Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Το κολάρο!!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας νεαρός λιμοκοντόρος, που όλο το βιος του, ήταν ένα καλαπόδι και μια χτένα. Είχε όμως ένα θαυμάσιο κολάρο στο πουκάμισο του. Και την ιστορία αυτού του κολάρου θα πούμε σήμερα!
Το κολάρο άρχισε κάποτε να γερνάει, και σκέφτηκε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Έτυχε λοιπόν σε μια μπουγάδα, να συναντήσει μια πολύ γοητευτική καλτσοδέτα.
-Ποτέ μου δεν είδα μια τόσο λεπτή και τόσο κομψή δεσποινίδα, ....της είπε αμέσως. Τόσο όμορφη και τόσο χαριτωμένη! Μου χαρίζετε παρακαλώ το ονοματάκι σας;
-Όχι ποτέ!....έκανε εκείνη.
-Πού μένετε μήπως;...εξακολούθησε το κολάρο.
Η καλτσοδέτα όμως ήταν τόσο σεμνή που ούτε του απάντησε.
-Θα είστε σίγουρα μια ζώνη. Μια διακοσμητική ζώνη!...επέμεινε το Κολάρο.
-Μη με πλησιάζετε, ...άρχισε να λέει με κοκεταρία η Καλτσοδέτα. Βλέπετε ότι δεν σας δίνω θάρρος!
-Η ομορφιά σας μου δίνει το θάρρος!....απάντησε το Κολάρο.
-Είστε τόσο τολμηρός, που με κάνετε και φοβάμαι!
-Και βέβαια είμαι!...παινεύτηκε το Κολάρο! Και σημειώστε ότι είμαι και πλούσιος! Έχω ένα καλαπόδι και μια χτένα!
Τα πράγματα του αφεντικού του, τα είπε για δικά του. Γιατί το Κολάρο, ήταν καυχησιάρης και ψεύτης μεγάλος!
-Δεν με ενδιαφέρει!...απάντησε η Καλτσοδέτα. Εγώ δεν ανέχομαι τέτοια συμπεριφορά!....
-Αγάπη μου!...ξεκίνησε να λέει το Κολάρο, ...μα εκείνη την στιγμή, η πλύστρα, τα έβγαλε και τα δύο από τη σκάφη, και τα κρέμασε σε ένα σπάγκο, για να στεγνώσουν στον ήλιο.
Ύστερα τα πήρε και τα άπλωσε στη σανίδα του σιδερώματος.
-Αγάπη μου!...είπε ξανά το Κολάρο, την ώρα που το σίδερο γλιστρούσε πάνω του. Μου έδωσες ξανά σφρίγος! Έχασα πια όλες τις ζάρες μου! Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;...
Αυτή τη φορά την πρόταση την έκανε στο σίδερο.
-Πουφ!...ανοησίες ....απάντησε το Σίδερο, γλιστρώντας περήφανα πάνω από το Κολάρο, σαν να ήταν σιδηρόδρομος.
Το Κολάρο καψαλίστηκε λίγο στις άκρες, μα ήρθε η ψαλίδα να το κουρέψει.
Μόλις είδε την ψαλίδα, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του και μ' αυτήν.
-Θα είστε η πρώτη μπαλαρίνα της Όπερας, σίγουρα!....της είπε. Ποτέ μου δεν είδα τόσο κομψά πόδια!
Κανένας δεν σας παραβγαίνει!
-Το ξέρω!... είπε η ψαλίδα περήφανα!
-Σας αξίζει να γίνετε δούκισσα, βέβαια εγώ δεν έχω πριγκιπάτο, έχω όμως κάποια περιουσία. Ένα καλαπόδι και μια χτένα. Ωστόσο θα ήθελα να σας προσφέρω ένα βασίλειο.
-Πουφ!...λέει η ψαλίδα αγανακτισμένη...αυτός ο αναιδής, μου κάνει εξομολόγηση, με θράσος και κομπασμό!....και έκοψε βαθιά το Κολάρο.
Σαν γύρισε από τη μπουγάδα, το Κολάρο σκέφτηκε, ότι δεν του μένει τίποτα άλλο, παρά να ζητήσει σε γάμο τη χτένα.
-Τι ωραία δόντια που έχετε, δεσποινίς!....της είπε. Τι γνώμη έχετε για τον γάμο;...
-Έχω την καλύτερη!...του απάντησε η χτένα. Κι  αυτό γιατί  αγαπώ τον αρραβωνιαστικό μου, το Καλαπόδι! Αν δεν αγαπάς και δεν αγαπιέσαι, δεν αξίζει τίποτα! ...Δεν παντρεύεται κανείς για να είναι χωρίς αγάπη, και δυστυχισμένος!..ολοκλήρωσε η χτένα.
Μα το Κολάρο, ούτε που την άκουγε τι του έλεγε. Το μόνο που το ενδιέφερε, ήταν ότι τώρα δεν υπήρχε καμία άλλη να της κάνει πρόταση.
Σαν κατάλαβε η χτένα ότι δεν της έδινε σημασία, σκέφτηκε....''αυτός ο ξιπασμένος, νομίζει ότι τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του! Και λέει πολλά! Αλλά ενώ λέει πολλά, τα λόγια του δεν ταιριάζουν με τις πράξεις του. Λέει ότι τον ενδιαφέρεις, αλλά στην πραγματικότητα, νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του!....Αχ! γλυκό μου Καλαπόδι, πόσο τρυφερό ήσουν πάντα''!
