Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Περιμένοντας τα Χριστούγεννα!!!

Σήμερα το πρωί, η μαμά είναι χαρούμενη! Τριγυρίζει σε όλο το σπίτι και σιγοτραγουδάει.
''Ο αέρας, ο αέρας του χειμώνα!!''
Πηγαίνει στο δωμάτιο των παιδιών, και τα ξυπνάει με ένα ζεστό φιλί!
Έχει ένα κοριτσάκι την Αννούλα, και ένα αγόρι τον Κωνσταντίνο!
Υπέροχα παιδιά και τα δύο, που τα λατρεύει και που έχουν αδυναμία στη μαμά τους!
Την ώρα που τα ξυπνάει, περιμένει με αγωνία να τους δείξει την έκπληξη που τους έφτιαξε!
''Παιδιά μου, τους λέει... σε λίγο καιρό έχουμε Χριστούγεννα, κι έτσι θα αρχίσουμε να μετράμε τις μέρες που έμειναν, μέχρι τον εορτασμό του Άι-Βασίλη.''
''Για να σας βοηθήσω, σας ετοίμασα μια έκπληξη, ....τρέξτε γρήγορα στο σαλόνι!''
Η Αννούλα και ο Κωνσταντίνος, σηκώνονται γρήγορα από τα κρεβάτια τους, κατεβαίνουν την σκάλα, και ανοίγουν την πόρτα καρδιοχτυπώντας.
Γύρω - γύρω, σε όλους τους τοίχους του σαλονιού, είναι απλωμένη μια τεράστια κρεμαστή γιρλάντα.
Ανάμεσα στα φύλλα της, πράσινα και κόκκινα ζαχαρωτά, κρέμονται πλάι σε κόκκινα βελούδινα σακουλάκια. Κάθε σακουλάκι, έχει πάνω του κεντημένο ένα χρυσό αριθμό, και είναι δεμένο με ασημένια κορδέλα, από όπου κρέμεται μια κάρτα.
Η Αννούλα δεν πιστεύει στα μάτια της.
''Είναι δώρο από τον Άγιο Βασίλη;''...ρωτάει ο Κωνσταντίνος.
''Όχι! ...Είναι το Χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο που σας έφτιαξα..'' τους εξηγεί η μαμά.
Έβαλαν τις φωνές όλο χαρά τα παιδιά.
''Κάθε μέρα θα ανοίγετε ένα σακουλάκι, και θα διαβάζετε μία κάρτα, μετρώντας ανάποδα''.
''Ας πούμε, θέλουμε ακόμα για τα Χριστούγεννα, 24 μέρες. Θα διαβάσετε την κάρτα που κρέμεται από το σακουλάκι με το νούμερο 24, και αυτό θα ανοίξετε για να δείτε την έκπληξη που κρύβει μέσα''.
''Πρέπει να ξεκινήσουμε από σήμερα. Εγώ θα ανοίξω πρώτη φωνάζει η Αννούλα, κι εγώ θα διαβάσω την κάρτα φωνάζει ο Κωνσταντίνος''.
Η Αννούλα ξεκρεμάει το πρώτο σακουλάκι, με τον αριθμό 24 και δίνει την κάρτα στον Κωνσταντίνο, να τη διαβάσει.
Η κάρτα γράφει: '' Είσαι ένα σωστό αγγελούδι! Το δικό μου αγγελούδι! Κι όπως κάθε καλό παιδάκι, δες την πρώτη σου έκπληξη!''
Η Αννούλα ανοίγει το πρώτο σακουλάκι, και μέσα ανακαλύπτει έναν όμορφο χρυσό άγγελο, με ολόχρυσα φτερά. Χαρούμενα τα παιδιά αποφασίζουν να το κρεμάσουν στο δέντρο τους.
Ο Κωνσταντίνος χειροκροτεί.
''Αύριο είναι η σειρά μου!.. Σ' ευχαριστούμε μαμά, είσαι η καλύτερη μανούλα του κόσμου! Έτσι θα περιμένουμε πιο εύκολα τα Χριστούγεννα..'' και όρμησαν στη πιο ζεστή αγκαλιά του κόσμου, ...στην αγαπημένη αγκαλιά της μητέρας τους...!!!

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Όλυμπος!...Το βουνό των Θεών!...

Όταν επικράτησε πάλι η ειρήνη, ο Δίας διάλεξε για κατοικία του, το πιο ψηλό βουνό της Ελλάδας τον Όλυμπο, και στην κορυφή του έκτισε, ένα πανώριο παλάτι.
Στην πιο λαμπρή αίθουσα του παλατιού δέσποζε ο θρόνος του, από χρυσάφι, ελαφαντόδοντο και πετράδια.
Εκεί ζούσαν και οι υπόλοιποι Θεοί, μέσα στις απολαύσεις και την ευδαιμονία.
Κάθε αυγή, η Ηώς, ανέβαινε με το άρμα της στον Όλυμπο, για να φέρει το φως της ημέρας, ενώ η Ήβη, η Θεά της νιότης, πρόσφερε στους Θεούς, νέκταρ και αμβροσία.
Σε ένα άλλο ανάκτορο, λίγο μακρύτερα, ζούσαν οι τρεις Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος.
Οι τρεις θεότητες του πεπρωμένου, έκλωθαν τις ζωές των ανθρώπων με χρυσές και μαύρες κλωστές.
Χρυσές για τις ευτυχισμένες μέρες και μαύρες για τις ημέρες των βασάνων.
Η Κλωθώ, έγνεθε το νήμα της ζωής, η Λάχεση μοίραζε αυτό που ήταν γραφτό να λάχει στον καθένα, και η Άτροπος, όταν μια ζωή έφτανε στο τέλος της, έσπαγε την κλωστή και τότε κάποιος θνητός στη γη πέθαινε.
Ο καθένας μας έχει κάποιο ρόλο στη ζωή, μια αποστολή που πρέπει με όλες μας τις δυνάμεις, να την εκπληρώσουμε, για το καλό μας και για το καλό των άλλων.
Ο Δίας κατέβηκε κάποτε στη γη να βρει σύζυγο.
Στην Εύβοια, ζούσε μαζί με την παραμάνα της, τη Μάκριδα, μια πανέμορφη κοπέλα με θεική καταγωγή, η Ήρα. Ο Δίας εμφανίστηκε μπροστά της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του.
Γοητευμένη εκείνη, δέχτηκε.
Οι γάμοι τους έγιναν με λαμπρότητα και οι Θεοί καλοδέχτηκαν τη νέα τους βασίλισσα.
Ο Δίας και η Ήρα αγαπιόνταν αλλά η ζωή τους δεν ήταν πάντα ανέφελη.
Ο βασιλιάς των θεών, ήταν παρορμητικός και οξύθυμος και η γυναίκα του καχύποπτη και ζηλιάρα.
Πρέπει να εμπιστευόμαστε αυτούς που αγαπάμε, και να μη ζηλεύουμε την ελευθερία τους και την ευτυχία τους.
Συχνά όμως ξεσπούσαν καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι.  Κάποτε μάλιστα η Ήρα, θύμωσε τόσο, που έφυγε από τον Όλυμπο.
Ο Δίας αναρωτιόταν, πώς μπορούσε να ξαναφέρει κοντά του την Ήρα, όταν θυμήθηκε τον Κιθαιρώνα, που διακρινόταν για την ευφυία του.
Του εξιστόρησε τι είχε συμβεί, και εκείνος σκέφτηκε το ακόλουθο τέχνασμα.
Έφτιαξε μια πανέμορφη ξύλινη κούκλα σε μέγεθος γυναίκας. Την έντυσε με υπέροχα ρούχα και την τοποθέτησε σε μια άμαξα, που την έσερναν ολόλευκα βόδια με μεγάλα κέρατα.
Από μακριά, η κούκλα έμοιαζε με αληθινή γυναίκα.
Ο Κιθαιρώνας, άρχισε τότε να γυρίζει εδώ κι εκεί, διαλαλώντας ότι μετέφερε την καινούργια μνηστή του Δία.
Ένα πρωί η Μάκριδα, η πιστή παραμάνα της Ήρας, άκουσε τα μαντάτα και της τα μετέφερε.
Η οργή της θεάς ήταν μεγάλη. Ξεχύθηκε στους αγρούς και πρόφτασε την άμαξα, κι όπως ήταν τυφλωμένη από οργή, κι από ζήλια, ξέσκισε το νυφικό φόρεμα της κούκλας και το πέπλο που έκρυβε το πρόσωπο της. Κατάπληκτη τότε ανακάλυψε το ξύλινο ομοίωμα.
Κατάλαβε ότι ο Δίας, ήθελε να της δείξει τα αισθήματα του, και να συμφιλιωθεί μαζί της.
Αφοπλισμένη από το έξυπνο τέχνασμα, πήρε τη θέση της κούκλας και ο Κιθαιρώνας τη γύρισε στον Όλυμπο, κοντά στον Δία.
Κι όλα αυτά γιατί πολλές φορές, ξεγελάμε τον ίδιο τον εαυτό μας με τις σκέψεις μας. Και δεν συνειδητοποιούμε ότι μας αγαπούν, παρά μόνο αν μας το πουν με λόγια ή με πράξεις.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ο Κρόνος και ο Δίας!!

Στο σύμπαν κάποτε, βασίλευε ο Τιτάνας Κρόνος, γιος του Ουρανού και της Γαίας, που ήταν παντρεμένος με τη Ρέα.
Υπήρχε μια προφητεία, που έλεγε, ότι κάποιο από τα παιδιά που θα έκανε, θα τον ανέτρεπε από τον θρόνο, και θα του έπαιρνε τη βασιλεία.
Για να μη βγει αληθινή αυτή η προφητεία, ο Κρόνος κατέφυγε σε μια αποτρόπαιη λύση.
Άρπαζε τα ίδια του τα παιδιά μόλις γεννιόνταν, και τα καταβρόχθιζε.
Η όμορφη και στοργική μητέρα Ρέα, έβλεπε τα παιδιά της να χάνονται ένα-ένα, και απελπιζόταν.
Κάποια φορά λοιπόν, ενόσω πλησίαζε να γεννήσει, πήρε μια μεγάλη απόφαση.
Το μωρό της το γέννησε κρυφά, και στον άντρα της παρουσίασε μια φασκιωμένη πέτρα.
Έκείνος, ανυπόμονος όπως ήταν, καταβρόχθισε την πέτρα χωρίς να αντιληφθεί την διαφορά.
Το μωρό ήταν ένα πανέμορφο αγοράκι, με λαμπερά μάτια και χρυσά μαλλιά.
Για να το σώσει η Ρέα, το έκρυψε σε μια σπηλιά στην Κρήτη, που λεγόταν Ιδαίον Άντρον.
Έτσι ο μικρός που ονομάστηκε Δίας, ανατράφηκε από τις Δικταίες Νύμφες του βουνού, και τρεφόταν με το γάλα της κατσίκας Αμάλθειας.
Ο καιρός κυλούσε, και ο Δίας μεγάλωνε γρήγορα.
Η δύναμη και το θάρρος του, θέριευαν όλο και περισσότερο, μέρα με τη μέρα.
Όταν αντρώθηκε πια, έμαθε την αλήθεια για τον πατέρα του, και αποφάσισε να αναμετρηθεί μαζί του. Πεισμωμένος, και οργισμένος για την τύχη που είχαν τα αδέλφια του, και για το ότι κι ο ίδιος θα είχε την ίδια τύχη, αν η μητέρα του δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να τον σώσει.
Στη μάχη του με τον πατέρα του, νικητής βγήκε ο Δίας, ο οποίος αφού μέθυσε τον πατέρα του, τον ανάγκασε να απελευθερώσει τα αδέλφια του.Ο Κρόνος εκθρονίστηκε και ο Δίας, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής,  έγινε ο κυρίαρχος του βασιλείου, ανώτατος άρχοντας όλων των Θεών, πραγματοποιώντας έτσι και την προφητεία.
Συνάντησε όμως πολλά εμπόδια στην επιβολή της κυριαρχίας του. Γιατί με το που πήρε το βασίλειο, παρουσιάστηκαν κι άλλοι διεκδικητές του θρόνου, οι Τιτάνες.
Οι Τιτάνες, παιδιά του Ουρανού και της Γαίας, με τεράστια σωματική δύναμη, κήρυξαν τον πόλεμο στον νέο βασιλιά του σύμπαντος, για να πάρουν την εξουσία.
Τότε ο Δίας, ακολουθώντας τη συμβουλή της Γαίας,  ζήτησε τη βοήθεια των μονόφθαλμων γιγάντων, που ζούσαν έγκλειστοι στα έγκατα της γης, τους Κύκλωπες, αφού νίκησε το μυθικό τέρας Κάμπη που τους φρουρούσε.
-Χρειάζομαι τη βοήθεια σας ....τους είπε. Οι Τιτάνες ετοιμάζουν επίθεση για να με ρίξουν από τον θρόνο. Αν με βοηθήσετε να τους νικήσω, μετά τον πόλεμο, για ανταμοιβή, θα σας ελευθερώσω από την υπόγεια φυλακή σας.
-Θα σε βοηθήσουμε...του απάντησαν, και του έδωσαν τις αστραπές, τη βροντή και το σφυρί, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του.
Επίσης έδωσαν πολεμικά όπλα στον Ποσειδώνα και τον Άρη.
Στο πλευρό του Δία, πήραν θέση και οι τρεις Εκατόγχειρες, που ήταν επίσης φυλακισμένοι,και είχαν εκατό χέρια ο καθένας.
Η μάχη που ακολούθησε ήταν φοβερή, και κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια.
Ο Δίας εξαπέλυε κεραυνούς και οι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες εξαπέλυαν βροχή από βράχια πάνω στους εχθρούς τους. Με τα πολλά, οι Τιτάνες εξουθενωμένοι και νικημένοι, ρίχτηκαν στα έγκατα της Γης, στα Τάρταρα. Κι αυτό ήταν το τέλος τους, και το τέλος του πολέμου μαζί τους. Φρουροί τους μπήκαν οι Εκατόγχειρες.
Στα Τάρταρα φυλακίστηκε κι ο Κρόνος, με φύλακα τη Νύχτα, κι αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς στα Ηλύσια Πεδία όπου κοιμόταν αιώνια.
Κι από αυτόν τον πρώτο μύθο, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ποτέ δεν πρέπει να είμαστε άπληστοι και άπονοι, γιατί η ίδια η ζωή θα μας τιμωρήσει. Κι ακόμα, όπως ακριβώς ζητάμε την βοήθεια των άλλων για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής, έτσι πρέπει και εμείς να βοηθάμε όπως μπορούμε, όσους έχουν την ανάγκη μας!!..

