Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η καινούργια στολή του βασιλιά!

Μια φορά κι ένα καιρό, εδώ και πολλά πολλά χρόνια, ήταν ένας  βασιλιάς τόσο φιλάρεσκος, που ξόδευε όλα τα λεφτά του, σε όμορφες στολές. Δε νοιαζόταν για τους στρατιώτες του, δεν αγαπούσε το θέατρο μα ούτε και το κυνήγι. Το μόνο που του άρεσε, ήταν να προβάρει συνέχεια καινούργιες στολές.
Είχε από μια για κάθε ώρα της μέρας. Έτσι που συνέχεια είχε πρόβα σε ράφτες.
Η πρωτεύουσα του ήταν μια μεγάλη και εύθυμη πόλη, που κάθε μέρα έφταναν πολλοί ξένοι.
Μια μέρα, έφτασαν εκεί δυο απατεώνες, που έλεγαν πως είναι, ράφτες και μάλιστα από τους πιο καλούς. Μπορούσαν να υφάνουν τα καλύτερα υφάσματα του κόσμου. Έλεγαν ακόμα, πως όχι μόνο τα σχέδια και τα χρώματα στα υφάσματα τους, ήταν πεντάμορφα, παρά πως ήταν και θαυματουργά.
Γιατί τα φορέματα που ήταν φτιαγμένα από αυτά, έμεναν αόρατα, και δεν τα έβλεπαν εκείνοι που δεν ήταν άξιοι για τη θέση που είχαν ή που ήταν αποκλειστικά βλάκες.
-Τέτοια στολή πρέπει να κάνω.... είπε ο βασιλιάς, μόλις έμαθε πως ήρθαν στη χώρα του οι δύο ράφτες.
Με τη στολή αυτή, θα ξέρω αμέσως, ποιος μέσα στη χώρα μου είναι άξιος για τη θέση του, και ποιος δεν είναι και θα ξεχωρίζω κιόλας τους σοφούς από τους ανόητους. Ναι!...ναι!..Πρέπει αμέσως να τους καλέσω να μου φτιάξουν στολή από το θαυματουργό αυτό ύφασμα.
Κι αμέσως έδωσε εντολή, στους δύο απατεώνες να ξεκινήσουν, και μάλιστα τους έδωσε και μια μεγάλη προκαταβολή για να αρχίσουν την δουλειά τους.
Εκείνοι έστησαν δύο αργαλειούς, και έκαναν πως δούλευαν βιαστικά πάνω τους, χωρίς όμως να βάλουν στημόνι ούτε να περάσουν κλωστή στη σαΐτα τους. Ωστόσο ζήτησαν και τους έδωσαν, τα πιο πολύτιμα μετάξια καθώς και χρυσές κλωστές, που όμως τα έβαλαν μέσα στις τσέπες τους, αντί να τα περάσουν στους αργαλειούς.
Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Δούλευαν ως αργά τη νύχτα πάνω στους άδειους αργαλειούς, ώσπου τον βασιλιά τον έπιασε η ανυπομονησία.
-Πρέπει να στείλω κάποιον να δει πόσο προχώρησαν....σκέφτηκε. Ξέροντας όμως ότι το ύφασμα το βλέπουν μόνο όσοι αξίζουν ή είναι έξυπνοι, προβληματιζόταν ποιον να στείλει. Αρχικά σκέφτηκε να πάει μόνος του, μετά όμως από δεύτερη σκέψη αποφάσισε να δοκιμάσει πρώτα κάποιος άλλος. Δεν φοβόταν βέβαια για τον εαυτό του....όχι βέβαια αυτός ήταν ο βασιλιάς. Όλη όμως η πολιτεία είχε μάθει για το ύφασμα και περίμενε με αγωνία να δει ποιος θα αποδεικνυόταν ανάξιος ή κουτός.
-Θα στείλω τον γέρο πρωθυπουργό μου...αποφάσισε στο τέλος.