Πέρασε αρκετός καιρός, και το Κολάρο πάλιωσε πολύ, και βρέθηκε μια μέρα, σε ένα κασόνι ενός εργοστασίου χαρτιού, με διάφορα άλλα κουρέλια.
Όλα τα κουρέλια συζητούσαν μεταξύ τους, για τη ζωή τους. Αλλά περισσότερο μιλούσε ένας φαφλατάς, το Κολάρο μας. Χωρίς να δίνει σημασία στο τι έλεγαν οι άλλοι, μιλούσε συνεχώς για τον εαυτό του, λέγοντας:
-Εμένα που με βλέπετε, έχω γνωρίσει πολλές δόξες. Είμαι πανέμορφο ακόμα, παρόλα τα χρόνια, και με κυνηγούσαν όλες οι γυναίκες. Δεν με άφηναν ήσυχο ούτε στιγμή. Τόσο όμορφος που ήμουν και τόσο αριστοκράτης, και είχα και περιουσία...ένα ολόκληρο Καλαπόδι και μια χτένα. Αν και μου ήταν άχρηστα. Δεν μου χρειάζονταν πουθενά. Αλλά έπρεπε να με βλέπατε...Η πρώτη μου αγάπη ήταν μια ζώνη. Με λάτρευε αυτή η τόσο λεπτή και χαριτωμένη κοπέλα, όμως εγώ δεν ήθελα να δεσμευτώ, γιατί είμαι ένα ανεξάρτητο παραδείσιο πουλί, που έπρεπε να με απολαμβάνουν πολλές. Έτσι αυτή η δύστυχη, από αγάπη για μένα, πνίγηκε σε μια σκάφη!
Αργότερα με αγάπησε μια καταφερτζού μπαλαρίνα. Την πλήγωσα βαθιά και αυτήν...Ακόμα και η χτένα μου με αγάπησε, αλλά δεν μπορούσα να κοιτάξω κάποια που ήταν κατώτερη μου, κι έτσι από τον πόνο της έχασε όλα της τα δόντια. Περισσότερο όμως λυπάμαι την Καλτσοδέτα..., ε....,την Ζώνη ήθελα να πω, που αυτοκτόνησε για χατήρι μου...Αχ! ...έχω πολλά βάρη στη συνείδηση μου, γι' αυτό και είμαι σε αυτή την κασόνα με όλους εσάς, που δεν αξίζετε τίποτα μπροστά μου. Και μου αξίζει να τιμωρηθώ, και να γίνω χαρτί. Παρόλο βέβαια που θα γίνω χαρτί πολυτελείας ενώ εσείς φτηνόχαρτα.
Τα υπόλοιπα κουρέλια του γύρισαν τη πλάτη, γιατί κατάλαβαν πόσο καυχησιάρης και ψεύτης και λογάς ήταν. Ο εγωισμός του τα πείραξε, όπως τα πείραξε και η ψωροπερηφάνια του!
Πραγματικά όλα τα κουρέλια έγιναν χαρτί. Το Κολάρο όμως τιμωρήθηκε ιδιαίτερα. Γιατί η ιστορία της επίδειξης, της ψευτιάς και του εγωισμού του, είναι γραμμένη στο χαρτί που βγήκε από αυτό.
Και μη φανταστείτε κανένα χαρτί πολυτελείας. Ένα απλό χαρτί για να μας θυμίζει, ότι η καυχησιά, ο ατομισμός και η ψωροπερηφάνια, έχουν μια πολύ μοναχική και άσχημη κατάληξη, όπως αυτή του Κολάρου!


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ο θησαυρός!!

Η γυναίκα του τυμπανιστή μιας πολιτείας μεγάλης, πήγε μια μέρα στην εκκλησία. Εκεί είδε το καινούριο εικονοστάσι, με τα εικονίσματα και τους σκαλισμένους σε ξύλο αγγέλους, ζωγραφισμένους και χρυσωμένους έτσι, που λάμπανε και άστραφταν στο φως του ήλιου που έμπαινε κλεφτά από τα παράθυρα στην εκκλησία.
Η γυναίκα δεν είχε αποκτήσει ακόμα παιδί, από στιγμή σε στιγμή όμως θα αποκτούσε ένα που ευχόταν με όλη της τη ψυχή να είναι γερό και όμορφο. Και καθώς προσευχόταν κοιτάζοντας τα αγγελούδια με τους χρυσωμένους φωτοστέφανους, παρακάλεσε τον καλό Θεό, να μοιάσει το παιδάκι με ένα από αυτά τα αγγελούδια.
Και πραγματικά, όταν ήρθε η μέρα και πήρε στην αγκαλιά της το μωρό της, το είδε όμοιο με τους αγγέλους της εκκλησίας. Με τα ίδια χρυσά φλογάτα μαλάκια, με την ίδια ροδαλή ανταύγεια στα μαγουλάκια, σαν ακτίνες του ήλιου που βασιλεύει!
-Χρυσό μου, θησαυρέ μου, ηλιαχτίδα μου!...έλεγε η ευτυχισμένη μητέρα, καθώς φιλούσε τις μπουκλίτσες του παιδιού της.