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ένας ηλικιωμένος νεαρός!!!!

Αφού ευχηθώ σε όλους ένα όμορφο φθινόπωρο, ... θα σας πω μια ιστορία από τη Λιθουανία!!

Ο Τάντας Βλάντας, είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη περίπτωση επιβάτη. Δεν υπήρξε φορά που να στρογγυλοκάθισε στην μπροστινή θέση κάποιου λεωφορείου ή τρόλει, και να κατάφερε κανείς να τον μετακινήσει από εκεί. Σε σημείο τέτοιο που ποτέ στη ζωή του δεν έχει προσφέρει τη θέση του σε κάποιον ηλικιωμένο!
Ποτέ! Μάλιστα, αυτό που πάντα βρίσκει για δικαιολογία, είναι ότι οι ηλικιωμένοι, σαν εκείνους που παρακαλούν για μια θέση στο τρόλει ή στο λεωφορείο, σίγουρα στο παρελθόν είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες από αυτόν να καθίσουν σε μια από τούτες τις θέσεις.
Εκείνο όμως, που περισσότερο από όλα τον κάνει να χαίρεται, είναι το να στήνει αυτί και να ακούει τους υπόλοιπους επιβάτες γύρω του, που κατά καιρούς προσπαθούν να τον κάνουν να ντραπεί για τη συμπεριφορά του.
''Καλά, δε ντρέπεσαι καθόλου, αγόρι μου; Δε βλέπεις τόσους ηλικιωμένους γύρω σου, που εκλιπαρούν για μια θέση;''
Του Τάντας όμως το αυτί δεν ''ιδρώνει''. Τό μόνο που κάνει είναι να κουνά το κεφάλι του μια εδώ και μια εκεί, εντελώς αδιάφορα, έτσι που τα μαλλιά του, χτενισμένα καρφάκια, να πηγαινοέρχονται σαν να είναι σκαντζόχοιρος.
''Θα έπρεπε να ντρέπεσαι! Ποιος σε μεγάλωσε έτσι;'' τον ρωτούν διαρκώς οι συνεπιβάτες του γεμάτοι έκπληξη.
''Η οικογένεια Τζίντζιας..'', απαντά αυτός με ήρεμο τόνο στη φωνή του και μασώντας τσίχλα.
''Αυτή η θέση που κάθεσαι, είναι μόνο για μωρά ή ηλικιωμένους. Εσύ ούτε για μωρό, αλλά ούτε και για ηλικιωμένος μοιάζεις! Δεν πρέπει να είσαι πάνω από έντεκα χρόνων!'' του είπαν μια μέρα.
''Και πώς το ξέρετε εσείς αυτό;'' τους ρώτησε τότε ο Τάντας, προτού εκείνοι προλάβουν να ολοκληρώσουν τη φράση τους. ''Μπορεί να είμαι εκατόν είκοσι χρόνων ή διακοσίων έντεκα'' του απάντησε με θράσος και έτοιμος να πνιγεί από τα γέλια.
''Δεν νομίζουμε πως είσαι τόσο μεγάλος'', πετάχτηκε τότε ένα ψηλός άντρας, ρίχνοντας του μια άγρια ματιά. ''Ενενήντα όμως μπορεί και να είσαι''.
''Μα μοιάζει μικρό αγόρι'', πρόσθεσε μια γυναίκα δίπλα του. Σε λίγο πρόσθεσε ''Τώρα όμως που το λέτε, αν τον κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, θα δει πως είναι λιγάκι ετοιμόρροπος.''
''Έχετε δίκιο! Είναι αυτό το σκαντζοχοιρένιο χτένισμα που μας ξεγελά'', μπήκε στη μέση ένας τρίτος επιβάτης.''Μας συγχωρείτε κύριε αιωνόβιε που σας μιλήσαμε με αυτό το τρόπο''.
''Ηλίθιοι! μονολόγησε ο Τάντας, ''νομίζετε ότι με αυτό το τρόπο θα μου πάρετε τη θέση, αλλά είστε γελασμένοι!''
Όταν έφτασε η ώρα που ο Τάντας έπρεπε να κατέβει, άρχισε σιγά-σιγά, να σηκώνεται από τη θέση του. Κι ενώ όλοι σκέφτηκαν ότι ο ψηλός άντρας που τον είχε ειρωνευτεί, τον είχε καταφέρει να παραχωρήσει τη θέση του σε μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά, αυτός ο ίδιος άντρας έσπρωξε πίσω στη θέση του τον Τάντας λέγοντας: '' Μα καθίστε κάτω αγαπητέ κύριε. Η κυρία εδώ δίπλα μας είναι νέα και δεν πειράζει να σταθεί λίγο ακόμα όρθια.''
''Σωστά λέει'', είπε ένας άλλος. ''Που το έχουμε δει ένας ηλικιωμένος να δίνει τη θέση σε κάποιον πιο νέο;''
''Μα ούτε που ζήτησα κάτι τέτοιο, αλίμονο πώς θα το τολμούσα να ζητήσω τη θέση από έναν ηλικιωμένο;'' είπε με τη σειρά της η γυναίκα με το μωρό.
Ο Τάντας προσπάθησε πάλι να σηκωθεί, αλλά ο ψηλός άντρας πάλι τον εμπόδισε. Τότε εκείνος άρχισε να ανησυχεί, το στόμα του είχε μείνει ορθάνοιχτο από την εξέλιξη, και η τσίχλα είχε πέσει και είχε κολλήσει στο αθλητικό του παπούτσι. Το λεωφορείο είχε προσπεράσει τη στάση του, κι εκείνος ήταν ακόμα στη θέση του καθηλωμένος από τις ατσάλινες παλάμες του ψηλού άντρα.
Ακόμα και ο ελεγκτής που μπήκε να ελέγξει τα εισιτήρια πήρε μέρος στη συζήτηση, λέγοντας ότι δεν θα τολμούσε να ζητήσει από έναν τόσο ηλικιωμένο να του δείξει το εισιτήριο του.
''Πρέπει να κατέβω'', σχεδόν στριγγλίζει τώρα ο Τάντας.
''Και βέβαια'' του απαντά ο άντρας, ''και μάλιστα θα σας βοηθήσω όπως κάθε ανήμπορο, και να κατέβετε και να διασχίσετε το πεζοδρόμιο μια και έχει πάγο έξω και μπορεί να χτυπήσετε κάπου.''
''Έχω ήδη περάσει τη στάση μου'', ψελλίζει ο Τάντας.
''Μην ανησυχείτε καθόλου, βασιστείτε πάνω μου'', απάντησε ο άντρας.
Τον κατέβασε από το λεωφορείο, μπροστά σε ένα ψηλό κτίριο.
''Θέλω να πάω σπίτι μου'' είπε ο μικρός.
''Μα εδώ σας έφερα κι εγώ'', και του δείχνει το κτίριο, που πάνω από τη πόρτα του είχε μια ταμπέλα που έλεγε, ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ.
''Εγώ δε θέλω να πάω εκεί'', ψιθυρίζει με τρόμο τώρα ο μικρός. Τόσα ακούγονται ότι συμβαίνουν στις μέρες μας, και είχε ήδη πανικοβληθεί.
Άρχισε να προσπαθεί να ξεφύγει, αλλά δεν κατάφερε να αποσπαστεί από τα χέρια του ψηλού άντρα.
''Βοήθεια! Άρχισε να φωνάζει ότι τον απαγάγουν''.
Κάποιοι περαστικοί που σταμάτησαν περίεργοι για το τι συνέβαινε, άκουσαν τον άντρα να τους λέει, καθώς είχε βουτήξει με το ένα του χέρι το τσουλούφι του μικρού, ''δεν θέλει να κουρευτεί, γι' αυτό κάνει έτσι''.
Τον πέρασε από την πόρτα του γηροκομείου, και τον οδήγησε στο γκισέ της προισταμένης .
''Κυρία προισταμένη, σας έφερα έναν εξαιρετικά ηλικιωμένο νεαρό άντρα. Αν και προσπάθησε ο κακομοίρης να βολευτεί στο μπροστινό κάθισμα ενός λεωφορείου, κάποιοι άμυαλοι νέοι ήθελαν να του πάρουν τη θέση. Μετά λύπης του τότε αυτή η άμοιρη ψυχή, παραδέχτηκε ότι είναι εκατόν είκοσι χρόνων!''
''Αυτό μου ακούγεται κάπως υπερβολικό!''απάντησε εκείνη.
''Ναι, ναι... ένα αστειάκι έκανα κι εγώ!..'' φώναξε ο Τάντας.
''Εγώ μπορεί να τον έκανα μέχρι εκατόν πέντε, αλλά εκατόν είκοσι όχι. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχουμε φιλοξενήσει έναν τόσο ηλικιωμένο άνθρωπο. Είναι τιμή μας! Και επίσης θαυμάζω τον τρόπο που μένετε κοντά στο πνεύμα των νέων με το τόσο σύγχρονο κούρεμα σας. Θα αποτελέσετε και παράδειγμα για όλους τους γηραιούς κυρίους και κυρίες που φιλοξενούμε στο χώρο μας, και που έχουν παραδοθεί στο πέρασμα του χρόνου. Αφήστε με να σας ξεναγήσω!''
Η Προισταμένη τους οδηγεί από ένα διάδρομο σε μια σκάλα και τους ανεβάζει στον πάνω όροφο.
Τα πόδια του Τάντας ίσα που σέρνονταν.
''Εδώ είμαστε! Αυτό είναι το πιο ευάερο και ευήλιο δωμάτιο. Έχει και μπαλκόνι. Και να σας συστήσω και το συγκάτοικο σας, που ο καημένος είναι παράλυτος από τη μέση και κάτω''.
Πάνω σε ένα κρεβάτι, στην άκρη του δωματίου, κείτονταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με γκρίζα γένια, που μουρμούριζε κάτι με φωνή που μόλις κι έβγαινε από τα χείλη του.
''Σας αφήνω να γνωριστείτε!'' είπε η προισταμένη και βγήκε με τον ψηλό άντρα από το δωμάτιο.
''Αδελφέ'', ακούγεται τότε η φωνή του γέροντα από το κρεβάτι στη γωνιά του δωματίου. ''Εύχομαι να είσαι αρκετά δυνατός, για να μπορείς να με βοηθάς κι εμένα, να στέκομαι στα πόδια μου καμιά φορά. Βλέπεις δεν μπορώ μόνος μου. Αλήθεια με βοηθάς να καθίσω λίγο στο κρεβάτι μου;''
Ο Τάντας ούτε που διανοείται να του αρνηθεί. Πλησιάζει χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
''Πάρε από πάνω μου τη κουβέρτα. Τώρα κράτα με από τις μασχάλες...προσεκτικά ! Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι είναι εύθραυστοι σαν να είναι από πηλό. Θα το ξέρεις αυτό. Τώρα σπρώξε με προς τα πάνω. Έτσι....Ωχ! ...Πονάω!''
Ο Τάντας ανακαλύπτει έκπληκτος ότι ο γέρος είναι τόσο ελαφρύς, λες και είναι κούφια κόκαλα. Φοβάται μη του γλιστρήσει και γίνει κομματάκια.
''Σ' ευχαριστώ'', του λέει ο γέροντας, με κομμένη την ανάσα λες και έσκαβε.
''Θα ξέρεις πολύ καλά, πόσο άσχημα περνάνε τα γεράματα. Όλο αρρώστιες και προβλήματα. Μοναξιά, και ανυπαρξία. Όλοι σε αποφεύγουν λες και έχεις σταματήσει να καταλαβαίνεις τι σημαίνει ζωή, λες και γεννήθηκες γέρος και δεν ήσουν ποτέ ένας νέος που έζησε και πρόσφερε μέχρι να φτάσει στη μεγάλη ηλικία. Όλοι σε αντιμετωπίζουν με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο. Όταν περπατούσα με μπαστούνι, αντάλασσα και δύο κουβέντες με κανέναν. Τώρα είμαι ξεχασμένος από όλους. Η όραση μου έχει μειωθεί τόσο, ώστε να βλέπω μόνο σκιές, αλλά πλέον δεν ακούω και καμία φιλική φωνή να με βγάλει από τη μοναξιά μου. Αλήθεια εσύ πόσων χρόνων είσαι;''
Όλοι είδαν ξαφνιασμένοι, ένα νεαρό αγόρι με κατακόκκινο πρόσωπο, να φεύγει τρέχοντας, να βγαίνει στο δρόμο, λες και ήθελε να προλάβει το λεωφορείο που ξεκινούσε εκείνη τη στιγμή από τη στάση. Δεν έρριξε ούτε ένα βλέμμα στο λεωφορείο, τα πόδια του φαίνονταν ότι μόλις προλάβαιναν να ακουμπήσουν στο έδαφος, τα μάτια του ήταν σαν κάρβουνα και τα αυτιά του κατακόκκινα. Έτρεχε πιο γρήγορα κι από τα οχήματα, και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε στο σπίτι του, που όρμησε  για να κρύψει τη ντροπή του.



Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ο λαιμός του μπουκαλιού!!

Κάποτε σε μια σοφίτα, δίπλα σε ένα παράθυρο, βρισκόταν ένα κλουβί με ένα πουλί που τιτίβιζε όλη μέρα. Στη σοφίτα έμενε μία γυναίκα, που καθημερινά το φρόντιζε και απολάμβανε το τραγούδι του.
Το κλουβί ήταν μικρό και είχε ένα μικρό δοχείο με σπόρους. Και δίπλα στο δοχείο ήταν στερεωμένο ανάποδα και γεμάτο νερό, ο λαιμός ενός σπασμένου μπουκαλιού, κλεισμένος με φελλό.
Με το νερό αυτού του λαιμού, δροσιζόταν ο κάτοικος του κλουβιού.
Ο λαιμός του μπουκαλιού, σκεφτόταν καθημερινά πόσο τυχερό ήταν το πουλί, που μπορούσε και κελαηδούσε, έτρωγε τους σπόρους του και έπινε το νερό του.
Μονολογούσε λοιπόν και έλεγε:
-Τι ανάγκη έχεις εσύ; Έχεις τα νιάτα σου και είσαι ολόκληρο, γι' αυτό μπορείς και έχεις φωνή. Ενώ εγώ ο δόλιος, έχασα τη φωνή μου προ πολλού. Κάποτε στα νιάτα μου, ήμουν κι εγώ λαλίστατος, και έχω δει πολλά με τα μάτια μου. Να ήξερες μόνο την ιστορία μου, θα μάθαινες τι κοσμογυρισμένος είμαι, και τι δόξες γνώρισα.
Το πουλί δεν του έδινε σημασία, μια και δεν άκουγε τίποτα. Αφού φωνή δεν έβγαινε, να μου πεις, τι να ακούσει. Ωστόσο ο λαιμός του μπουκαλιού, συνέχιζε να τα λέει από μέσα του.
-Γεννήθηκα που λες σε ένα κλίβανο. Και όταν κοίταξα γύρω μου, βρισκόμουν στη σειρά μαζί με διάφορα άλλα μπουκάλια, αδέλφια μου ήταν θαρρώ, αφού ο ίδιος κλίβανος μας έβγαλε. Ήμασταν διαφορετικά μεταξύ μας. Άλλα ήταν ψηλά, άλλα διαφανή και άλλα σκούρα. Άλλα πλατιά, ή μακρουλά. Μετά μπήκα σε ένα ράφι ξαπλωτό άδειο. Κάποια μέρα ήρθε ένας ταβερνιάρης και με αγόρασε μαζί με άλλα, και με πήγε στο μαγαζί του. Εκεί με γέμισε με ένα κόκκινο υγρό, κρασί λεγόταν, και μου φόρεσε ένα φελλό, και μια ετικέτα, που έγραφε πάνω, κρασί εξαιρετικής ποιότητας.
Ένοιωσα ένα καμάρι, και κατάλαβα ότι σαν μπουκάλι εξαιρετικής ποιότητας, μόνο κρασί εξαιρετικό μου ταίριαζε.
Ένα πρωί ήρθε μια όμορφη κοπέλα στο μαγαζί, και με αγόρασε για τον πατέρα της τον γουναρά. Είχα καταλάβει τα πάντα, γιατί ήμουν πολύ μορφωμένο, και ακούγοντας να μιλούν, από την ώρα που φτιάχτηκα, έμαθα τη γλώσσα καλά. Με έβαλε σε ένα καλάθι, με ένα σωρό λιχουδιές εκλεκτές και με πήγε στο σπίτι της. Σε λίγο η κοπέλα με τους γονείς της και έναν νεαρό, που ήταν υποπλοίαρχος και θα ξεκινούσε ταξίδι την άλλη μέρα, ανέβηκαν μαζί με το γεμάτο καλάθι σε ένα κάρο και πήγαν εκδρομή δίπλα σε ένα ποτάμι. Από το καλάθι παρακολούθησα όλα τα συμβάντα. Ο νεαρός υποπλοίαρχος αρραβωνιάστηκε την όμορφη κοπέλα, που τον κοιτούσε όλο αγάπη, και ο πατέρας  με άνοιξε και ήπιαν όλοι το υπέροχο κρασί μου. Τότε άκουσα ότι ο γάμος τους θα γινόταν σε ένα χρόνο, με την επιστροφή του νεαρού. Μετά δεν άκουσα τίποτα άλλο, γιατί έγινε κάτι που με πλήγωσε. Έδωσαν μια και με πέταξαν μέσα στις λάσπες. Είχαν πιει το κρασί μου και με παράτησαν. Δεν έσπασα βέβαια, αλλά πληγώθηκε πολύ η περηφάνια μου.
Κατά το απογευματάκι με μάζεψαν δύο νεαροί, που έκαναν τη βόλτα τους. Και τους άκουσα να λένε:
-Να αυτό είναι το κατάλληλο μπουκάλι για να βάλεις το κονιάκ, που θα πάρεις μαζί σου στο ταξίδι.
Το ένα παλικάρι, έφευγε με ένα πλοίο σαν μούτσος. Έτσι βρέθηκα πάνω σε ένα πλοίο, με γεμάτο το κορμί μου κονιάκ, και ένα φελλό καινούργιο. Συμπτωματικά το πλοίο ήταν το ίδιο με του νεαρού υποπλοίαρχου. Ξαφνιάστηκα όταν τον είδα αλλά εκείνος δεν με αναγνώρισε. Πού να ξέρει ότι ήμουν το μπουκάλι που είχε το κρασί που ήπιε στη χαρά του;
Κάποια στιγμή, στη μέση του ταξιδιού το κονιάκ είχε τελειώσει. Και μια φουρτούνα πήγαινε το καράβι μια πάνω και μια κάτω, μια μέσα και μια έξω. Και τότε έγινε το κακό. Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι το πλοίο βυθιζόταν, και όλοι έτρεχαν εδώ κι εκεί. Δύο χέρια με βούτηξαν. Και βλέπω τον υποπλοίαρχο, να γράφει σε ένα χαρτί κάτι και να το βάζει μέσα μου. Έπειτα με έκλεισε καλά με φελλό, και με πέταξε στη θάλασσα. Μέσα σε λίγο χρόνο, όλα είχαν τελειώσει. Πλοίο και άνθρωποι, είχαν χαθεί στα βαθιά νερά. Κι εγώ έπλεα στα κύματα, έχοντας το χαρτί, που μπόρεσα να το διαβάσω.
Έλεγε το όνομα του πλοίου, το όνομα του υποπλοίαρχου, και έλεγε ότι βυθίζονται. Και έγραφε παρακάτω το  στερνό του αντίο, στην αγαπημένη του.
Έπλεα πολύ καιρό, χωρίς να χτυπήσω ευτυχώς πουθενά. Και κάποια μέρα κατέληξα σε μια παραλία.
Μετά από την τόση φουρτούνα που γνώρισα, και μετά την τραγωδία που έζησα, βρισκόμουν στην άμμο, ανάμεσα σε φύκια, και έχοντας πάντα το χαρτί με το στερνό μήνυμα του υποπλοίαρχου, στο κορμί μου.
Έπειτα από μια μέρα, άκουσα ομιλίες, και είδα δύο ανθρώπους να πλησιάζουν. Προσπάθησα να ακούσω τι έλεγαν μα δεν καταλάβαινα τίποτα από τη γλώσσα που μιλούσαν. Κατάλαβα ότι ήμουν ίσως κάπου αλλού, σε ξένο τόπο. Ο ένας από αυτούς, έσκυψε και με μάζεψε. Με έριξε σε ένα σάκο, και με πήγε σπίτι του. Εκεί με έπλυνε και με καθάρισε, και ήμουν όλο λάμψη πάλι.
Τότε πρόσεξε το χαρτί. Το έβγαλε, το άνοιξε, αλλά η προσπάθεια του να το διαβάσει, παρέμεινε άκαρπη. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Πήρε το χαρτί, το τύλιξε πάλι και το έδεσε με το κορδελάκι του, και στη συνέχεια το έβαλε πάλι μέσα μου. Μας πήρε μαζί του και βγήκε από το σπίτι.
Διάβηκε τους δρόμους της πόλης του, και έφτασε στην πλατεία. Εκεί κάθισε σε ένα μαγαζί και έπιασε συζήτηση με άλλους ανθρώπους που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με εκείνον.
Έβγαλε σε μια στιγμή το χαρτί από μέσα μου και τους το έδειξε.
Από αυτά που κατάλαβα, μάλλον έψαχνε κάποιον που να μπορεί να καταλάβει τι έγραφε το χαρτί.
Κανείς όμως δεν βρέθηκε. Ξαναγυρίσαμε σπίτι του. Εγώ με το χαρτί πάλι μέσα μου, κι αυτός.
Ο καιρός περνούσε, και όποτε κάποιος ξένος ερχόταν σε επαφή με τον νέο μου ιδιοκτήτη, ξαναέβγαινα στην επιφάνεια, μια και ακόμα προσπαθούσε μήπως και του διαβάσει κάποιος το χαρτί.
Πέρασε ένας χρόνος. Απογοητευμένος ο νοικοκύρης, έβγαλε τη μπουκάλα από το ντουλάπι, και την ακούμπησε χάμω, σε μια γωνιά, όπου η σκόνη και οι αράχνες δεν άργησαν να τη σκεπάσουν.
Βλέποντας την έτσι, κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί, πως κάποτε αυτό το μπουκάλι είχε χαρίσει τόσο κέφι στην ευτυχισμένη εκείνη συντροφιά των αρραβώνων, ούτε πως είχε παλέψει καιρό με τα κύματα του ωκεανού.
Είκοσι χρόνια έμεινε η μπουκάλα παραπεταμένη. Και θα έμενε έτσι αν δεν ήταν να κατεδαφιστεί το παλιό σπίτι. Οι μαστόροι την ανακάλυψαν και άρχισαν κάτι να λένε γι' αυτήν.
Λίγο αργότερα κάποιος την έπλυνε καλά-καλά. Ήταν τώρα διάφανη και καθαρή όπως στα νιάτα της.
Κάποιος στη συνέχεια τη γέμισε σπόρους, πράγμα παράξενο γι' αυτήν γιατί δεν ήξερε αυτό το είδος.
Κόλλησε επάνω της κι ένα χαρτί, και την έστειλε στο ταχυδρομείο. Εκεί την έβαλαν σε ένα σάκο, και άρχισε πάλι το ταξίδι.
Ωστόσο έκανε υπομονή και τελικά έφτασε στον προορισμό της.
-Τι σόι μπουκάλες, έχουν αυτοί εκεί κάτω;
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσε, μόλις την έβγαλαν από το συσκευασία της.
-Και θα έχει γίνει θρύψαλα από το ταξίδι.
Όμως όχι!..Δεν είχε πάθει τίποτα! Και ένοιωθε τόση χαρά, που καταλάβαινε τη γλώσσα που μιλούσαν γύρω της. Κατάλαβε ότι είχε γυρίσει στην πατρίδα!
Ήταν η γλώσσα του υαλουργού που την γέννησε, του ταβερνιάρη, του αρραβωνιαστικού και του πληρώματος του πλοίου που είχε ναυαγήσει.
Από τη χαρά της παρά λίγο να γλιστρήσει από τα χέρια που την κρατούσαν .
Ούτε κατάλαβε πότε την άδειασαν και πότε την πήγαν στο υπόγειο.
Όταν συνήλθε, ήταν πάλι σε μια σκοτεινή γωνιά, αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό το συναίσθημα, γιατί ήταν στην πατρίδα.
 Κάποιο βράδυ όμως, πρέπει να γινόταν κάποια γιορτή, γιατί ήρθαν και μάζεψαν όλες τις μπουκάλες του υπογείου. Μαζί και τη δική μας.
Ο κήπος είχε φώτα, λαμπιόνια κρέμονταν παντού, και φαναράκια, κι ακόμα διάφορα χρωματιστά γυαλιά που έμοιαζαν σα φωτεινές τουλίπες. Ο καιρός ήταν όμορφος και είχε πανσέληνο και έναν ουρανό γεμάτο αστέρια....
Και η μπουκάλα μας ήταν χαρούμενη που κάτι είχαν κάνει και έριχνε φως τριγύρω της, στον κόσμο που γιόρταζε και άκουγε μουσική. Κόσμος περνούσε από μπροστά της, ζευγάρια, οικογένειες και μια γυναίκα πέρασε κάποια στιγμή, που ήταν όμως μόνη και έμοιαζε χαμένη στις αναμνήσεις της.
Από τον κήπο, ξαναγύρισε στην αποθήκη, ώσπου μια μέρα την αγόρασε πάλι ένας ταβερνιάρης.
Ο ταβερνιάρης τη γέμισε κρασί και την πούλησε σε κάποιον που θα πετούσε με ένα αερόστατο.
Την ημέρα του πετάγματος, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί να παρακολουθήσει το μεγάλο γεγονός.
Οι βοηθοί του αεροναύτη, προετοίμαζαν το μεγάλο μπαλόνι, που κουνιόταν μεγαλόπρεπα στον αέρα, δεμένο με χοντρά σχοινιά στους πασσάλους που το συγκρατούσαν.
Η μπουκάλα βρισκόταν στο καλάθι και τα παρακολουθούσε όλα.
Δίπλα της βρισκόταν ένα κουνελάκι, που χτυπιόταν στο κλουβί του, λες και ήξερε τι θα του συνέβαινε. Θα το έριχναν από ψηλά με ένα αλεξίπτωτο.
Η μπουκάλα μας όμως, ψύχραιμη στη θέση της.
Ήρθε η μεγάλη στιγμή, και το αερόστατο με τη συνοδεία της μουσικής και τις φωνές του κόσμου, σηκώθηκε στον αέρα. Την ώρα που σηκωνόταν, πρόλαβε να δει   τη μοναχική γυναίκα που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Στεκόταν στο παράθυρο μιας σοφίτας, και δίπλα της βρισκόταν ένα κλουβί με ένα πουλί, που είχε ένα σπασμένο κουπάκι για να πίνει νερό.
Στο περβάζι του παραθύρου ήταν μια μυρτιά σε γλάστρα, που η μοναχική γυναίκα την είχε κάνει στην άκρη για να βλέπει καλύτερα.
Σε λίγο είχαν ανεβεί αρκετά ψηλά, και το κουνέλι έκανε την πτώση του με το αλεξίπτωτο μέσα στο κλουβί του.
Και ξαφνικά ένοιωσε να πετάγεται στο κενό. Ο αεροναύτης είχε πετάξει την μπουκάλα μας από ψηλά. Άρχισε να κάνει τούμπες στον αέρα, σκορπίζοντας παντού και τις τελευταίες σταγόνες του κρασιού που είχε μέσα της.
Αυτό δεν κράτησε πολύ, ούτε πρόλαβε να χαρεί τον αέρα και τον ήλιο. Τα κεραμίδια έρχονταν γρήγορα κατά πάνω της, ή μάλλον αυτή πήγαινε γρήγορα προς αυτά.
Έπεσε με θόρυβο στη στέγη ενός σπιτιού, και έγινε θρύψαλα. Τα κομμάτια της κύλησαν στη στέγη και έπεσαν σε μια αυλή.  Σαν από θαύμα, ο λαιμός δεν είχε πάθει τίποτα και είχε μείνει ολόκληρος.
Κάποια παιδιά τον περιμάζεψαν, και τον πήγαν τρεχάλα σε μια γεροντοκόρη που είχε πουλί και που συχνά τους έδινε καραμέλες.
Εκείνη τον πήρε, του έβαλε φελό και τον γέμισε νερό. Τον έβαλε στο κλουβί κι εδώ πρωτοσυναντήσαμε το λαιμό της μπουκάλας μας.
Έτσι περνούσαν οι μέρες του πια. Χωρίς φωνή. Στο κλουβί. Κι όταν είχε καλό καιρό έβλεπε τον κόσμο από το παράθυρο.
Η γεροντοκόρη δεν ήταν άλλη, από τη μοναχική γυναίκα της γιορτής, τη βραδιά εκείνη στον κήπο.
Μια μέρα κουβέντιαζε με κάποια άλλη.
-Όχι δεν θα σε αφήσω να ξοδευτείς ....έλεγε.
Εγώ θα σου χαρίσω το στεφάνι για τους γάμους της κόρης σου!..Τη βλέπεις αυτή τη μυρτιά; Κρατάει από το δεντράκι που μου χάρισες στους αρραβώνες μου... Και μου είχες πει, να φτιάξω ένα χρόνο μετά, το στεφάνι για τους γάμους μου. Δεν ήταν βέβαια γραφτό... μια και η θάλασσα μου πήρε τον άνθρωπο που κρατούσε την ευτυχία μου στα χέρια του... Που λες αυτή η μυρτιά όταν κόντευε να ξεραθεί, πήρα ένα πράσινο κλωνάρι της και το φύτεψα στη γλάστρα...Δες την πως έγινε;..Κι έτσι θα εκπληρώσει τελικά τον προορισμό της...Θα στολίσει μια νύφη...Μπορεί όχι εμένα, αλλά την κόρη σου.
Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της, καθώς θυμήθηκε τα νιάτα της. Και που να ήξερε, ότι η μοίρα που παίζει παράξενα παιχνίδια, είχε φέρει κοντά της κι έναν άλλο φίλο από τα παλιά.
Το λαιμό του μπουκαλιού, που ήταν μέσα το κρασί των αρραβώνων της, και που είχε μέσα του για καιρό, το χαρτί με το στερνό αντίο του αγαπημένου της!....




Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Το ροχαλητό του Κάντα!

Πολύ, μα πολύ παλιά ζούσε ένας γέροντας που είχε ένα μεγάλο χωράφι στην Ιαπωνία, με ρύζι, ένα δυνατό άλογο και ένα καλοζωισμένο χοντρό γουρούνι. Είχε και ένα γιο που τον έλεγαν Κάντα. Είναι σίγουρο πως ποτέ στη ζωή σας, δεν έχετε ακούσει ροχαλητό παρόμοιο με του Κάντα. Δεν προλάβαινε καλά καλά να πέσει στο κρεβάτι του, και άρχιζε να ροχαλίζει.
Ροχάλιζε τόσο δυνατά, που με κάθε εισπνοή του τα παράθυρα του σπιτιού άρχιζαν να τρίζουν, ενώ με κάθε εκπνοή του, τα παντζούρια χτυπούσαν το ένα με το άλλο.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι ξύλινες κουτάλες και οι πιατέλες που βρίσκονταν πάνω στα ράφια της κουζίνας, έπεφταν στο πάτωμα κάνοντας θόρυβο δυνατό.
Κάπως έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα, και το σπίτι του γέροντα είχε πολύ περισσότερη φασαρία το βράδυ, από το πρωί.
Το χειρότερο από όλα όμως, ήταν ότι όσο το αγόρι μεγάλωνε, τόσο δυνατότερο γινόταν και το ροχαλητό του, ενώ κάθε μέρα που περνούσε, ο γέροντας φαινόταν όλο και πιο αδύναμος, αφού σπάνια κατάφερνε να κοιμηθεί καλά το βράδυ.
Μια μέρα καθώς ο γέροντας και ο γιος του, έπιναν μαζί το τσάι τους στη βεράντα του σπιτιού, ο γέροντας ρούφηξε μια γουλιά, κι ένας βαθύς αναστεναγμός του ξέφυγε.
-''Τι τρέχει πατέρα; Μήπως νιώθεις άρρωστος; ....ρώτησε ο Κάντα.
-Όχι τίποτα το σπουδαίο. Είναι που τελευταία δεν κοιμάμαι καλά τα βράδια....απάντησε ο γέροντας.
Ο Κάντα γνώριζε πολύ καλά πως κάθε βράδυ, ροχάλιζε δυνατά. Σκέφτηκε λίγο, και τέλος του είπε:
-Στοιχηματίζω, πως τα βράδια δεν κοιμάσαι καλά, επειδή ροχαλίζω δυνατά. Έχεις δίκιο, από δω και μπρος θα προσπαθήσω να βρω άλλο μέρος να κοιμάμαι.
-Και πού θα πας; ...τον ρώτησε πάλι ο γέροντας
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκε το χλιμίντρισμα του αλόγου από το στάβλο.
-Βρήκα τη λύση! Στο στάβλο θα κοιμάμαι! Είμαι σίγουρος πως το άλογο δε θα δίνει σημασία στο ροχαλητό μου!
Έτσι λοιπόν, από εκείνη τη νύχτα και ύστερα, ο Κάντα, άρχισε να κοιμάται στο στάβλο, ενώ ο γέροντας, κατάφερε να αναπληρώσει όλες τις ώρες, που είχε χάσει, μέχρι τότε.
Μερικές μέρες αργότερα, ο γέροντας, ανέβηκε πάνω στο βουνό, να κόψει ξύλα. Φόρτωσε όλα τα ξύλα που είχε κόψει στο κάρο του, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Το άλογο τέντωσε το λαιμό του, έκανε να απλώσει τα πόδια του, για να ξεκινήσει, αλλά το κάρο δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του.
-Έλα προσπάθησε, λίγο ακόμα, εσύ πάντα περηφανευόσουν για τη γερή σου κορμοστασιά και τη δύναμη σου!... το παρότρυνε ο γέροντας.
Το άλογο έβγαλε κι αυτό ένα βαθύ αναστεναγμό και είπε:
-Ξέρεις, γέροντα, τις τελευταίες μέρες, κοιμάμαι πολύ λίγο. Γι' αυτό και δεν είμαι τόσο δυνατό όσο παλιά.
Ο γέροντας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, παρά να ξεφορτώσει το μισό φορτίο, και σπρώχνοντας το κάρο από πίσω, προς τα εμπρός, να καταφέρει να το πάει μέχρι το σπίτι.
Μόλις ο Κάντα αντίκρισε αυτό το θέαμα, αναφώνησε:
-Πατέρα τι τρέχει; Είναι άρρωστο το άλογο;
Ο γέροντας του εξήγησε, ότι έλειπε ύπνος από το άλογο, και γι' αυτό ήταν αδύναμο.
Ο Κάντα έμεινε σιωπηλός για λίγο, και στη συνέχεια είπε:
-Εγώ φταίω για την αδυναμία του αλόγου. Θα βρω άλλο μέρος να κοιμηθώ. Θα κοιμάμαι στο εξής στο χοιροστάσιο. Το γουρούνι ούτε που θα πάρει χαμπάρι ότι ροχαλίζω.
Λίγες μέρες αργότερα, το γουρούνι από παχύ που ήταν και καλοζωισμένο, είχε γίνει αδύνατο σαν σκιάχτρο. Επιπλέον έτρεμε και με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του.
Η έλλειψη ύπνου το είχε επηρρεάσει κι εκείνο.
Και είπε του γέροντα:
-Πώς να είμαι καλοζωισμένο, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Ο Κάντα έπεσε πάλι σε βαθύ συλλογισμό. Τελικά είπε:
-Ξέρω τι πρέπει να κάνω! Από εδώ και στο εξής θα κοιμάμαι στο χαντάκι, εκεί κοντά στα βλαστάρια του ρυζιού. Θα έχω παρέα και τα βατράχια που κράζουν.
Τη νύχτα λοιπόν πήρε το αχυρένιο στρώμα που είχε φτιάξει, και ξάπλωσε δίπλα στα βλαστάρια.
Με το που έπεσε αποκοιμήθηκε. Εκατοντάδες μικρά βατράχια έκραζαν δίπλα στο αυτί του.
Το επόμενο πρωινό ο γέροντας, πήγε μέχρι το χαντάκι, να δει πώς ήταν ο γιος του, γιατί τον είχε έγνοια. Και τι λέτε ότι αντίκρισε;
Ο Κάντα κοιμόταν ακόμα βαθιά, κι εκεί κοντά εκατοντάδες βατράχια, είχαν βουβαθεί, και προσπαθούσαν να καλύψουν τα αυτιά τους, με τα μπροστινά τους πόδια.
Σε λίγο ο Κάντα άνοιξε τα μάτια του, κι είδε κι αυτός αυτή την εικόνα.
-Απ' ότι φαίνεται, ούτε τα βατράχια μπορούν να αντέξουν το ροχαλητό μου.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, και στη συνέχεια είπε:
-Δεν υπάρχει τίποτα άλλο, παρά να πηγαίνω να κοιμάμαι στο βουνό το βράδυ.
-Μα παιδί μου, είπε ο γέροντας, πώς θα αντέξεις να πηγαίνεις κάθε βράδυ στο βουνό;
Ο Κάντα όμως ήταν αποφασισμένος.
Εκείνη τη νύχτα λοιπόν, με το στρώμα του σαν φορτίο, ανέβηκε στο βουνό, για να κοιμηθεί.
Κατά τη διάρκεια όμως της νύχτας, άρχισε να ψιχαλίζει, και σε λίγη ώρα οι ψιχάλες έγιναν δυνατή βροχή, ενώ ο ουρανός άρχισε να αστράφτει και να βροντά.
Η βροχή ξύπνησε και το γέροντα, που ανήσυχος κοίταζε το βουνό από το παράθυρο, με τη σκέψη στο γιο του.
Ξαφνικά είδε μια πύρινη κολόνα να υψώνεται δίπλα στη πόρτα του σπιτιού του.
Προτού ο γέροντας προλάβει να συνέλθει από το φόβο, ακούστηκε χτύπημα στη πόρτα.
-Πατέρα άνοιξε σε παρακαλώ.....
Η φωνή ήταν του Κάντα, που μπήκε στο σπίτι μούσκεμα, ενώ πίσω του ακολουθούσε ένα τεράστιο πλάσμα, που μεγαλύτερο ο γέροντας δεν είχε δει ποτέ του.
Άναψε τη λάμπα για δει τον ξένο καλύτερα. Ήταν ένα γιγαντόσωμο πλάσμα, με κέρατα στο κεφάλι, και φορούσε ένα πανί από τη μέση και κάτω. Ήταν μυώδης, με δέρμα χρώματος μαύρου και κόκκινου μαζί. Έσταζε κι αυτός και το πρόσωπο του ήταν γεμάτο ρυτίδες.
Παρόλο το τρομακτικό παρουσιαστικό του, ήταν καλός και ευγενικός.
-Πατέρα, ...είπε ο Κάντα, ..από εδώ ο κύριος Κεραυνός!
Ο κοκκινόμαυρος γίγαντας, έσκυψε λίγο και είπε στο γέροντα:
-Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Το όνομα μου είναι Κεραυνός, και ζω ψηλά στον ουρανό. Σήμερα για πρώτη φορά, άκουσα ήχο, που μόνο εγώ μπορώ να κάνω. Ωστόσο μου έκανε εντύπωση, που τον άκουγα από τη μεριά του βουνού, κι όχι από τη μεριά του ουρανού. Σκέφτηκα να κατέβω κάτω για να δω. Και αντίκρισα αυτόν τον νεαρό άντρα. Κοίταξα μήπως ήταν κρυμμένο κάπου κάποιο τύμπανο, αλλά κατάλαβα ότι ο θόρυβος έβγαινε από τον νέο αυτό. Τον πλησίασα κι εκείνος ανασηκώθηκε, και με είδε, και τότε τον ρώτησα, πώς έκανε τέτοιο θόρυβο, όμοιο με τον δικό μου. Και μου εξήγησε ότι απλά αυτό ήταν το ροχαλητό του. Είμαι σίγουρος ότι το ροχαλητό του και ο ήχος ο δικός μου είναι ίδιοι. Έχω γεράσει, και τα τύμπανα μου το ίδιο. Θα μου επιτρέπατε να πάρω το γιο σας μαζί μου στον ουρανό, για να ροχαλίζει στα ταξίδια μου, ώστε να με ξεκουράζει;
Μόλις τελείωσε τα λόγια του, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον γέροντα.
-Τι λες πατέρα;... είπε ο Κάντα. Έτσι κι αλλιώς εδώ δεν μπορώ να κοιμηθώ πουθενά. Άφησε με να βρω τη τύχη μου, και κάτι που μου ταιριάζει.
-Αν πραγματικά το θέλεις, είσαι ελεύθερος να φύγεις. Εγώ θα είμαι χαρούμενος να σε βλέπω κατά διαστήματα, και να ξέρω ότι είσαι ευτυχισμένος.
Έτσι ο κύριος Κεραυνός, έφυγε μαζί με τον Κάντα.
Ο γέροντας είδε μια πύρινη κολόνα να υψώνεται, και σε λίγο χάθηκαν και οι δύο από τα μάτια του.
Από τότε, ο γέροντας κοιμόταν μια χαρά, το ίδιο και το άλογο, το γουρούνι, και τα βατράχια.
Ο κόσμος έμαθε την ιστορία του Κάντα, και όλοι από τότε, μόλις άκουγαν κεραυνούς, δεν κρύβονταν  ούτε αισθάνονταν φόβο. Απλά έλεγαν:
-Αυτός είναι ο Κάντα. Πάλι κοιμάται και ροχαλίζει! Μα τι φοβερό ροχαλητό που έχει!



Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Το κριθάρι και η γερασμένη ιτιά!


Όσοι έχουν περάσει δίπλα από ένα κριθαροχώραφο και μάλιστα έπειτα από καταιγίδα, θα έχουν προσέξει, πόσο μαύρο και έρημο φαίνεται το χωράφι. Θα έλεγε κανείς ότι έχει καψαλιστεί. Και μάλιστα οι χωρικοί συνηθίζουν να λένε, ότι, ''η καταιγίδα το κατάντησε έτσι''.
Γιατί όμως το έκαναν έτσι;..θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε, μια και ψάχνουμε την απάντηση πάντα, για κάθε τι που συμβαίνει σ' αυτό τον κόσμο! Πάντα τουλάχιστον ψάχνουμε την αιτία!
Θα σας πω λοιπόν, τώρα τι μου είπε πάνω σ' αυτό ένας Σπουργίτης.
Ο Σπουργίτης αυτός το είχε ακούσει παλιότερα, από κάποια γερασμένη ιτιά, που φύτρωνε δίπλα σε ένα κριθαροχώραφο, κι εκεί βρίσκεται ακόμα μέχρι σήμερα.
Είναι μια μεγάλη και σεβαστή ιτιά, πολύ ζαρωμένη όμως από τα γεράματα. Έχει ραγίσει ως κάτω από τη μέση και στην κουφάλα της φυτρώνουν τώρα πυκνά χόρτα. Ο κορμός γέρνει τόσο, σαν να ζητάει στήριγμα. Και τα κλαδιά της κρέμονται ως κάτω, σαν μακριά πράσινα μαλλιά.
Στα χωράφια γύρω της έσπερναν σιτάρι και βρώμη, που όταν ωρίμαζαν, έμοιαζε με πουλιά καθισμένα ψηλά στο κλαρί, τόσο όμορφη ήταν!
Το σιτάρι πάλι, είχε τη χάρη, όσο βαρύτερα ήταν τα στάχυα του κι όσο πιο πλούσια η σοδειά του, τόσο να γέρνει περισσότερο, γεμάτο σεμνότητα και μετριοφροσύνη.....
Εκεί όμως έσπερναν και κριθάρι. Από τη μια μεριά του χωραφιού, το κριθάρι έφτανε μέχρι την ιτιά.
Αυτό όμως δεν έγερνε ποτέ, όπως κάνουν τα άλλα δημητριακά, αλλά στεκόταν περήφανο και αλύγιστο...
-Είμαι πλούσιο όσο και τα καλύτερα από αυτά......έλεγε στην ιτιά. Είμαι και ομορφότερο!....Χαίρεται κανείς να με βλέπει!....Είδες τίποτα καλύτερο στη ζωή σου, τίποτα ωραιότερο, και πιο επιβλητικό, από εμένα;...Τι λες;...Μπορεί να συγκριθεί κανείς μαζί μου;...
Η γερασμένη ιτιά, κούνησε λίγο το κορμί της, σαν να ήθελε να του πει:
-Και βέβαια είδα!
Μα το κριθάρι δεν την πίστευε και χασκογελώντας αγέρωχα, είπε:
-Ξεκούτιανες από τα γεράματα. Ακόμα και τα χορτάρια, δε σε λογαριάζουν καθόλου και έρχονται και φυτρώνουν μέσα σου!...
Όλο τέτοιοι κομπασμοί και ψωροπερηφάνιες!
Μια μέρα σύννεφα συνάζονταν στον ουρανό, και ήταν φανερό ότι μαζευόταν φοβερή καταιγίδα. Όλα τα λουλούδια του κάμπου, είχαν κλείσει τα πέταλα τους και άλλα έσκυψαν φοβισμένα στη γη, για να περάσει η ανεμοζάλη από πάνω τους.
Το κριθάρι όμως καμία σημασία δεν έδινε σε αυτές τις αντιδράσεις, αλλά αντίθετα αυξάνονταν οι κοροϊδίες του,   εναντίον των άλλων φυτών, και εξακολουθούσε να στέκει αγέρωχο και γεμάτο περηφάνια και αναίδεια...
Τα άλλα λουλούδια του ψιθύριζαν:
-Σκύψε όπως κάνουμε εμείς!...
-Δεν υπάρχει κανένας λόγος!...απάντησε το κριθάρι, με φανερή δυσαρέσκεια, που τολμούσαν να του δίνουν συμβουλές......
-Σκύψε, σκύψε,....όπως κι εμείς....του έλεγε το σιτάρι. Έρχεται καταιγίδα! Κι έχει φτερά που φτάνουν από τα σύννεφα ως τις πιο βαθιές κοιλάδες!,.. Θα σε συντρίψει πριν προλάβεις να ζητήσεις χάρη...
-Σας το είπα μια και καλή!.....Δεν πρόκειται για κανέναν να ταπεινωθώ!....αποκρίθηκε το κριθάρι.
-Μαζέψου όσο μπορείς ...το συμβούλεψε και η γερασμένη ιτιά. Και μη προκαλείς τον κεραυνό, όταν σκάσει το σύννεφο. Ακόμα και ο άνθρωπος δεν τολμάει να κοιτάξει τον κεραυνό, γιατί ανοίγονται τότε τα ουράνια και το φως τους τον τυφλώνει! Τι να πούμε λοιπόν, εμείς τα φυτά, που δεν είμαστε άνθρωποι;
-Τι;... ο άνθρωπος είναι καλύτερος από εμάς;... ε λοιπόν θα δείτε!....Θα κοιτάζω ολόισια κατά τον ουρανό....
Και με ασεβή περηφάνια, απέναντι σε κάτι ανώτερο από εκείνο, κοίταξε την αστραπή κατάματα....Κι όλος ο ουρανός φωτίστηκε και σείστηκε από τη λάμψη και το θόρυβο του κεραυνού!...
Έγινε χαμός για αρκετή ώρα!
Μόλις πέρασε η μπόρα, όλα τα λουλούδια και το σιτάρι μαζί, σήκωσαν τα κεφαλάκια τους, δροσισμένα από τη βροχή. Και τι αντίκρισαν τα ματάκια τους;.. Το κριθάρι είχε κατακαεί από τον κεραυνό, και τώρα ήταν μαύρο σαν κάρβουνο. Άχρηστο πια σαν αγριόχορτο, που το βοτανίζουν από τα χωράφια.
Η γέρικη ιτιά κούνησε τα κλαδιά της στον άνεμο. Μεγάλες στάλες, σαν δάκρυα, έπεσαν από τα πράσινα φύλλα της, έτσι που ένας Σπουργίτης τη ρώτησε:
-Γιατί κλαις;... Είναι τόσο όμορφα τώρα...Ο ήλιος λάμπει πάλι και τα σύννεφα αρμενίζουν ψηλά!
Δεν σου έρχεται και σένα το άρωμα από τα λουλούδια κι από τους ανθισμένους θάμνους; Γιατί λοιπόν κλαις γερασμένη ιτιά;
Και τότε η ιτιά, του είπε την ιστορία του κριθαριού, της περηφάνιας του και της αναίδειας του, καθώς και για την τιμωρία που έρχεται αργά ή γρήγορα, για το αμάρτημα αυτό...
Κι εγώ που λέω αυτή την ιστορία, την έμαθα από τα λαλίστατα Σπουργίτια, ένα βράδυ που τα παρακάλεσα να μου πουν μια ιστορία....



Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Κάποια διαφορά...!!