Αυτός μπορεί να ξεχωρίσει καλύτερα την αξία του υφάσματος, γιατί είναι άνθρωπος με μυαλό και στη δουλειά του ικανότατος μέχρι τώρα.
Έτσι ο πρωθυπουργός πήγε στο εργαστήριο μπροστά στους άδειους αργαλειούς....
Έκλεισε τα μάτια του με αγωνία και τα άνοιξε ξανά....και ....ω συμφορά του δεν έβλεπε κανένα ύφασμα..
Οι ράφτες τώρα τον ρωτούσαν αν του άρεσε το σχέδιο και τα χρώματα. Και δείχνοντας τον αργαλειό άρχισαν να του εξηγούν τα κεντήματα.
Ο πρωθυπουργός ο δύστυχος δεν έβλεπε τίποτα ....και σκεφτόταν πανικόβλητος..
-Ώστε είμαι βλάκας;....Ποτέ δεν θα το φανταζόμουν...Δεν πρέπει να το μάθει κανείς....Τι θα πω στον βασιλιά;...Πρέπει να παραιτηθώ;...Όχι δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο....
-Λοιπόν ....ρωτά ο βασιλιάς ....πώς σας φάνηκε;
-Εξαίσια μεγαλειότατε, και υπέροχο σχέδιο, υπέροχος συνδυασμός χρωμάτων, περίτεχνα κεντήματα!
Μου άρεσε πολύ!...
Μόλις οι ράφτες εξασφάλισαν τα σχόλια του πρωθυπουργού στο βασιλιά, ζήτησαν κι άλλο χρυσάφι, κι άλλο μετάξι που φυσικά τα έκλεψαν και αυτά.
Έπειτα από λίγες μέρες ο βασιλιάς έστειλε έναν υπουργό του να δει τα αποτελέσματα.
Κι εκείνος όμως δεν είδε τίποτα, αλλά επίσης φοβήθηκε να το παραδεχθεί, και εκθείασε στον βασιλιά τις ικανότητες των απατεώνων στο ράψιμο, και την ομορφιά της φορεσιάς.
Και συγχρόνως σκεφτόταν:
-Ούτε ανάξιος είμαι ούτε κουτός, αλλά όπως φαίνεται μόνο εγώ το ξέρω....
Όλη η πολιτεία πια δεν μιλούσε για τίποτα άλλο παρά για τη φορεσιά, και περίμενε με αγωνία τα αποτελέσματα και το τέλος της ραφής της.
Τώρα ο βασιλιάς αποφάσισε να το δει ο ίδιος, και πήγε στο εργαστήριο.
Με μεγάλη συνοδεία από αυλικούς, και με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό, έφτασαν στο χώρο των αργαλειών.
-Πώς το βρίσκετε μεγαλειότατε;....τον ρώτησαν αυτοί με την πεποίθηση πως όλοι έβλεπαν το ύφασμα εκτός από αυτούς.
- Τι συμβαίνει;....αναρωτήθηκε ο βασιλιάς ....ώστε είμαι κουτός και ανάξιος να είμαι βασιλιάς;...Συμφορά μου!....
-Είναι υπέροχη...αναφώνησε ωστόσο...κι έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον άδειο αργαλειό και προσποιούμενος ότι θαυμάζει το ανύπαρκτο ρούχο.
Και οι αυλικοί με κόμπους ιδρώτα, άρχισαν να λένε πόσο υπέροχη φορεσιά ήταν αυτή και πόσο μεγαλόπρεπη! Κανείς δεν τόλμησε να πει ότι δεν έβλεπε τίποτα..
Συμβούλευσαν δε τον βασιλιά, να φορέσει την στολή του στην πρώτη αυλική γιορτή που θα γινόταν σε λίγες μέρες. Ο βασιλιάς ζήτησε από τους ράφτες να έχουν τελειώσει μέχρι τότε και διέταξε τον πρωθυπουργό να ετοιμαστούν δύο βαρύτιμα παράσημα για να τους τα απονείμει στη γιορτή.
Την παραμονή της γιορτής, οι απατεώνες δεν έκλεισαν μάτι όλη νύχτα.