Λίγο καιρό αργότερα, βάφτισαν τον μικρό και τον ονόμασαν Πέτρο. Ο πατέρας του ο τυμπανιστής, ήταν όλο χαρά που απόχτησε γιο. Κι έπιασε αμέσως και χτύπησε συναγερμό με το τύμπανο του, ώστε να μάθει όλη η πολιτεία την ευτυχία του.
Κι έλεγε συνέχεια:
-Η δόξα, αυτό είναι το παν!...
Και χάραξε το όνομα του παιδιού του, στον όλο βράχια δρόμο, καθώς γύριζαν από την εκκλησία.
Θα μεγαλώσει και θα δοξαστεί, και θα με κάνει περήφανο!....αυτό μόνο αξίζει.
Δεν έχουν σημασία οι κόποι, ούτε οι θυσίες. Αρκεί να δοξαστεί!
Ήρθε η Άνοιξη και μαζί τα χελιδόνια. Τα πουλιά αυτά έρχονταν κάθε χρόνο από μακριά, όπου φώλιαζαν σε πανύψηλους ναούς, που επάνω τους είχαν χαραγμένη την ιστορία των μεγάλων βασιλιάδων των χωρών. Ήταν όμως τόσο παλιές αυτές οι επιγραφές, που τώρα πια, πολλοί τις κοιτούσαν αλλά λίγοι ήξεραν να τις διαβάσουν.
Αυτό ήταν δόξα! Αυτή ήταν Καλή φήμη!
Ο πατέρας του Πέτρου δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα.
-Εκεί που χάραξα το όνομα του γιου μου θα κρατήσει χρόνια και χρόνια, ....έλεγε.
-Ανόητε!...σκέφτηκε να του πει το ταμπούρλο του....μα του είπε μονάχα: ''Ντουμ, ντουμ, ντουμ, νταραντουμ!''.
Το αγοράκι μεγάλωνε, χαρωπό και όμορφο. Είχε θαυμάσια φωνή και όταν τραγουδούσε, λες και άκουγες πουλάκια μέσα στο δάσος. Τόσο μελωδικό ήταν το τραγούδι του...
-Πρέπει να γίνει ψάλτης, να στέκεται στην εκκλησία, κάτω από τα χρυσά αγγελούδια, έλεγε η μητέρα του.
-Εγώ θέλω να γίνω στρατιώτης!...της απάντησε ο μικρός Πέτρος, γιατί αγοράκι καθώς ήταν, νόμιζε ότι αυτό ήταν το καλύτερο επάγγελμα στον κόσμο.
-Καλό θα ήταν!...τον υποστήριζε ο πατέρας του. Μόνο που πρέπει να γίνει κανένας πόλεμος, για να μπορείς να προβιβαστείς γρήγορα σε στρατηγό!..
-Θεός φυλάξοι!...έλεγε η μητέρα.
-Και τι έχουμε να χάσουμε;...επέμενε ο πατέρας του Πέτρου.
-Μα δε συλλογίζεσαι το γιο σου;..απάντησε εκείνη.
-Κι αν μας γυρίσει στρατηγός, λίγο το έχεις;....παρατηρούσε εκείνος.
-Κι αν μας έρθει κουτσός ή κουλός;
Η ανόητη ευχή του πατέρα του έπιασε. Σε λίγα χρόνια κηρύχτηκε πόλεμος. Οι στρατιώτες ξεκίνησαν για το μέτωπο, με όλους μαζί τους τυμπανιστές, και ανάμεσα τους κι ο Πέτρος, το καμάρι του γέρου πατέρα του..
Η μάχη άρχισε πριν βγει ακόμα ο ήλιος. Καπνός από μπαρούτι σκέπασε όλο τον κάμπο, σφαίρες σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια των πολεμιστών, κι ένας-ένας έπεφταν, ματωμένοι και χλομοί, στο υγρό χώμα. Όλοι οι νέοι, παρηγοριά των μανάδων, καμάρι των πατεράδων. Ο μικρός τυμπανιστής δεν είχε ακόμα λαβωθεί. Χτυπούσε το ταμπούρλο του χαρωπά, ''Έφοδος! Προχωρείτε!''.
Κι έτσι με την ψυχραιμία του, έδινε θάρρος σε όλους. Ήταν ο πιο γενναίος τυμπανιστής σε όλο το στρατό, αυτός ....''ο Κοκκινομάλλης'', ... όπως τον φώναζαν οι στρατιώτες.
Μακριά στην πολιτεία, οι γονείς τους όλο αυτόν σκέφτονταν. Ο πατέρας λυπόταν τη στιγμή που ήθελε δόξες για τον μονάκριβο του, και η μητέρα μονολογούμε:
-Χρυσό μου παιδί!....κι έκλαιγε κάθε βράδυ. Ποιος ξέρει αν ζει ή αν πέθανε! Και πού θα είναι το μνήμα του, εκεί που θα τον έχουν θάψει μαζί με τόσους άλλους!
Έτσι περνούσαν οι μέρες, σαν ένα κακό όνειρο, με κλάματα και με προσευχές...
Ώσπου μια μέρα ο πόλεμος τελείωσε. Σιγά-σιγά γύριζαν όσοι είχαν μείνει σώοι, στα σπίτια τους.