Ήταν Μάης. Ο αέρας φυσούσε ακόμα δροσερός, μα τα δέντρα και οι θάμνοι, τα χωράφια και τα λιβάδια, που είχαν πια στολιστεί με τα λουλούδια τους, φώναζαν όλα μαζί :
-Ήρθε η Άνοιξη!
Και η Άνοιξη έκανε παντού τη δουλειά της.
Αλλού στόλιζε τη μηλιά με τα άσπρα αστράκια των λουλουδιών της, αλλού φούσκωνε τα ροζ μπουμπούκια της ροδακινιάς.
Ήξερε καλά τι όμορφη που ήταν, γιατί η ομορφιά της ήταν ίσα-ίσα αυτά τα μπουμπούκια και τα καταπράσινα φυλλαράκια που σκορπούσε παντού.
Γι' αυτό και δεν απόρησε όταν είδε τη νεαρή κόμισσα, να σταματάει το αμάξι της μπροστά στην ανθισμένη μηλιά, και να λέει πως το δέντρο αυτό, έτσι γεμάτο λουλούδια , είναι σαν την ίδια την Άνοιξη, σε όλη την όμορφη θωριά της.
Η κόμισσα έκοψε ένα ανθισμένο κλαδί, και βάζοντας το κάτω από τη μεταξωτή ομπρέλα της, το πήγε στον πύργο της, με τις ψηλοτάβανες αίθουσες και με τα καταστόλιστα δωμάτια.
Άσπρες κουρτίνες φούσκωναν από τον αέρα στα ανοιχτά παράθυρα, και όμορφα λουλούδια στέκονταν παντού μέσα σε διάφανα βάζα που λαμποκοπούσαν.
Σε ένα από αυτά, που λες κι ήταν σκαλισμένο σε κάτασπρο χιόνι, έβαλαν και το κλαδί της μηλιάς, ανάμεσα σε πρασινάδες. Ήταν τόσο ωραίο που χαιρόσουν να το βλέπεις.
Και τότε το ανθισμένο κλαδί, την έπαθε : το κυρίευσε η περηφάνια.
Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί στην αίθουσα την άλλη μέρα, και κάποιοι που ήταν πολύ ανώτεροι, όπως φαινόταν, μπορούσαν και να κάνουν σχόλια για τη διακόσμηση. Άλλοι κοιτούσαν το κλαδί αμίλητοι, κι άλλοι πάλι δεν σταματούσαν να το εγκωμιάζουν. Κι έτσι το κλαδί κατάλαβε, βλέποντας και τους υπηρέτες, και τους καλεσμένους, ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους. Άρα θα πρέπει να υπάρχει κι ανάμεσα στα φυτά....
''Άλλα είναι για την ομορφιά τους, σκεφτόταν, κι άλλα για την τροφή του ανθρώπου...Άλλα πάλι, δεν χρειάζονται τίποτα''.
Και καθώς βρισκόταν κοντά στο παράθυρο, απ'όπου φαινόταν ο κήπος και τα χωράφια, το κλαδί έβλεπε πολλά και διάφορα φυτά, για να μπορεί καλύτερα να βγάζει τις κρίσεις του.
Άλλα φυτά ήταν πλούσια σε λουλούδια και σε καρπό. Άλλα φτωχότερα, κι άλλα πέρα για πέρα μίζερα...
-Τα καημένα τα χορταράκια του κάμπου!..έλεγε μέσα του το κλαδί της μηλιάς. Πόσο διαφέρουν από μένα! Και τι δυστυχισμένα που θα νοιώθουν, όταν συγκρίνουν τον εαυτό τους μαζί μου! Τι διαφορά υπάρχει αλήθεια ανάμεσα μας! Και πρέπει να υπάρχει! Γιατί αλλιώς τι; Θα είμαστε δηλαδή όλοι το ίδιο;
Και το κλαδί της μηλιάς, κοιτούσε με συμπόνια τα μικρά λουλουδάκια που ήταν σκορπισμένα τριγύρω στους κάμπους και στα χαντάκια.
Κανείς δεν τα μάζευε να τα κάνει μπουκέτο, γιατί ήταν συνηθισμένα, λιγότερο όμορφα, ήταν φτωχά και φύτρωναν παντού. Ακόμα κι ανάμεσα στις πλάκες μιας αυλής.
-Καταφρονεμένα χορτάρια!...έλεγε το κλαδί. Δεν φταίτε εσείς βέβαια, για την κατάντια σας. Απλά πρέπει και τα φυτά να είναι όπως οι άνθρωποι. Να υπάρχουν διαφορές ανάμεσα τους!
Τον μονόλογο του, τον άκουσε μια ηλιαχτίδα και του είπε:
-Διαφορά!...είπε η ηλιαχτίδα και φίλησε το κλαδί της μηλιάς και ταυτόχρονα, φίλησε και το κίτρινο λουλουδάκι του κάμπου, έξω εκεί στο χωράφι.
Η ηλιαχτίδα ερχόταν από πολύ ψηλά κι όλα ήταν το ίδιο γι' αυτήν!
Το κλαδί δεν είχε σκεφτεί ποτέ του, την απέραντη αυτή αγάπη του Θεού, για κάθε τι που υπάρχει και ζει στη γη...Ούτε και σκέφτηκε ποτέ του, όλες εκείνες τις ομορφιές κι όλες εκείνες τις αρετές, που μένουν κρυμμένες, από τον πολύ κόσμο...
Η ηλιαχτίδα όμως τα ήξερε όλα αυτά, κι είπε στο κλαδί :
-Εσύ δεν βλέπεις μακριά, κι ούτε βλέπεις καθαρά. Ποιο είναι εκείνο το καταφρονεμένο χορτάρι που είπες;
-Ας πούμε το ραδίκι! αποκρίθηκε το κλαδί. Κανένας δεν το κάνει μπουκέτο και δεν το βάζει σε ένα βάζο να το θαυμάζει. Το ποδοπατούν όλοι, γιατί είναι παντού, στους δρόμους και στα αυλάκια.
Κι οι σπόροι του σαν ωριμάσουν, πετάνε στον αέρα, σαν χνούδι!... Κι αυτό το ζιζάνιο έχει την αξίωση να ζει! Τι ευτυχισμένο που είμαι γιατί δεν γεννήθηκα ραδίκι!
Εκείνη τη στιγμή, μια παρέα παιδιών, βγήκαν να παίξουν στο χωράφι. Το μικρότερο από αυτά ήταν μωρό ακόμα και το κουβαλούσε στα χέρια η μεγαλύτερη αδελφή του.
Όταν η μικρή το ακούμπησε κάτω, ανάμεσα στα κίτρινα λουλουδάκια, το μικρό έκανε φοβερές χαρές! Χτυπούσε τα ποδαράκια του, έκοβε τα κίτρινα λουλουδάκια και τα φιλούσε γελώντας...
Τα μεγαλύτερα παιδιά, μάζευαν κι αυτά τα κίτρινα λουλούδια και τα έπλεκαν σε πλεξούδες, που ύστερα τις φορούσαν γύρω από το λαιμό τους και στους ώμους ή στο κεφάλι.
Όσα λουλούδια είχαν μαραθεί, τα έκοβαν προσεκτικά, και φυσούσαν ύστερα το χνουδάτο κεφαλάκι τους, έτσι που να σκορπίζουν στον άνεμο, τους χνουδωτούς σπόρους τους, που λικνίζονταν στον αέρα και πετούσαν μακριά.
Έτσι τα καταφρονεμένα λουλούδια χάριζαν στα παιδιά αγαλλίαση και χαρά.
Τα βλέπεις; ...ρώτησε η ηλιαχτίδα το κλαδί της μηλιάς. Βλέπεις πόση ομορφιά και χάρη έχουν, όταν ξέρεις να τα κοιτάξεις;
-Ναι για τα μωρά παιδιά όμως!..αποκρίθηκε με σαρκασμό το κλαδί της μηλιάς.
Στο χωράφι τώρα φάνηκε μια γριά. Με ένα κοφτερό μαχαίρι, έκοβε τα χόρτα και τα μάζευε σε ένα πανέρι. Ήθελε να τα βράσει για φαγητό και ίσως να πουλήσει όσα θα περίσσευαν....
-Ναι μα η ομορφιά είναι ανώτερη από τα φαγητό....έλεγε τώρα το κλαδί. Η ομορφιά και η καλή θέση είναι για τους διαλεχτούς! Αυτή είναι η διαφορά! Και πρέπει ξέρεις να υπάρχει η διαφορά αυτή ανάμεσα στα φυτά, όπως ακριβώς υπάρχει κι ανάμεσα στους ανθρώπους!
Μάταια η ηλιαχτίδα του μιλούσε για την απέραντη αγάπη και σύνεση του Θεού, που αγκαλιάζει όλα τα πλάσματα του κόσμου, καθώς το καθένα έχει τον σκοπό ύπαρξης σε αυτή την πλάση. Αλλά ωστόσο όλα τα ζωντανά φτιάχτηκαν με ισότητα μπροστά στον χρόνο και στην αιωνιότητα.
-Αυτά τα λες μονάχα εσύ!...είπε το κλαδί.
Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα στην αίθουσα, μαζί με πολλούς άλλους καλεσμένους, και η όμορφη κόμισσα. Κρατούσε στο χέρι της με μεγάλη προσοχή κάτι φυλλαράκια, που τύλιγαν το λουλούδι έτσι, ώστε να μη φαίνεται καθόλου.
Το κλαδί της μηλιάς απόρησε.
''Τι λουλούδι είναι άραγε αυτό, για να το κρατά με περισσότερη προσοχή από αυτή που κρατούσε εμένα;''
Η κόμισσα εξέταζε προσεκτικά τα φυλλαράκια. Και τότε ξεπρόβαλε από μέσα το λεπτό, χνουδωτό σπορολούλουδο της ραδικιάς!
Η κόμισσα εξετάζοντας το, που τόσο εύκολα διαλυόταν στην πρώτη πνοή του αέρα και γινόταν μικρά αιωρούμενα αλεξίπτωτα, είπε:
-Τι θαυμάσια που έχουν φτιαχτεί όλα....Θα το βάλω στο ίδιο βάζο με το κλαδί της μηλιάς, για να τα ζωγραφίσω και τα δύο μαζί.. Γιατί όσο κι αν διαφέρουν μεταξύ τους, είναι το ίδιο αξιοθαύμαστα και τα δύο, το καθένα με τον τρόπο του! Το ένα φανταχτερό, και όμορφο, και το άλλο με μια σεμνή και άσπιλη ομορφιά της απλότητας, μα τόσο μελετημένα φτιαγμένη.
Η ηλιαχτίδα φιλούσε τώρα το κλαδί, μα και το σεμνό χορταράκι του κάμπου, που ήταν βαλμένα στο ίδιο βάζο...
Και για μια στιγμή, της φάνηκε τάχα, πως τα πράσινα φυλλαράκια της μηλιάς που είχε παρακολουθήσει τα λόγια της κόμισσας αμίλητο, ...είχαν κοκκινίσει λιγάκι από την ντροπή τους!

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Το παλιό φανάρι του δρόμου!