Άναψαν δεκαέξι κεριά στο εργαστήριο για να βλέπουν όλοι το πόσο σκληρά δούλευαν, για να έχουν έτοιμη την φορεσιά.
Και όσοι περνούσαν απέξω και έβλεπαν ψαλίδια στον αέρα, και να τραβάνε βελόνες χωρίς κλωστή, πίστευαν ότι δούλευαν πυρετωδώς.
Κάποια στιγμή είπαν ότι επιτέλους τελείωσαν.
Ο βασιλιάς ήρθε ο ίδιος να κάνει πρόβα, και οι δύο ράφτες προχωρούσαν με δυσκολία σαν να κουβαλούσαν κάτι βαρύ.
Έκαναν ότι τη φορούσαν στο βασιλιά, και του έλεγαν...
- Βλέπετε πώς σας έρχεται;...και πόσο ελαφριά την αισθάνεστε πάνω σας;...Παρόλο το βάρος του χρυσαφιού, και των πετραδιών, μόλις τη φορέσατε έγινε ανάλαφρη...
Ο βασιλιάς έκανε ότι κοιτάζεται στον καθρέφτη και ότι αυτοθαυμάζεται..
Όλοι έλεγαν τι υπέροχος είναι...και πόσο πολυτελής ήταν η φορεσιά του...
Σε λίγο έφτασαν και οι συνοδοί που θα του κρατούσαν την τέντα για να είναι ο βασιλιάς στην σκιά.
Μπροστά ο βασιλιάς, ανάμεσα τους, κορδωμένος, και από πίσω οι αυλικοί του που έκαναν ότι κρατούσαν την ουρά της ανύπαρκτης φορεσιάς, βγήκαν στον δρόμο.
Κόσμος πολύς δεξιά και αριστερά και στα παράθυρα και τα μπαλκόνια.
Και όλοι φώναζαν τι υπέροχη ήταν η καινούργια θαυματουργή φορεσιά του βασιλιά.
Ποιος θα παραδεχόταν ότι ήταν ανάξιος ή ηλίθιος;
Καμία στολή δεν είχε προκαλέσει τόσο ενθουσιασμό...
Ξαφνικά μια παιδική φωνή ακούστηκε...
-Γιατί ο βασιλιάς είναι γυμνός;....
Σαν άνεμος διαδόθηκε αυτή η φράση από στόμα σε στόμα και σε λίγο όλοι φώναζαν...
-Ο βασιλιάς είναι γυμνός!!......
Ο βασιλιάς το κατάλαβε κι αυτός επιτέλους. Έβλεπε πως ο λαός μόνο έλεγε την αλήθεια.
Τι να κάνει όμως...συνέχισε να προχωρά, με βήμα επίσημο, κατακόκκινος από ντροπή, ενώ οι αυλικοί του εξακολουθούσαν να κρατάνε την ανύπαρκτη ουρά.
Ποτέ τους δεν είχαν νοιώσει πιο ανάξιοι και πιο ηλίθιοι......



Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Το ζευγαράκι!!

Ένας Σβούρος, και μια Μπάλα, έμεναν κι οι δύο στο ίδιο κουτί με άλλα παιχνίδια.
Μια μέρα ο Σβούρος λέει στη Μπάλα:
-Αρραβωνιαζόμαστε; Έτσι κι αλλιώς μαζί θα ζήσουμε όλη μας τη ζωή.
Η Μπάλα όμως, που ήταν ντυμένη μες τα μεταξωτά και είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, δεν του έδωσε καμία απάντηση.
Το άλλο πρωί ήρθε το αγοράκι, που του ανήκαν τα παιχνίδια, κι αφού έβαψε τον Σβούρο κίτρινο και κόκκινο, του κάρφωσε κι ένα μπακιρένιο καρφί στην κορφή του.
Έτσι στολισμένος ο Σβούρος, είχε μεγαλόπρεπη όψη, καθώς τριγύριζε πάνω στη μύτη του.