Ο Πέτρος όμως δεν είχε φανεί ακόμα.
Μια μέρα, φάνηκε το ουράνιο τόξο πάνω από την πολιτεία. Ο κόσμος πιστεύει, πως εκεί που το Τόξο αγγίζει τη Γη, είναι τάχα κρυμμένος ο μεγαλύτερος θησαυρός του κόσμου. Και η καημένη η μητέρα του Πέτρου, πίστεψε πως εκεί θα ήταν θαμμένος και ο δικός της θησαυρός, ο Πέτρος της!
Μα όταν έφτασε στην άκρη του τόξου, δεν βρήκε τίποτα.
Κι όταν πλέον καταλάγιασε ο αχός του πολέμου, και οι νικητές γύρισαν όλοι,  με ζητωκραυγές και τραγούδια, εκεί που κανείς δεν το περίμενε, γύρισε κι ο Πέτρος μαζί τους.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, και μπήκε στο δωμάτιο που κάθονταν οι γέροι γονείς του.
Είχε μαυρίσει τώρα, μα το πρόσωπο του ακόμα φεγγοβολούσε.
Δεν είχε γυρίσει στρατηγός όπως έλεγε ο πατέρας του. Δεν είχε πάρει καν παράσημα, μια και έκανε το χρέος του στην πατρίδα του, μα γύρισε από τον πόλεμο γερός, όπως ίσως δεν τόλμησε ούτε να ονειρευτεί η μητέρα του. Η μάνα του μόλις τον είδε έπεσε στην αγκαλιά του, του φιλούσε τα μαλλιά, τα μάτια και το μέτωπο. Και οι γέροι γονείς του έκλαιγαν και γελούσαν μαζί, γιατί τι είναι η δόξα, μπροστά στο ότι έβλεπαν ξανά το παιδί τους, που το νόμιζαν χαμένο!


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Το λινάρι!

Το λινάρι, ήταν στην άνθηση του, γεμάτο όμορφα γαλάζια λουλουδάκια, λεπτά και τρυφερά σαν φτερά πεταλούδας. Ο ήλιος το χάιδευε με τις ακτίνες του, η βροχή το πότιζε, όπως η μάνα που πλένει και φιλάει συνέχεια το μωρό της. Και το λινάρι ένοιωθε πεντάμορφο κι ευτυχισμένο.
-Όλοι λένε, πως πέτυχα φέτος, και ψήλωσα πολύ...σκεφτόταν.
Θα δώσω ωραία λινά υφάσματα...άκουσα να λένε..Τι ευτυχισμένο που είμαι, νοιώθοντας το πόσο όμορφο είμαι, και πόσο χρήσιμο, έτσι που ο ήλιος με ζεσταίνει και η βροχή με δροσίζει....Είμαι το πιο ευτυχισμένο λουλούδι στον κόσμο!....
-Μη βιάζεσαι να μακαρίζεις τον εαυτό σου....του είπαν οι στύλοι του φράχτη. Δεν ξέρεις τον κόσμο, πόσο κακός είναι....Κοίταξε και εμάς, πόσο περήφανοι ήμασταν κάποτε, και πόσο έχουμε σκεβρώσει από την πολυκαιρία!...
Και άρχισαν να τριζοβολούν, τραγουδώντας....
''Σνιπ-Σναπ-Σνουρ,
Μπασελούρ...
Τέλος το τραγούδι!''
-Όχι δεν έχετε δίκιο, ...έλεγε το λινάρι...Ο ήλιος είναι καλός και η βροχή ευεργετική. Νοιώθω πως μεγαλώνω κάτω από τα χάδια του, πως ανθίζω, ...κι ας λέτε εσείς...
Μια μέρα όμως, ήρθαν θεριστάδες, και ξερίζωσαν το λινάρι. Στη συνέχεια το έβαλαν στο νερό να μουσκέψει, σαν να ήθελαν να το πνίξουν. Ύστερα το κρέμασαν πάνω από φωτιά, σαν να ήθελαν να το κάψουν.....Ήταν κάτι φοβερό....!
-Τι να γίνει, φιλοσοφούσε τώρα το λινάρι....δεν μπορεί να είναι κάποιος πάντα ευτυχισμένος...! Όσο ζεις μαθαίνεις!
Η ζωή του ωστόσο πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Πήραν το Λινάρι, κι άρχισαν να το ξαίνουν, και να το χτενίζουν, να το βασανίζουν με κάθε τρόπο. Ύστερα το τύλιξαν σε μια ρόδα, και...σνουρ!...άρχισαν να το γυρίζουν τόσο, ώστε το Λινάρι ζαλίστηκε.
-Γνώρισα την ευτυχία, έλεγε τώρα στον εαυτό του το Λινάρι, μέσα στα βάσανα του. Καιρός πια να μάθω και τη δυστυχία! Ας είναι,.. κάτι έχω τουλάχιστον να θυμάμαι...
Το ίδιο έλεγε κι όταν το έβαλαν στον αργαλειό, απ' όπου βγήκε σαν ένα όμορφο τόπι από κάτασπρο χασέ...