Έχετε ακούσει την ιστορία του παλιού φαναριού; Δεν είναι πολύ χαρούμενη αλλά αξίζει να την ακούσει κανείς!
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα καλό παλιό φανάρι του δρόμου, που είχε κάνει τίμια τη δουλειά του, πολλά-πολλά χρόνια, και τώρα πια θα το άλλαζαν...
Ήταν το τελευταίο βράδυ που θα περνούσε στη θέση του πάνω στην κολόνα, για να φωτίζει το δρόμο κι ένοιωθε σαν μια γερασμένη μπαλαρίνα, που χορεύει για τελευταία φορά, και ξέρει πως αύριο θα την έχει ξεχάσει όλος ο κόσμος. Το φανάρι τη φοβόταν την άλλη τη μέρα, γιατί ήξερε πως αυτήν την ημέρα θα το πήγαιναν στη Δημαρχεία. Κι εκεί οι εντιμότατοι κ.κ. Δημοτικοί Σύμβουλοι, θα έκριναν αν κάνει ακόμα για υπηρεσία, ή θα το πουλούσαν σε κανένα χωριό ή σε κανένα σιδεράδικο.
Είναι αλήθεια ότι αν ξέπεφτε σε κανένα σιδεράδικο, δεν ήξερε τι θα έφτιαχναν με το υλικό του.
Φοβόταν όμως, πως ότι και να έφτιαχναν θα ξεχνούσε την μέχρι τώρα ωραία ζωή του.....
Πάντως, θα έχανε τη συντροφιά του φαναρτζή και της γυναίκας του, που τους είχε τόσο συνηθίσει, ώστε τους λογάριαζε σαν δικούς του ανθρώπους.
Το φανάρι αυτό, τοποθετήθηκε στη θέση του, την ημέρα ακριβώς, που είχε διοριστεί ο φαναρτζής στη δουλειά του. Η γυναίκα του ήταν τότε νέα και όμορφη κι όταν το βράδυ περνούσε δίπλα στο φανάρι, του έριχνε μια φιλική ματιά, ενώ τη μέρα δεν του έδινε σημασία.
Τα τελευταία όμως χρόνια, όταν πια και οι τρεις τους είχαν γεράσει, η γυναίκα του φαναρτζή ερχόταν συχνά να καθαρίσει το φανάρι και να του βάλει λάδι. Ήταν ένα τίμιο ζευγάρι, που όλα αυτά τα χρόνια δεν του έκλεψαν ούτε μια σταγόνα από το λάδι...
Έτσι λοιπόν, είχε τώρα φτάσει η τελευταία του μέρα. Αύριο θα πήγαινε στο Δημαρχείο. Έτσι βυθισμένο που ήταν στις θλιβερές του σκέψεις, το φανάρι μόλις κι έκαιγε, αναπολώντας τα παλιά...
Και είχε πολλά να θυμηθεί αυτό το γέρικο φανάρι του δρόμου. Είχε δει πολλά στη ζωή του, είχε φωτίσει πολλά με τις ακτίνες του, μα τα κρατούσε με τιμιότητα μυστικά, για να μην εκθέσει κανέναν.
Καθώς οι παλιές αναμνήσεις ξυπνούσαν μέσα του, η μια ύστερα από την άλλη, η φλόγα του φαναριού φούντωσε για μια στιγμή, καθώς εκείνο στοχαζόταν:
-Κάποιος θα με θυμάται κι εμένα, όταν δε θα υπάρχω πια.... Να!...εκείνος ο νέος, εδώ και πολλά χρόνια, που ήρθε κάποιο βράδυ κοντά μου και διάβασε ένα γράμμα. Ήταν γραμμένο από γυναικείο χέρι, σε ροζ χρυσωμένο ένα γύρο, χαρτί... Το διάβασε, το φίλησε, κι ύστερα σήκωσε τα μάτια του σε μένα, και ψιθύρισε:
-Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!
Μονάχα εκείνος κι εγώ ξέρουμε τι έγραφε εκείνο το γράμμα...
-Θυμάμαι κι ένα άλλο ζευγάρι μάτια. Περίεργο πώς η μια σκέψη φέρνει την άλλη... Ήταν μια μεγαλόπρεπη κηδεία, σ' αυτόν εδώ το δρόμο. Μια νέα και ωραία κοπέλα, είχε χάσει τη ζωή της, και την είχαν ραντίσει με λουλούδια. Όλος ο δρόμος είχε γεμίσει κόσμο, και ήταν τόσες οι λαμπάδες, που το δικό μου φως χλόμιασε... Κι όταν ο κόσμος πέρασε, ένας άντρας στηρίχτηκε στην κολόνα μου, κι έκλαιγε με λυγμούς! Δε θα ξεχάσω ποτέ τη θλιμμένη του όψη!....
Έτσι σκεφτόταν το φανάρι, την τελευταία εκείνη βραδιά της υπηρεσίας του. Ο σκοπός ξέρει ποιος θα τον διαδεχθεί στην βάρδια και μπορεί να αλλάξει λίγες κουβέντες μαζί του. Το φανάρι μας όμως δεν ήξερε. Κι όμως πόσες συμβουλές θα μπορούσε να δώσει για τη βροχή, για τα χιόνια, να του πει ως πού έφτανε το φεγγαρόφωτο στο δρόμο κι από πού συνήθως φυσούσε ο άνεμος σ' εκείνη τη γωνιά...
Κάτω από το φανάρι, είχαν μαζευτεί κιόλας τρεις υποψήφιοι διάδοχοι του, γιατί νόμιζαν ότι εκείνο θα διάλεγε αυτόν που θα έπαιρνε τη θέση του. Ο ένας ήταν ένα κεφάλι ρέγγας που φέγγει στο σκοτάδι, κι έλεγε ότι το ατού του ήταν ότι θα έκανε οικονομία στο λάδι. Ο δεύτερος ήταν ένα σάπιο ξύλο που φωσφόριζε, κι έλεγε πως τάχα κατάγεται από το μεγαλύτερο δέντρο του δάσους, κι ο τρίτος ήταν μια πυγολαμπίδα.
Το φανάρι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς βρέθηκε εκεί πέρα. Πάντως φώτιζε πιο πολύ από τους άλλους, και γρήγορα τα έβαλαν μαζί της.
Το φανάρι τους είπε ότι κανένας δεν κάνει για τη δουλειά, γιατί δεν φωτίζουν αρκετά. Οι υποψήφιοι όμως όταν έμαθαν ότι θα διάλεγε το Δημαρχείο, χάρηκαν κι έφυγαν.
Εκείνη τη στιγμή φύσηξε ένα αεράκι, και ψιθύρισε στο φανάρι:
-Τι μαθαίνω; Μας φεύγεις αύριο και δεν θα ξανασυναντηθούμε; Αν είναι έτσι, θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Θα φρεσκάρω τη μνήμη σου, ώστε όχι μόνο θα τα θυμηθείς όλα, αλλά θα μπορείς να βλέπεις μπροστά σου, όλα όσα σου έχουν πει ή έχεις διαβάσει.
-Σ' ευχαριστώ, αλλά μάλλον θα με λιώσουν, για να φτιάξουν κάτι άλλο!
-Αυτό δεν έχει γίνει ακόμα....είπε το αεράκι και φύσηξε και του φρεσκάρισε τη μνήμη για να έχει καλά γεράματα...
-Κι αν με λιώσουν;...θα μπορώ να θυμάμαι και τότε;...
-Να είσαι λογικός γέρο μου!...και συνέχισε ο αέρας το πέταγμα του...
Σε λίγο βγήκε το Φεγγάρι.
-Εσύ τι θα του χαρίσεις;...ρώτησε ο αέρας...
-Τίποτα! Βασικά είμαι στη χάση μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Κι έπειτα δεν με έχει φωτίσει ποτέ, και πολλές φορές εγώ μόνο το φώτιζα...και έφυγε να κρυφτεί πίσω από κάτι σύννεφα.
Λίγο αργότερα ένοιωσε μια σταλαματιά να πέφτει πάνω του. Ήταν το δώρο που του έκαναν τα σύννεφα. Και του είπαν:
-Μπορεί να σκουριάσεις, και να γίνεις σκόνη, με τη βοήθεια μας, κι έτσι θα γλυτώσεις από τα βάσανα.
Το φανάρι όμως δε χάρηκε με αυτό το δώρο.
-Τίποτα καλύτερο;....ρώτησε πάλι ο αέρας...
Και να που ήρθε το καλύτερο. Ήταν ένα λαμπερό αστέρι, που αυλάκωνε τον ουρανό με μια λαμπερή γραμμή. Κι έπεσε...τσιφ....μέσα στο φανάρι....που φεγγοβολούσε τόσο, όσο δεν είχε φωτίσει ποτέ του.
-Αυτό ήταν πράγματι ένα υπέροχο δώρο, ευχαριστώ!...Τα λαμπερά αστέρια που τόσο τα θαύμαζα σε όλη μου τη ζωή, καταδέχθηκαν να μου χαρίσουν λίγο από το αθάνατο φως τους. Τώρα έχω τη δύναμη, να κάνω όσους αγαπώ να βλέπουν όσα βλέπω και όσα θυμάμαι εγώ! Είναι ένα εξαίρετο δώρο! Γιατί όταν βλέπεις κάτι όμορφο και δεν μπορείς να μοιραστείς τη χαρά που σου δίνει, δεν το χαίρεσαι ούτε εσύ!
-Πολύ ωραία το σκέφτηκες...είπε ο αέρας. Για να το αξιοποιήσεις όμως πρέπει να έχεις μέσα σου φλόγα. Τα αστέρια δεν το σκέφτηκαν, γιατί νομίζουν πως όλα όσα φέγγουν, έχουν και φλόγα στην καρδιά τους. Τέλος πάντων πάω να ξεκουραστώ....
Ας πάμε λοιπόν στο επόμενο βράδυ. Το φανάρι βρέθηκε ακουμπισμένο σε μια πολυθρόνα, στο σπίτι του φαναρτζή. Ο φαναρτζής είχε πετύχει, σαν αναγνώριση της υπηρεσίας του, να πάρει το φανάρι μαζί του.
Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, γέλασαν με το αίτημα του, ωστόσο τον άφησαν να πάρει το άχρηστο αντικείμενο...
Δίπλα στη σόμπα, μέσα σε αυτό το δωμάτιο, φαινόταν πολύ μεγαλύτερο. Ο φαναρτζής και η φαμελιά του, ήταν καθισμένοι για φαγητό, κι έριχναν που και που μια φιλική ματιά προς τη μεριά του.
Έμεναν σε ένα υπόγειο, δύο μέτρα κάτω από τη γη. Έκανε όμως ζεστασιά εκεί μέσα, στο σπίτι τους.
Το μοναδικό τους δωμάτιο ήταν πεντακάθαρο. Κουρτίνες έκρυβαν το κρεβάτι, και κρέμονταν στο μικρό παράθυρο ψηλά, όπου δύο παράξενες γλάστρες στέκονταν. Τις είχε φέρει ο Κρίστιαν ο ναυτικός, από τις Δυτικές και τις Ανατολικές Ινδίες. Είχαν το σχήμα ελέφαντα, ήταν πήλινες και κούφιες γεμάτες καστανόχωμα. Υπήρχε γεράνι στη μια, σκόρδα στην άλλη.
Στον τοίχο κρεμόταν μια λιθογραφία, που παράσταινε το Συνέδριο της Βιέννης. Υπήρχε κι ένα ρολόι με μεγάλα βαρίδια, που σκόρπιζε τον ήχο του τριγύρω. Κι ολοένα πήγαινε μπροστά, αλλά δεν τους πείραζε.
Όταν ο φαναρτζής άρχισε να λέει τι είχαν μοιραστεί, αυτός και το φανάρι τόσα χρόνια, για τις βροχές και τις χιονοθύελλες, για τις σύντομες καλοκαιριάτικες νύχτες, και για τις ατέλειωτες παγερές χειμωνιάτικες, το φανάρι τα είδε σαν να τα είχε μπροστά του. Ναι ο άνεμος του είχε προσφέρει ένα όμορφο δώρο!
Οι γέροι ήταν εργατικοί άνθρωποι! Πάντα έκαναν κάτι. Κάθε απομεσήμερο Κυριακής, έβγαζαν κάποιο βιβλίο με ταξίδια, κι ο γέρος διάβαζε για την Αφρική, για τους ελέφαντες, και η γριά έλεγε κοιτώντας τις γλάστρες:
-Είναι σαν να τα βλέπω ζωντανά μπροστά μου!...
Κάτι τέτοιες στιγμές το φανάρι, ήθελε να είχε την αλλοτινή φλόγα μέσα του, για να φωτίσει τους φίλους του να δουν με τα ίδια τους τα μάτια.
-Τι να τις κάνω τις ικανότητες μου όταν δεν έχω φλόγα μέσα μου;...
Μια μέρα ο φαναρτζής έφερε ένα πάκο κεριά. Μόλις κάηκαν, η γριά μάζεψε ότι έμεινε για να κερώνει την κλωστή της όταν έραβε. Αλλά δεν σκέφτηκε κανείς να βάλει ένα μέσα στο φανάρι.
-Έχω έναν ολόκληρο κόσμο μέσα μου, και δεν μπορώ να τον μοιραστώ με κανέναν. Δεν ξέρουν τα αφεντικά μου, ότι μπορώ να κάνω τους άσπρους τοίχους όμορφα χαλιά και πάνω τους να παραστήσω ότι θέλουν.
Το φανάρι στεκόταν καθαρισμένο, παστρικό σε κάποια γωνιά. Ο κόσμος τους έλεγε τι το θέλουν, εκείνοι όμως το αγαπούσαν και δεν ήθελαν να το αποχωριστούν.
Μια μέρα στα γενέθλια του γέρου, η γριά αποφάσισε να το ανάψει ώστε να λαμποκοπήσει όλο το δωμάτιο.
-Τώρα θα σας δείξω πώς ξέρω να φωτίζω!...
Μα η γριά του έβαλε μόνο λίγο λάδι, και κανένα κερί...οπότε πάλι δεν μπόρεσε να δείξει τις ικανότητες του. Άρχισε να ονειρεύεται ότι στην άλλη του ζωή, το έλιωσαν και έφτιαξαν ένα όμορφο σιδερένιο κηροπήγιο, που είχε το σχήμα αγγέλου που κρατάει ένα μπουκέτο και μέσα στο μπουκέτο θα έβαζαν ένα μεγάλο κερί.
Και συνέχιζε να ονειρεύεται....
Θα το έβαζαν σε ένα πράσινο γραφείο ενός ποιητή, σε ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία, και θα φώτιζε ότι έγραφε ο ποιητής, με το φως του. Κι ότι σκαρφιζόταν το μυαλό του ποιητή, λιβάδια, φουρτούνες, ακρογιαλιές όλα θα τα φώτιζε και θα τα έδειχνε σε όλο τον κόσμο!
-Τι ταλέντο που κρύβω μέσα μου!...είπε, καθώς ξύπνησε...λαχταρώ σχεδόν να με λιώσουν!....
Όμως όχι τώρα! Αυτό δεν πρέπει να γίνει όσο ζουν αυτοί οι δύο καλοί γέροι, που με αγαπούν τόσο! Δεν έχουν κανέναν άλλον στον κόσμο! Με περιποιούνται, μου βάζουν πότε-πότε λίγο λάδι, για να θυμάμαι τα παλιά....είναι αχαριστία να τους παρατήσω!...
Κι αυτό έκανε! Η ζωή του κύλησε ήσυχη, εκτιμώντας δύο μοναχικούς γέρους, που το αγαπούσαν και το φρόντιζαν σαν πραγματικοί φίλοι!



Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστής!!