-Για δες με!...έλεγε τώρα στη Μπάλα. Πώς με βρίσκεις λοιπόν; Σκέψου πόσο ταιριασμένο ζευγάρι θα ήμασταν.... Εσύ να πηδάς κι εγώ να χορεύω! Κανένας δεν θα ήταν πιο ευτυχισμένος από εμάς τους δυο.
-Νομίζετε;...ρώτησε η Μπάλα. Ξεχνάτε φαίνεται, από τι οικογένεια κατάγομαι εγώ. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν μεταξωτές παντούφλες, κι εγώ έχω μέσα μου μια τοοόση μεγάλη καρδιά από φελλό.
-Ναι ... μα κι εγώ δεν πάω πίσω, παρατήρησε τότε ο Σβούρος. Πρώτον είμαι από μαόνι... Κι έπειτα, με έχει τορνέψει ο ίδιος ο Δικαστής. Έχει δικό του τόρνο, να περνάει την ώρα του. Και να έβλεπες με πόση προσοχή και αγάπη με έφτιαχνε!
-Να σας πιστέψω;...ρώτησε η Μπάλα.
-Να μη με φροντίσουν ξανά, αν λέω ψέματα.
-Βλέπω πως είσαστε πολύ εύγλωττος, δυστυχώς όμως δεν είμαι ελεύθερη. Είμαι σχεδόν αρραβωνιασμένη, με ένα χελιδόνι. Κάθε φορά που πηδάω ως εκεί πάνω, το χελιδόνι βγάζει το κεφαλάκι του από τη φωλιά του και με ρωτάει αν το θέλω. Κι εγώ μέσα μου έχω πει το ναι.
Εξάλλου μου ταιριάζει ένα πλάσμα που πετάει στα ουράνια και πάει ψηλά σαν και μένα.
Από τότε ο Σβούρος δεν ξαναμίλησε της Μπάλας.
Την άλλη μέρα το αγόρι, πήρε τη Μπάλα και άρχισε να παίζει μαζί της. Ο Σβούρος την έβλεπε που πηδούσε ψηλά σαν πουλί, και ύστερα γύριζε πάλι κάτω με φόρα. Μια φορά όμως δεν ξαναγύρισε.
Ο μικρός έψαξε αλλά η Μπάλα ήταν άφαντη.
-Εγώ ξέρω που πήγε και κρύφτηκε, αναστέναξε ο Σβούρος. Είναι στη χελιδονοφωλιά. Παντρεύτηκε το χελιδόνι.
Κι όσο πιο πολύ τη σκεφτόταν με τα μεταξωτά της, τόσο πιο πολύ την αγαπούσε. Η αγάπη του μεγάλωνε πιο πολύ, σαν σκεφτόταν ότι δεν έβλεπε ξανά την ομορφιά της, και ότι την είχε πάρει κάποιος άλλος κι εκείνον δεν τον καταδέχτηκε.
Στριφογύριζε και χόρευε πάνω στη μύτη του, αλλά το λούσο και η ομορφιά της Μπάλας δεν έφευγε από το μυαλό του. Στη φαντασία του την έβλεπε ακόμα πιο όμορφη από ότι ήταν.
Πέρασαν χρόνια και η αγάπη του έγινε μια παλιά, και αθάνατη αγάπη.
Ο Σβούρος δεν ήταν πια νέος, δεν ήταν δηλαδή πια καινούργιος, όπως λένε για τα παιχνίδια.
Ωστόσο, γνώρισε τιμές και δόξες και μια μέρα τον έβαψαν χρυσό.
Ποτέ του δεν ήταν πιο όμορφος! Τώρα πηδούσε ακόμα πιο ψηλά, και χόρευε ακόμα πιο γρήγορα.
Τόσο καμάρι! Μια μέρα όμως πήδηξε τόσο ψηλά, που ο ιδιοκτήτης του, τον έχασε από τα μάτια του.
Τον έψαξε παντού, αλλά ο Σβούρος δεν φαινόταν πουθενά.