-Αυτό θα πει θαύμα!....έλεγε καμαρώνοντας το Λινάρι. Ποτέ μου δεν το περίμενα!...Ας γκρινιάζουν όσο θέλουν οι στύλοι του φράχτη, με το ''Σνιπ-Σναπ-Σνουρ....''.
Το τραγούδι δεν τελειώνει εδώ! Αντίθετα, τώρα αρχίζει! Βασανίστηκα, μα έγινα κάτι! Είμαι τώρα ευτυχισμένο! Είμαι πολύ απαλό, και γερό. Είμαι τώρα μακρύ και άσπρο...Κι έχω μεγαλύτερη αξία από όταν ήμουν ένα φυτό, έστω και ανθισμένο...Τότε δεν με πρόσεχε κανείς, ενώ τώρα, όλοι με περιποιούνται. Με ραντίζουν, με απλώνουν στον ήλιο, με χαϊδεύουν...Οι γυναίκες και τα κορίτσια, σταματούν να με θαυμάσουν. Όσο για την κυρά-Παπαδιά, άκουσα που είπε, πως δεν έχει ξαναδεί, ομορφότερο χασέ....Τι άλλο θέλω λοιπόν;..Έχω φτάσει στο απόγειο της δόξας μου...
Σε λίγο πήραν τον χασέ, σε ένα σπίτι, κι εκεί άρχισαν πάλι τα βάσανα. Τον έκοβαν με τα ψαλίδια, τον γάζωναν με βελόνες. Αυτό βέβαια ήταν δυσάρεστο, στο τέλος όμως, όλα βγήκαν σε καλό. Το τόπι είχε γίνει πια μια δωδεκάδα πουκάμισα.....
-Ε!!...τώρα πια, ποιος με φτάνει!..σκεφτόταν το Λινάρι. Τώρα είμαι χρήσιμο σε πολλούς. Έχω γίνει μια ολόκληρη οικογένεια. Για σκέψου....μια ντουζίνα! Αυτό θα πει μεγαλείο...!..Και ζεσταίνω πολλούς, και τους κάνω όμορφους....Πω πω, ....πιο πάνω πήγα σε αξία ......Δεν υπάρχει μεγαλύτερη...Χαλάλι τα βάσανα...
Πέρασαν χρόνια, τα πουκάμισα χάλασαν, τρίφτηκαν, έγιναν κουρέλια...
-Όλα τελειώνουν σε αυτόν τον κόσμο,... έλεγαν τα πουκάμισα. Καλό θα ήταν να κρατούσαμε περισσότερο, μα τι το όφελος, να ζητάς το αδύνατο;..
Έτσι, ένα-ένα, κατέληξαν στον παλιατζή. Κι αυτός τα πούλησε σε μια χαρτοποιία. Εκεί τα ξάνανε πάλι, τα έκαναν πολτό, και το Λινάρι το πήρε απόφαση, πως ήρθε το τέλος του.
Μια μέρα όμως, αφού πέρασε από ένα σωρό καζάνια και μηχανές, βγήκε σαν φύλλα κατάλευκο χαρτί..
-Αυτό ...μάλιστα! Είναι μια ευχάριστη έκπληξη!...είπε το Χαρτί...Τώρα θα είμαι πιο όμορφο από κάθε άλλη φορά...Όμορφο και κατάλευκο..Αυτό θα πει να έχεις τύχη....
Το χαρτί αγοράστηκε από κάποιους, που πάνω του έγραψαν διάφορες ιστορίες και διάφορα άρθρα, και γενικά, γράφτηκαν σε αυτό όλες οι ιστορίες και οι γνώσεις του κόσμου! Ο κόσμος τις διάβαζε και μορφωνόταν!...
Και το χαρτί έγινε ο ευεργέτης της ανθρωπότητας!...
-Ποτέ δεν είχα ονειρευτεί τέτοια δόξα...!..σκεφτόταν το Λινάρι. Πού να το ήξερα, πως μου ήταν γραφτό, να σκορπίζω χαρά και γνώση στον κόσμο!...Και τώρα ακόμα, μου φαίνεται απίστευτο...
Κι όμως, έτσι είναι...Και να πεις πως έκανα κάτι, για να αξιωθώ τέτοια τιμή!....Το μόνο που έκανα, ήταν να μην χάσω το θάρρος μου και να έχω αντοχή στα βάσανα...Όλα τα άλλα, ήρθαν μόνα τους.
Όταν σκεφτόμουν πως, το τραγούδι τελείωσε, ερχόταν ένα καινούργιο, πιο όμορφο και πιο δυνατό!...
Και τώρα με περιμένουν σίγουρα, κι άλλα θαύματα!....Θα με στείλουν ίσως, ταξίδια, για να με μάθουν και να με διαβάσουν παντού!..Άλλοτε ήμουν, γεμάτο λουλούδια...όμως τώρα, το κάθε λουλούδι μου, έγινε και μια όμορφη σκέψη. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ευτυχία μου!...
Το χειρόγραφο όμως δεν πήγε ταξίδι. Το πήγαν στον τυπογράφο...Κι αυτός, τύπωσε με εκείνο, σε βιβλία, τις ιστορίες που έγραφε πάνω του....Σε πολλές εκατοντάδες βιβλία...Κι αυτά ξεκίνησαν ύστερα, και σκόρπισαν σε όλο τον κόσμο, φέρνοντας τη χαρά, και τη μόρφωση, σε χιλιάδες σπιτικά..