Θα έχετε δει βέβαια, κάποιο από εκείνα τα παλιά τα σκαλιστά ερμάρια, όλο φύλλα και μπρούντζινα σκαλίσματα, μαύρα από την πολυκαιρία. Ένα τέτοιο ακριβώς ερμάρι στεκόταν στο σαλόνι μιας οικογένειας. Το είχαν από την προμάμμη τους, κληρονομιά. Ήταν σκεπασμένο από πάνω ως κάτω, με σκαλισμένα τριαντάφυλλα και τουλίπες, καθώς και με κέρατα ελαφιών.
Στην κορυφή του στεκόταν ένας παράξενος, κωμικός διαβολάκος, με κατσικίσια πόδια, με κέρατα στο κούτελο, και με μακριά γένια. Σαν τον θεό Πάνα, ένα πράγμα. Στεκόταν εκεί, και χασκογελούσε συνέχεια, με έναν κωμικό τρόπο, που δεν μπορούσες όμως να τον πάρεις ακριβώς σαν χαμόγελο.
Τα παιδιά μια μέρα παίζοντας, τον βάφτισαν: '' ο κατσικοπόδαρος Στραταρχουποδιοικητής'', τόσο μακρύ και δύσκολο για να γελάσουν. Σίγουρα εκείνος που τον είχε σκαλίσει, θα είχε κουραστεί σίγουρα πάρα πολύ!
Μια φορά, έτσι ήταν...και στεκόταν εκεί πάνω, ακίνητος, κοιτάζοντας το τραπέζι, κάτω από τον καθρέφτη. Γιατί εκεί ήταν μια όμορφη βοσκοπούλα, από πορσελάνη. Τα παπουτσάκια της ήταν χρυσωμένα όπως και το καπέλο της. Και φορούσε ένα ωραίο τριαντάφυλλο στη μέση. Στο χέρι της κρατούσε μια γκλίτσα. Με δυο λόγια, ήταν μια κοπέλα αληθινό χάρμα!
Δίπλα της στεκόταν, ένας καπνοδοχοκαθαριστής, μαύρος...κατάμαυρος, μα από πορσελάνη κι αυτός.
Παρά το μαύρο του χρώμα, ήταν πεντακάθαρος και γυαλιστερός, γιατί ο κεραμουργός τον είχε φτιάξει, για να μοιάζει με αυτούς που καθάριζαν τις καμινάδες και ήταν μαύροι από την κάπνα.
Με το ίδιο υλικό θα μπορούσε να είχε φτιάξει ένα πρίγκιπα.
Στεκόταν λοιπόν ο καπνοδοχοκαθαριστής, με ροδοκόκκινο το πρόσωπό του, γιατί φαίνεται από λάθος δεν του το είχαν μαυρίσει κι αυτό....
Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστής, στέκονταν πλάι-πλάι. Κι όπως ήταν φυσικό, συνομιλούσαν, σιγογελούσαν, ερωτεύτηκαν και τέλος αρραβωνιάστηκαν.
Και ήταν ταιριαστοί, γιατί ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, και είχαν και το ίδιο ύψος.
Λίγο πιο πέρα, ήταν ένα άλλο αγαλματάκι, πιο μεγάλο. Ένας Κινέζος, που μπορούσε να κουνάει το κεφάλι του πάνω- κάτω. Ήταν κι αυτός από πορσελάνη, κι έκανε τάχα πως ήταν ο παππούς της βοσκοπούλας, παρόλο που καμία απόδειξη δεν είχαμε γι' αυτό.
Ωστόσο έλεγε πως ήταν εγγονή του, και είχε το θράσος, να υποσχεθεί στον κατσικοπόδαρο, τη βοσκοπούλα για γυναίκα του.
-Θα σε παντρέψω....είπε στη βοσκοπούλα, με κάποιον σπουδαίο!...Είναι φτιαγμένος από γνήσιο μαόνι, κι έχει περιουσία, ένα ολόκληρο ερμάρι, με κρύσταλλα και πιατικά, δικό του!
-Δε θέλω να κλειστώ στο ερμάρι,....έλεγε η βοσκοπούλα....Λένε πως έχει άλλες έντεκα γυναίκες από πορσελάνη εκεί μέσα!....
-Τότε θα γίνεις η δωδέκατη!...είπε ο γερο- Κινέζος. Απόψε κιόλας τη νύχτα θα παντρευτείτε!
Και ο Κινέζος αφού κούνησε πάνω-κάτω δύο φορές το κεφάλι του, αποκοιμήθηκε.
Η βοσκοπούλα έβαλε τα κλάματα, και κοίταξε τον αγαπημένο της, τον καθαριστή.
-Πρέπει να το βάλουμε στα πόδια, και να φύγουμε από εδώ...αλλιώς....χάθηκα. ...είπε μέσα στα κλάματα της.
-Ότι θες εσύ, το θέλω κι εγώ...απάντησε εκείνος! Δεν θα χαθούμε θα καθαρίζω καμινάδες και θα ζήσουμε. Δεν θα χαθούμε, είμαι επαγγελματίας εγώ!
Την παρηγόρησε με αυτά τα λόγια, και δείχνοντας της πού να πατάει, στα πόδια του τραπεζιού, την κατέβασε κάτω και κατέβηκε κι εκείνος!
Σαν κοίταξαν όμως προς το ερμάρι, είδαν μεγάλη φασαρία! Τα κέρατα των ελαφιών κουνιόνταν, και ο κατσικοπόδαρος, φώναζε στον Κινέζο...
-Φεύγουν! Πρόσεχε, το έσκασαν από δίπλα μας!...
Η βοσκοπούλα και ο καθαριστής τρόμαξαν τόσο πολύ, που πήγαν και κρύφτηκαν σε ένα συρτάρι.
Εκεί έμεναν τρεις τράπουλες, που όμως δεν είχαν όλα τους τα χαρτιά. Κι ένα μικρό κουκλοθέατρο, έτοιμο για παράσταση. Όλες οι ντάμες κάθονταν στη πρώτη σειρά, κι έκαναν αέρα με τις βεντάλιες τους. Και οι συνοδοί τους ήταν οι Φάντηδες, που είχαν δύο κεφάλια, το ένα πάνω και το άλλο κάτω.
Το έργο μιλούσε για δύο αρραβωνιασμένους, που δεν τους άφηναν να παντρευτούν, και το ζευγάρι μας συγκινήθηκε τόσο, ώστε η βοσκοπούλα έβαλε τα κλάματα με τα δεινά της ηρωίδας.
-Δεν αντέχω πια να τους βλέπω...είπε...πρέπει να φύγουμε από εδώ....
Όταν κοίταξαν έξω, είδαν ότι ο Κινέζος είχε ξυπνήσει και ανασάλευε με όλο του το κορμί.
-Αλίμονο μας! Θα μας πιάσει ο Κινέζος.....
-Εγώ ξέρεις τι λέω;....ρώτησε ο καθαριστής. Να χωθούμε σ' εκείνο το βάζο, στη γωνιά. Έχει λεβάντα και αλάτι μέσα. Θα είμαστε μαλακά κι αν έρθει ο Κινέζος θα του ρίξουμε αλάτι στα μάτια.
-Όχι δεν έχουμε άλλη εκλογή πρέπει να φύγουμε...το κινέζικο βάζο και ο Κινέζος, κάποτε ήταν αρραβωνιασμένοι, και όλο και κάποια σπίθα θα έχει μείνει από την παλιά αγάπη τους.
-Δε φοβάσαι λοιπόν να ξεκινήσεις μαζί μου, να δεις τον κόσμο παραέξω;...τη ρώτησε.
Σκέφτηκες πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος, και ότι ποτέ ξανά δεν θα μπορούμε να γυρίσουμε εδώ;
-Ναι! ...απάντησε εκείνη στα γρήγορα..
-Ο δρόμος μου περνάει μέσα από μπουριά και σόμπες, μέσα από στάχτες και καμινάδες.Έχεις το θάρρος;.. Αν το έχεις τότε έλα μαζί μου, γιατί ο μόνος δρόμος διαφυγής, είναι να φτάσουμε πολύ ψηλά. Εκεί που κανένας δεν θα μπορέσει να μας φτάσει.
Και την οδήγησε στο πορτάκι της σόμπας.
-Τι σκοτεινά που είναι εδώ μέσα...είπε η κοπέλα.
Ωστόσο τον ακολούθησε, όχι μόνο στη σόμπα, αλλά και στα μπουριά, που το σκοτάδι ήταν ακόμα μεγαλύτερο.
-Τώρα φτάνουμε στην καμινάδα, ....της είπε. Βλέπεις εκείνο το αστέρι; Από εκείνη τη τρύπα θα βγούμε και θα γνωρίσουμε τον κόσμο.
Πραγματικά ένα αστέρι έλαμπε, λες και τους έδειχνε τον δρόμο. Η βοσκοπούλα και ο καθαριστής, σκαρφάλωναν ο ένας πίσω από τον άλλο, και εκείνος την κρατούσε διαρκώς, λέγοντας της κάθε φορά πού να βάλει το πορσελάνινο ποδαράκι της. Έτσι φτάσανε στη κορφή, και κάθισαν στο περβάζι να ξεκουραστούν.
Πάνω τους απλωνόταν ο ουρανός, και κάτω τους οι στέγες όλης της πολιτείας. Έβλεπαν μακριά ένα μεγάλο κόσμο να απλώνεται μπροστά στα μάτια τους.
Η καημένη η βοσκοπούλα, δεν είχε φανταστεί τον κόσμο τόσο μεγάλο, και κρύο, και ξένο. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του καλού της, κι έβαλε τα κλάματα. Τόσο πολύ έκλαιγε, που ξεκόλλησε το χρυσάφι από τη ζώνη της.
-Πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος!...φοβάμαι, ....αχ! και να ήμουνα πίσω στο τραπέζι μου, κάτω από τον καθρέφτη!.. Εκεί ήμουν ευτυχισμένη, και καθαρή. Τώρα που σε ακολούθησα, σκέφτομαι ότι αν με αγαπάς, πρέπει να με ξαναπάς πίσω.
Ο καθαριστής της θύμισε τον Κινέζο, τον κατσικοπόδαρο, αλλά εκείνη με τα φιλιά της τον κατάφερε, να της κάνει το χατήρι. Της είπε μόνο:
-Σε ρώτησα αν είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις, και αν το σκέφτηκες καλά, και μου απάντησες ναι!
Δεν πρέπει ποτέ να αποφασίζεις επιπόλαια, ούτε να σκέφτεσαι βιαστικά.
Μπήκαν πάλι στην καμινάδα, και άρχισαν να κατεβαίνουν από τα μπουριά και τους σωλήνες.
Κουραστικό ταξίδι!
Τελικά, έφτασαν στο πορτάκι της σόμπας, και σταμάτησαν να ακούσουν τι γίνεται μέσα. Όλα ήταν ήρεμα. Κοίταξαν με προσοχή, και ξαφνικά....ωχ!... ο Κινέζος, ήταν στο πάτωμα. Και ο δόλιος ήταν σπασμένος σε τρία κομμάτια. Φαίνεται προσπάθησε να τους κυνηγήσει, και έπεσε και έσπασε.
Ολόκληρη η πλάτη του είχε κοπεί. Και το κεφάλι του είχε κυλήσει στη γωνιά. Ο κατσικοπόδαρος, στεκόταν βυθισμένος στις σκέψεις του.
-Φοβερό! Ο παππούς έγινε κομμάτια, και φταίμε εμείς γι' αυτό! Αχ! ...δεν θα μπορέσω να αντέξω αυτή την τραγωδία!...Τελικά το κατάλαβα, έπρεπε να μείνουμε και να αγωνιστούμε εδώ! Σε παρέσυρα και φύγαμε, δείχνοντας δειλία, και δεν σκέφτηκα τις συνέπειες της επιλογής μου!
-Μη κάνεις έτσι αγάπη μου!.... Θα δεις όλα θα φτιάξουν! Θα τον κολλήσουν τον παππού και θα γίνει σαν και πρώτα. Θα τον πάνε στον τεχνίτη, και θα του βάλει καρφί, και θα γίνει καινούργιος.
-Αχ!...μακάρι. Γιατί δεν έρχεται κάποιος;
Την άλλη μέρα, πράγματι η υπηρέτρια, πήρε τον Κινέζο και τον πήγε στον μάστορα, ενόσω απορούσε πώς στο καλό βρέθηκε στο πάτωμα. Κι ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει, ενώ είχε καθαρίσει, πώς η βοσκοπούλα και ο καθαριστής ήταν τόσο βρώμικοι.
Ο Κινέζος φτιάχτηκε, και ξαναπήρε τη θέση του. Ο κατσικοπόδαρος μόλις τον είδε, τον ρώτησε:
-Θα την πάρω την εγγονή σου, γυναίκα μου; Από τότε που γύρισες έγινες πολύ περήφανος...
Ο Κινέζος όμως έμεινε ασάλευτος, γιατί δεν ήθελε να δείξει σε έναν ξένο, ότι μια βίδα υπήρχε στο κεφάλι του, και δεν μπορούσε πια να το κουνήσει.
Κι έτσι όλα έγιναν όπως πριν, ήσυχα. Το ζευγάρι ζούσε μαζί, ο παππούς στην άλλη μεριά του τραπεζιού, και ο κατσικοπόδαρος που τους άφησε ήσυχους πλέον, στην κορυφή , πάνω στο ερμάρι.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*