Τι είχε συμβεί;
Χωρίς να το θέλει, είχε πέσει σε ένα τενεκέ σκουπιδιών, γεμάτο κοτσάνια από λάχανα, μπανανόφλουδες, σοβάδες από τον τοίχο, και κάθε είδος σκουπιδιού ξεχασμένο από καιρό.
-Ωραία τα κατάφερα!...είπε μέσα του ο Σβούρος. Εδώ θα ξεθωριάσει και το χρυσάφι μου! Αχ!... τι σιχαμένα που είναι όλα τριγύρω μου!
Ήταν στριμωγμένος ανάμεσα σε ένα κοτσάνι από λάχανο, και σε ένα χαλασμένο μήλο.
Ωστόσο δεν ήταν μήλο. Ήταν μια παλιά ξεθωριασμένη Μπάλα! Είχε μείνει πολλά χρόνια στο λούκι, είχε κυλήσει εκεί από τα κεραμίδια, και τώρα είχε πέσει σε αυτόν τον τενεκέ. Οι βροχές τη μούσκευαν χρόνια και χρόνια, και τώρα αυτή με κουρελιασμένο το ντύσιμο της, και με ξεθωριασμένα τα χρώματα της, έμοιαζε με ζαρωμένο μήλο.
-Δόξα το Θεό!...σκέφτηκε η Μπάλα, καθώς κοιτούσε τον χρυσωμένο Σβούρο. Βρήκα μια παρέα να κουβεντιάσω λιγάκι.
Είμαι ξέρετε, από μετάξι, κι έχω και φελλό μέσα μου, άρχισε να λέει στον Σβούρο. Αλλά τι τα θέλετε; Αυτά δεν είναι για εδώ.... Δεν υπάρχει κανένας να τα εκτιμήσει εδώ. Παρά λίγο θα παντρευόμουν ένα χελιδόνι, αλλά έπεσα, βλέπετε, στο λούκι κι έμεινα εκεί, πέντε ολόκληρα χρόνια.
Πέντε ολόκληρα χρόνια είναι πολλά για ένα κορίτσι!
Ο Σβούρος όμως δεν της απάντησε. Σκεφτόταν, την παλιά του αγάπη κι όσο του μιλούσε η Μπάλα, τόσο και πιο πολύ καταλάβαινε πως ήταν αυτή!
Σε λίγο ήρθε η υπηρέτρια, και κοίταξε τον τενεκέ. Φώναξε:
-Εδώ είναι ο Σβούρος!
Έτσι ο Σβούρος, γύρισε στο σπίτι του, στο κουτί, και γνώρισε πάλι πολλές τιμές και δόξες.
Για τη Μπάλα ωστόσο, δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. Ούτε για τη καταγωγή της, ούτε για τα μεταξωτά της, ούτε καν για την τύχη της.
Κι από τότε ο Σβούρος δεν ξαναμίλησε πια για την παλιά του αγάπη....
Γιατί η αγάπη ξεχνιέται, σαν σέρνεσαι πέντε χρόνια μέσα στα..λούκια, κι όταν σε ξανασυναντήσουν σε πετύχουν μέσα σε ένα τενεκέ με σκουπίδια.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Η γενναία αδελφούλα!

Θα σας πω μια ιστορία για ένα κορίτσι που το έλεγαν Ζωή. Για μια αδελφούλα που ζούσε σε ένα σπιτάκι με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της τον Γενναίο και τον Τυχερό.
Μη νομίζετε ότι ήταν τυχαία τα ονόματα τους. Όχι! Η Ζωή είχε μια αγάπη τεράστια μέσα της, και μία ζωντάνια απερίγραπτη. Ο Γενναίος πίστευε ότι το θάρρος σε έβγαζε νικητή στη ζωή. Ενώ ο Τυχερός, πίστευε ότι με διάφορους πλάγιους τρόπους μπορείς να πετύχεις τα πάντα χωρίς κόπο, αρκεί να είχες τη τύχη με το μέρος σου.