-Έτσι είναι καλύτερα!...έλεγε μέσα του το χειρόγραφο...Δεν το είχα σκεφθεί...Τώρα θα μείνω σπίτι, κι αντί για μένα, θα ταξιδέψουν οι αγγελιαφόροι μου, τα βιβλία, με τις σκέψεις μου και τις ιστορίες μου....με την γνώση μου...κι αυτή είναι η πραγματική ευτυχία..!
Όταν τα βιβλία τυπώθηκαν, ο τυπογράφος τύλιξε σε ρολό το χειρόγραφο, και το έβαλε σε ένα ράφι.
-Τώρα πια, θα ξεκουραστώ λιγάκι...σκέφτηκε το χειρόγραφο. Και θα μου δοθεί έτσι, καιρός, να εμβαθύνω σε όλα αυτά, που είναι γραμμένα πάνω μου...''Γνώθι σ'αυτόν''. Ναι!,,,αυτή είναι η μόνη πραγματική σοφία...
Μια μέρα ωστόσο, πήραν το χειρόγραφο και το έριξαν στη φωτιά. Όλα τα παιδιά του σπιτιού, στέκονταν μπροστά στο τζάκι, να το δουν που καιγόταν, και να απολαύσουν τις σπίθες που έλαμπαν στις στάχτες του...
Και ήταν θαυμάσιο το θέαμα, από τις φλόγες που πετάχτηκαν ψηλά. 
-Ωχ,,,,,έκανε το χαρτί, καθώς σκέβρωνε μέσα στη φωτιά, ενώ οι φλόγες υψώνονταν τόσο ψηλά που το λινάρι δεν είχε φτάσει ποτέ του. Μα το Λινάρι - τώρα χαρτί που καιγόταν- ήταν ευτυχισμένο, γιατί μαζί με τις φλόγες, ψηλά, πετούσαν με τα βιβλία, από χώρα σε χώρα, οι σκέψεις του, οι ιστορίες του, η ομορφιά του, και η γνώση του..
-Τώρα πια θα φτάσω στον ήλιο, ενώ χιλιάδες στόματα, θα διαλαλούν στον κόσμο, τη σοφία μου, που αόρατη μαζί με τις σπίθες από το τζάκι, αναρίθμητη, όπως τα γαλάζια λουλούδια μέσα σε ένα Λιναροχώραφο, πετώντας σε όλους τους ανέμους, θα με κάνουν αθάνατο κι ας έχω καεί στη φωτιά.
Έτσι βγήκε αληθινό τα τραγούδι: ''Σνιπ-Σναπ-Σνουρ, Μπασελούρ, τέλος το τραγούδι....''
Μα τι λέω;...Βγήκε αληθινό;....Μα όχι!....όχι!....συνεχίζει....
''το τραγούδι του ανθρώπου, δεν τελειώνει ποτέ....
Κι αυτό είναι σίγουρα, το καλύτερο...!''



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Ο νεαρός χοιροβοσκός!

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας φτωχός πρίγκιπας. Το κράτος του ήταν μικρό...Όμως είχε μεγάλες ικανότητες στα χέρια, το όνομα του ήταν γνωστό παντού, και ήταν και φοβερά τολμηρός.
Όλα αυτά του έφταναν για να σκέφτεται να παντρευτεί, και αυτό ακριβώς αποφάσισε να κάνει.
Έστειλε λοιπόν με την τόλμη που τον χαρακτήριζε, μήνυμα στην κόρη του αυτοκράτορα, που περιληπτικά χωρίς τις τυπικές φιλοφρονήσεις, έλεγε αυτό:
-Θα ήθελες να με παντρευτείς;
Το μήνυμα συνοδευόταν και από δύο μοναδικά δώρα.
Στο μνήμα του πατέρα του πρίγκιπα, ήταν μια τριανταφυλλιά, πραγματικά μοναδική. Άνθιζε μια φορά κάθε πέντε χρόνια και έβγαζε μόνο ένα λουλούδι. Όποιος όμως, μύριζε αυτό το λουλούδι, ξεχνούσε μονομιάς όλες τις έγνοιες και τα βάσανα του! Τόσο θεσπέσια μοσχοβολούσε!
Είχε ακόμα κι ένα αηδόνι, επίσης μοναδικό! Όλες οι μελωδίες είχαν φωλιάσει στο μικρό του λαιμό!...
Αυτό το τριαντάφυλλο και το αηδόνι, έστειλε μέσα σε ασημένια κουτιά, δώρο στην καλή του!
Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να φέρουν τα δώρα, στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού, που βρισκόταν η κόρη του με τις κυρίες των τιμών της, και έπαιζαν.
Η πριγκίπισσα ήταν όμορφη, μα κακομαθημένη, και γενικά δεν της άρεσε να μελετά και να κοπιάζει ιδιαίτερα για κάτι.
Όταν είδε τα δυο κουτιά, χτύπησε τα χέρια της χαρούμενη και είπε:
-Αχ!...και να είναι κανένα γατάκι....
Μα ήταν το τριαντάφυλλο, με το θεσπέσιο άρωμα του!
-Ω!... τι χαριτωμένα που είναι φτιαγμένο... φώναξαν οι κυρίες όλες.
