουίζα, διηγήθηκε στον βασιλιά όλα όσα έγιναν.
-Δεν είσαι μόνο όμορφη, είσαι και γενναία...της είπε εκείνος χαμογελώντας. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό, πως ήσουν κλέφτρα. Όμως ήμουν περίεργος, τι σήμαιναν όλα αυτά.
Τώρα σε αγαπάω περισσότερο από πριν, αφού είδα ότι για όσους αγαπάς, δεν διστάζεις να δείξεις και πίστη, και να κάνεις και θυσίες.
Λίγες μέρες αργότερα, τα αδέλφια έφτασαν στο βασίλειο τους, και κυνήγησαν την κακιά μητριά- βασίλισσα, που την έκαψαν για να μη μπορεί να βλάψει πια κανέναν.
Βρήκαν και τον πατέρα τους, που με δάκρια στα μάτια, τους είπε πώς όταν έγινε καλά, απομονώθηκε, πιστεύοντας ότι τα παιδιά του τα σκότωσε η γυναίκα που είχε παντρευτεί, και που πια δεν έκρυβε ούτε τη κακία της, ούτε τις μαγικές της ικανότητες.
΄Επειτα από λίγο καιρό, έγιναν και οι γάμοι της Λουίζας με τον αγαπημένο της και τα δύο βασίλεια στη συνέχεια έζησαν ευτυχισμένα και χαρούμενα για πολλά πολλά χρόνια.


1 σχόλιο:

  1. Το αγαπημένο μου παραμύθι!!!!!!!!!!!!!Να σαι καλά που μου το ξαναθύμησες!!!!!!!!!!!
    Καλό σου απόγευμα Μαίρη μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*