Ο καιρός τους κυλούσε ήρεμα, ήταν αγαπημένα μεταξύ τους τα αδέλφια και ζούσαν με τα καλούδια που έβγαζε το περιβολάκι τους στο πίσω μέρος του σπιτιού τους.
Δεν ήθελαν τίποτα άλλο. Δεν είχαν  άλλη επιθυμία, παρά μόνο, να ζουν ήρεμα και αγαπημένα μαζί, στη φύση.
Ένα βράδυ χτύπησε η πόρτα τους. Η Ζωή πήγε να δει ποιος   χτυπούσε.
Ήταν μία γριά, που ξέμεινε στο δάσος και ζητούσε κάπου να περάσει το βράδυ της.
Η Ζωή τη δέχτηκε ευχαρίστως και της ετοίμασε φαγητό για να φάει, κι έπειτα της έστρωσε κάπου για να κοιμηθεί.
Η γριά έκοβε βόλτες μέσα στο σπίτι και κοιτούσε την όμορφη φωτιά του τζακιού κάθε τόσο.
-Πώς σε λένε γιαγιά; ...ρώτησε η Ζωή
-Με λένε Δοκιμασία.
-Παράξενο όνομα έχεις, δεν το έχω ξανακούσει
-Το όνομα μου πιο πολύ το ζεις, παρά το ακούς.....απάντησε η γιαγιά.
Παρόλο που δεν κατάλαβαν τι εννοούσε, δεν έδωσαν συνέχεια.
Σαν ξημέρωσε, νωρίς το πρωί η γιαγιά Δοκιμασία, έκανε βόλτα στο περιβόλι. Το πήγε πάνω κάτω πέντε φορές και μετά γύρισε στο σπίτι, και είπε στα παιδιά.
-Ωραίο το περιβόλι σας. Αλλά του λείπει το πουλί που μιλάει, το δέντρο που τραγουδάει, και το μαλαματένιο νερό. Τότε θα ήταν το πιο όμορφο περιβόλι του κόσμου.
-Πού θα τα βρούμε;....ρώτησαν τα αδέλφια με μια φωνή.
-Αν πάτε ίσια μπροστά σας, θα συναντήσετε έναν άνθρωπο κι αυτός θα σας πει.
Έπειτα από λίγο τους χαιρέτησε, τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία τους κι έφυγε.
Ο μεγάλος αδελφός ο Γενναίος, έμεινε συλλογισμένος για αρκετή ώρα.
Και ξαφνικά είπε:
-Αδέλφια μου νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος για να φέρω αυτά τα τρία πράγματα που είπε η γιαγιά, και να κάνω το περιβόλι μας το πιο ωραίο στον κόσμο.
Αν δεν πάω θα σκάσω. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο παρά θάρρος. Κι αυτό το έχω. Κι εσύ Ζωή ράψε μου ένα πουκάμισο. Έχεις δεξιοτεχνία στο ράψιμο. Αν κάποια στιγμή τρυπηθείς από τη βελόνα, τότε θα πει ότι κάτι έπαθα. Και ξεκίνησε το ταξίδι του.
Πήγε ίσια μπροστά, και συνάντησε έναν άνθρωπο που του συστήθηκε με το όνομα Σοφός.
Ο Σοφός καθόταν στα ριζά ενός βουνού, γεμάτο πέτρες.
-Ξέρεις καλέ μου άνθρωπε να μου πεις πού θα βρω το πουλί που μιλάει, το δέντρο που τραγουδάει και το μαλαματένιο νερό;
 -Παιδί μου πρέπει να ανέβεις στην κορφή αυτού του βουνού. Όμως πρόσεξε... στο δρόμο σου θα συναντήσεις πολλούς που θα σε βρίζουν, θα σε χτυπούν, θα σε κολακεύουν, αλλά δεν πρέπει να δώσεις σημασία σε κανέναν. Δεν πρέπει να γυρίσεις να τους κοιτάξεις   γιατί θα γίνεις αμέσως πέτρα.