-Δεν είναι μόνο χαριτωμένο, είναι πολύ όμορφο!...είπε ο αυτοκράτορας.
-Μα μπαμπά... τι όμορφο, δεν είναι τεχνητό....είναι φυσικό!...έκανε η πριγκίπισσα με μια γκριμάτσα..
-Ναι...είναι φυσικό....είπαν ''εν χορώ'', οι κυρίες.
-Ας δούμε τι έχει το άλλο κουτί....είπε ο αυτοκράτορας
Και τότε πρόβαλε το αηδόνι. Τραγουδούσε τόσο ωραία!..που κανείς δεν βρήκε να πει κάτι άσχημο...
-''Superbe'', ''charmant''! ....υπέροχο...φώναξαν στα γαλλικά οι κυρίες που ήθελαν να δείξουν τις γνώσεις τους και την κομψότητα τους...
-Πόσο μου θυμίζει το μουσικό κουτί που είχε η αυτοκράτειρα....είπε ένας γέρος αυλικός...και όλοι δάκρυσαν συγκινημένοι....
Και ο αυτοκράτορας άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί..
-Ελπίζω τουλάχιστον ....είπε η πριγκίπισσα, αυτό να είναι τεχνητό...να μην είναι ζωντανό...
Μα είναι ζωντανό....είπαν όλοι μαζί.
-Ουφ!... τότε αφήστε το να φύγει.....
Και έστειλε αρνητική απάντηση στον πρίγκιπα.
Ο πρίγκιπας πείσμωσε και αποφάσισε να χειριστεί το θέμα ο ίδιος. Πασάλειψε το πρόσωπο του ώστε να μοιάζει σκουρόχρωμος, φόρεσε μια χωριάτικη κάπα, κατέβασε την κουκούλα ως τα μάτια του, και χτύπησε την πόρτα του παλατιού, ζητώντας δουλειά σαν χοιροβοσκός.
Είχαν ανάγκη από έναν πεπειραμένο χοιροβοσκό, μια και είχαν πολλά γουρούνια στα χοιροστάσια τους. Κι έτσι χρίστηκε αυτοκρατορικός χοιροβοσκός. Έπιασε αμέσως δουλειά, και άρχισε να καταπιάνεται με μια κατασκευή, που του πήρε μια ολόκληρη μέρα να την τελειώσει.
Έφτιαξε μια όμορφη σιδερένια χύτρα, με κουδουνάκια γύρω-γύρω, που όταν έβραζε τα κουδουνάκια έπαιζαν τέλεια την μουσική από το παλιό τραγούδι, ''πήγε η γάτα στο χορό''.
Το πιο περίεργο όμως ήταν, ότι τα υλικά με τα οποία είχε κατασκευαστεί η χύτρα, της χάριζαν μια ιδιότητα. Αν κρατούσες το δάχτυλο σου στον ατμό, την ώρα που έβραζε, μπορούσες να μυρίσεις τι φαγητό μαγείρευε το κάθε σπίτι της πολιτείας.
Η πριγκίπισσα την άλλη μέρα, βγήκε για περίπατο, και καθώς περνούσε από το χοιροστάσιο, άκουσε τα κουδουνάκια της χύτρας που έβραζε. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που έστειλε αμέσως κάποια από τις κυρίες της αυλής της, να ρωτήσει την τιμή της. Το τραγούδι που έπαιζε η χύτρα, ήταν το μοναδικό που ήξερε και έπαιζε συνέχεια στο πιάνο, κι αυτό με το ένα δάχτυλο.
-Αυτό είναι το τραγούδι μου.....είπε...Τη θέλω τη χύτρα δική μου!
Ο πρίγκιπας της παράγγειλε, ότι αν του δώσει 10 φιλιά, η χύτρα είναι δική της.
-Θεέ μου!....αναφώνησε η κυρία....
-Ανήκουστο ....αναφώνησε η πριγκίπισσα...
Έκανε μερικά βήματα να φύγει, μα άκουσε πάλι τα κουδουνάκια και ....κοντοστάθηκε.
-Θα του δώσει τα φιλιά, κάποια από τις κυρίες της αυλής μου....αντιπρότεινε η πριγκίπισσα.
-10 πριγκιπικά και μόνο!... και ούτε ένα λιγότερο....είπε ο πρίγκιπας-χοιροβοσκός.
Τι να κάνει η πριγκίπισσα, μια και ήθελε τόσο πολύ τη χύτρα, έβαλε τις κυρίες να κάνουν κύκλο, ώστε να την κρύψουν όση ώρα θα πλήρωνε τον χοιροβοσκό.
Ο χοιροβοσκός πήρε τα φιλιά του, και η πριγκίπισσα τη χύτρα της. Με αυτήν ασχολούνταν όλοι, όλη την ημέρα, και μάθαιναν τα φαγητά όλων των σπιτιών. Και γελούσαν πολύ.
-Προσέξτε όμως μη σας ξεφύγει κουβέντα....είπε στις κυρίες η πριγκίπισσα..Όλοι θα θέλουν να μάθουν πώς απέκτησα τη χύτρα, και δεν είναι σωστό εγώ, μια πριγκίπισσα να πληρώνω έναν....άξεστο χοιροβοσκό, με τέτοιο τρόπο.