Τα άκουσε ο Γενναίος και βεβαίωσε τον Σοφό, ότι θα προσέχει.
Άρχισε λοιπόν να ανεβαίνει ένα ανηφορικό απότομο μονοπάτι. Είχε περάσει μια στροφή του μονοπατιού, όταν άκουσε κάποιες φωνές να τον βρίζουν.
Τον έλεγαν άχρηστο, ακαμάτη, ανόητο, του έλεγαν ότι δεν είχε καμία δουλειά ανάμεσα τους, τον έλεγαν δειλό, ψεύτη, κι ένα σωρό άλλες άσχημες κουβέντες.
Το παλικάρι νευρίασε, αλλά δεν αντέδρασε καθόλου και συνέχισε να προχωρά.
Μετά από λίγη ώρα, άκουσε πάλι άλλες φωνές που αυτή τη φορά τον επαινούσαν, του έταζαν πλούτη εύκολα, χωρίς κόπο και ένα σωρό καλά αν πήγαινε στην παρέα τους.
Εκείνος όμως παρότι γοητεύτηκε, δεν αντέδρασε ούτε γύρισε να ρίξει ματιά και συνέχισε να προχωρά. Μόλις είχε στρίψει μια στροφή, όταν ένα δυνατό χτύπημα στη πλάτη κόντεψε να τον ρίξει κάτω. Φούντωσε με αυτό το θράσος και γύρισε να ανταποδώσει το χτύπημα. Δεν πρόλαβε όμως γιατί αμέσως....έγινε πέτρα.
Η Ζωή στο σπίτι, ενόσω έραβε τρυπήθηκε ξαφνικά από το βελόνι και αίμα άρχισε να τρέχει από το δάχτυλο της.
-Ο αδελφός μας κάτι έπαθε.
Ο Τυχερός σηκώθηκε όρθιος και της είπε:
-Μην ανησυχείς εγώ θα πάω και θα τον φέρω πίσω.
Ξεκίνησε κι αυτός και σαν έφτασε στα ριζά του βουνού συνάντησε τον Σοφό.
Τον ρώτησε, κι εκείνος του είπε ό,τι ακριβώς είχε πει και στον αδελφό του.
Αυτός τον ευχαρίστησε και άρχισε να ανεβαίνει. Δύσκολο στρατί και απότομο. Κουράστηκε έπειτα από λίγο. Άρχισαν τότε κάποιες φωνές να τον βρίζουν και να τον προσβάλουν. Αλλά αυτός συνέχισε απτόητος. Παρακάτω δέχτηκε κάποια χτυπήματα δυνατά και σπρωξιές, αλλά ούτε αυτά τον κλόνισαν.
Μετά από την επόμενη στροφή όμως, κάποιοι άρχισαν να τον κολακεύουν και να του τάζουν διάφορα, άκοπα και γρήγορα. Ο Τυχερός μας δελεάστηκε.
-Αυτό έλεγα κι εγώ πάντα.....μονολόγησε.
Και γύρισε να διαπραγματευθεί. Δεν πρόλαβε όμως και αυτός γιατί έγινε αμέσως πέτρα.
Η Ζωή στο σπίτι που έραβε τώρα ένα πουκάμισο του Τυχερού, τρυπήθηκε πάλι από το βελόνι, και νοιώθοντας ότι αυτό ήταν δεύτερο σημάδι, σηκώθηκε όρθια και έτρεξε στη πόρτα.
Όταν συνάντησε τον Σοφό κι εκείνη, τον ρώτησε αν είχε δει δύο παλικάρια να περνάνε.
-Τους είδα αλίμονο, είπε εκείνος. Αλλά δεν με άκουσαν και τώρα έχουν γίνει και οι δύο πέτρες αυτού του βουνού.
-Δεν μπορώ να κάνω κάτι να τους σώσω;
-Μπορείς να ανέβεις χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου ότι κι αν γίνει. Μόλις φτάσεις στην κορυφή θα βρεις τα τρία μαγεμένα πολύτιμα πράγματα που σας είπε η γριά. Θα τα πάρεις, θα βρεις μόνη σου τον τρόπο, και θα γυρίσεις πίσω. Κατεβαίνοντας όποια πέτρα συναντάς θα την κατρακυλάς στην πλαγιά.