-Όχι, όχι ....δεν θα πούμε κουβέντα σε κανέναν....είπαν όλες μαζί, με ένα στόμα.
Στο μεταξύ ο χοιροβοσκός, δηλαδή ο πρίγκιπας, έφτιαξε μια ροκάνα που έπαιζε όλα τα βαλς και τις καντρίλιες που έχουν παιχθεί από καταβολής κόσμου.
-Μα είναι θαύμα..!!!.... φώναξε η πριγκίπισσα ...πηγαίνετε να μάθετε πόσο την πουλάει, και δεν έχει άλλα φιλιά, να του πείτε.....
-Ζητάει 100, και να είναι δικά σας...απάντησε η κυρία που πήγε να ρωτήσει..
-Σίγουρα θα είναι τρελός...εγώ μια πριγκίπισσα να φιλάω αυτό τον άξεστο χοιροβοσκό...
Δεν έκανε όμως δέκα βήματα και σκέφτηκε ότι σαν πριγκίπισσα πρέπει να βοηθάει την τέχνη.
Έτσι είπε:
-Θα του δώσω 10 και τα υπόλοιπα θα του τα δώσει μία από εσάς.
-Μα δεν θέλουμε να τον φιλήσουμε
-Αφού μπορώ εγώ μια πριγκίπισσα να το κάνω, τότε σίγουρα μπορείτε κι εσείς...αυτό μας έλειπε!
Μη ξεχνάτε πως σας πληρώνω...
Πήγαν λοιπόν και τον ρώτησαν. Αυτός όμως ανένδοτος! Και τα 100 έπρεπε να είναι από τα πριγκιπικά χείλη.
-Σταθείτε λοιπόν γύρω μου, και πολύ του πάει του βρωμιάρη. Αλλά εγώ θα πάρω αυτό που θέλω, κι αυτό είναι η ροκάνα...
Ο αυτοκράτορας εκείνη την στιγμή, γύριζε από το κυνήγι του. Βλέποντας μαζεμένες όλες τις κυρίες της αυλής της κόρης του στο χοιροστάσιο, απόρησε.
Σκέφτηκε ότι σίγουρα κάτι θα έγινε...
Πλησίασε λοιπόν αθόρυβα και τι να δει!....Η πριγκίπισσα φιλούσε τον χοιροβοσκό...Δεν πίστευε στα μάτια του...Να ξεπέσει τόσο χαμηλά....Θύμωσε πολύ, ...μα πάρα πολύ....
Αμέσως φωνάζει:
-Τι γίνεται εδώ;....και δίνει ένα χαστούκι στην κόρη του....έξαλλος...
Τους βούτηξε και τους δύο και τους πέταξε έξω από το παλάτι, πριν προλάβει να μιλήσει κανείς.
Αναγκάστηκαν κι αυτοί να φύγουν από την πολιτεία. Η πριγκίπισσα έκλαιγε και παραπονιόταν.
-Τι θα κάνω τώρα; Τι δουλειά έχω εγώ με αυτόν τον άξεστο; Θα μπορούσα να είχα δεχθεί να παντρευτώ εκείνον τον παλιοπρίγκιπα, και τώρα δεν θα τα τραβούσα αυτά. Θα μπορούσα να έκανα το κέφι μου και να τον έχω του χεριού μου...Τώρα;.....και συνέχιζε τα μυξοκλάματα...
Ο χοιροβοσκός θύμωσε πραγματικά, βλέποντας τον ατομισμό και το πόσο ρηχή ήταν η πριγκίπισσα.
Πήγε πίσω από ένα δέντρο, και σκούπισε τις μουτζούρες, έβγαλε από το δισάκι του τη φορεσιά του και την φόρεσε. Έπειτα με την κανονική του μορφή, παρουσιάστηκε μπροστά της.
-Εγώ είμαι ο άξεστος χοιροβοσκός, που σε αγαπούσα και ήθελα να σε κάνω γυναίκα μου.
Αλλά είσαι μια κακομαθημένη, τεμπέλα, ατομίστρια και άπονη. Και τόσο ρηχή όσο δεν αρμόζει στη θέση σου, ούτε στην καταγωγή σου. Και δεν θέλω τέτοια χαρακτηριστικά στην γυναίκα μου. Ποιος σου είπε, ότι έχεις δικαίωμα να κάνεις το κέφι σου, και να εκμεταλλεύεσαι τα αισθήματα του άλλου;
Σε περιφρονώ τώρα. Δεν δέχτηκες να πάρεις για άντρα σου έναν τίμιο πρίγκιπα και δεν ήσουν άξια να εκτιμήσεις την ομορφιά του μαγεμένου τριαντάφυλλου και του αηδονιού την αξία. Ήσουν όμως πρόθυμη να φιλήσεις έναν χοιροβοσκό, για να ικανοποιήσεις την απληστία σου και την ματαιοδοξία σου. Να λοιπόν, πήρες την αμοιβή σου!
Και ο πρίγκιπας γύρισε στο κράτος του. Κι αυτή έμεινε χωρίς πρίγκιπα, χωρίς παλάτι, χωρίς πατέρα, χωρίς ρόδο και αηδόνι, χωρίς χύτρα και ροκάνα, να τραγουδάει το μόνο που ήξερε....''πήγε η γάτα στο χορό...''






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*