Αυτές θα γίνουν άνθρωποι και ανάμεσα τους θα είναι και τα αδέλφια σου.
Η Ζωή τον ευχαρίστησε και άρχισε να ανεβαίνει με πίστη στην ζεστή καρδιά της.
Ούτε οι προσβολές την ενόχλησαν, ούτε τα χτυπήματα τη σταμάτησαν, ούτε οι κολακείες και τα ταξίματα, την δελέασαν. Εκείνη έπεφτε και χωρίς να κοιτάξει πίσω της σηκωνόταν και συνέχιζε το δρόμο της.
Στην κορυφή ένα πουλί πέταξε και κάθισε στον ώμο της χαιρετώντας την με το όνομα της.
Σε μια μαρμάρινη βρύση ένα νερό κυλούσε, και από πάνω από τη βρύση βρισκόταν ένα δέντρο που σκόρπιζε ένα γλυκό τραγούδι ολόγυρα.
Άπλωσε το χέρι της να αγγίξει το νερό κι εκείνο έγινε μια στέρεη λαμπερή μπάλα. Η Ζωή την πήρε και την έβαλε στην τσέπη της. Έπειτα πήγε να αγγίξει τα κλαδιά του δέντρου, κι εκείνα άρχισαν να γίνονται ένα με τον κορμό, κι αυτός με τη σειρά του να μικραίνει, μέχρι που το δέντρο δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα σπίρτο. Όλη αυτή την ώρα το πουλί ήταν ακόμα στον ώμο της και της έλεγε.
-Όπου πάνε τα αδέλφια μου θα πάω κι εγώ. Θα έρθω μαζί σου Ζωή.
Πήρε το μικρό πλέον δεντράκι και το έβαλε κι αυτό στην τσέπη της.
Γύρισε να φύγει και μη ξεχνώντας τα όσα της είχαν πει, άρχισε κάθε πέτρα να την κατρακυλά στην πλαγιά. Αυτές μόλις έφταναν κάτω, γίνονταν άνδρες και γυναίκες που έτρεχαν χαρούμενοι για τα σπίτια τους.
Όταν έφτασε κάτω πλέον, και αφού είχε κατρακυλήσει όλες τις πέτρες, βρήκε και τα δύο αδέλφια της που είχαν πάρει την κανονική μορφή τους.
Αγκαλιάστηκαν, και ξεκίνησαν για το σπίτι τους. Σταμάτησαν να ευχαριστήσουν τον Σοφό και τον βρήκαν παρέα με την γριά Δοκιμασία.
-Τώρα πια θα καταλάβατε τι σημαίνει το όνομα μου, και ότι μόνο το θάρρος χωρίς ώριμη σκέψη δεν φτάνει. Μόνο η τύχη χωρίς καθόλου κόπο δεν αρκεί. Τα αποτελέσματα είναι καλύτερα όταν μοχθούμε, χωρίς να δηλώνουμε παραίτηση, όταν έχουμε πίστη και αγάπη στην καρδιά.
Τα παιδιά γύρισαν σπίτι τους. Και είδαν, ότι στο μέσον του περιβολιού τους, υπήρχε μια βρύση, δώρο της Δοκιμασίας. Εκεί ακούμπησε η Ζωή την στέρεη μπάλα της, που αμέσως έγινε ξανά υδάτινη και άρχισε να κυλάει. Εκεί κοντά, ακούμπησε το σπιρτόξυλο της, που αμέσως φούντωσε, μεγάλωσε και άπλωσε πάλι τα κλαδιά του, βυθίζοντας τις ρίζες του στο χώμα, τραγουδώντας.
Σε αυτά τα κλαδιά πήγε και κάθισε το πουλί, χαιρετίζοντας το ωραιότερο περιβόλι του κόσμου.





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*