Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η τιμωρία του τσιγκούνη!

Τρεις κεφάτοι φίλοι, γυρνούσαν μαζί το κόσμο και, μια φορά τους βρήκε η νύχτα κοντά σε ένα ερημικό σπίτι. Χτύπησαν τη πόρτα, για να γυρέψουν κατάλυμα για τη νύχτα, και για ένα πιάτο ζεστό φαγητό.
Ο αφέντης του σπιτιού όμως, ήταν ένας γέρος γνωστός σε όλους για τη τσιγκουνιά του.
Μόλις άκουσε ότι ζητούσαν φιλοξενία, άρπαξε το ραβδί του φωνάζοντας, ότι δεν επρόκειτο να δώσει ούτε στρώμα για να κοιμηθούν, ούτε φαγητό χωρίς να πληρωθεί το αντίτιμο.
Δεν πρόλαβαν καλά-καλά να πουν παραπάνω κουβέντα και οι τρεις φίλοι, βρέθηκαν στην ερημιά, πεινασμένοι, και ξαπλωμένοι πάνω στο υγρό χώμα.
Το πρωί σαν ξημέρωσε, κίνησαν καταπονημένοι, για τη κοντινή πολιτεία που είχε παζάρι, έχοντας ακόμα στο μυαλό τους, τη κακία του τσιγκούνη και τις ραβδιές του.
Όπως προχωρούσαν, άκουσαν πίσω τους κάποιο κουδούνισμα. Γύρισαν και είδαν το χθεσινοβραδινό τσιγκούνη, καβάλα σε ένα γάιδαρο, να έρχεται από μακριά. Πίσω του είχε δεμένη μια κατσίκα, που στο λαιμό της κρεμόταν ένα κουδούνι.
Σαν τον είδαν από μακριά, κρύφτηκαν γρήγορα σε κάτι χαμόκλαδα.
-Πρέπει να τιμωρήσουμε αυτό το τσιγκούναρο, για τη κακία του. Χθες μέσα στο σκοτάδι και με τη ταχύτητα που μας έδιωξε, δε μας είδε, οπότε και δε θα μας γνωρίσει.
-Εγώ....λέει ο πρώτος φίλος, ...θα του κλέψω τη κατσίκα.
-Εγώ ...λέει ο δεύτερος ....θα του κλέψω το γάιδαρο.
-Κι εγώ ....λέει ο τρίτος.....θα του κλέψω τα ρούχα.
Μόλις ο γέρο-τσιγκούνης πέρασε από μπροστά τους, ο πρώτος βγήκε στα κρυφά, έκοψε το σχοινί της κατσίκας, της έβγαλε το κουδούνι, και το έδεσε στην ουρά του γαϊδάρου.
Το αφεντικό της κατσίκας, δεν πήρε είδηση τίποτα. Όσο άκουγε το κουδούνι, δεν ανησυχούσε.
Γρήγορα η κατσίκα εξαφανίστηκε, με τον κλέφτη της.
Ο δεύτερος φίλος, βγήκε έπειτα από λίγο από τη κρυψώνα του, κι έτρεξε πίσω από τον τσιγκούνη.
-Ε...εσύ..τρελάθηκες και κρέμασες το κουδούνι στην ουρά του γαϊδάρου, κι όχι στο λαιμό του;....φώναξε!
Ο γέρος γύρισε, κατάλαβε τι είχε γίνει, και άρχισε να κλαψουρίζει:
-Το κουδούνι το είχα στο λαιμό της κατσίκας μου...πάει μου την έκλεψαν του άμοιρου. Μήπως είδες εσύ κανέναν με μια κατσίκα;
-Κάποιον είδα που έτρεχε προς αυτά τα δέντρα.
Ο γέρος πήδηξε από το γάιδαρο, έδωσε τα χαλινάρια στον δεύτερο φίλο, και τον παρακάλεσε να του φυλάξει για λίγο το ζωντανό. Στη συνέχεια χώθηκε μέσα στα δέντρα, μήπως και προφτάσει αυτόν που του πήρε τη κατσίκα.
Ο δεύτερος κλέφτης πήρε το γάιδαρο, κι εξαφανίστηκε κι αυτός,  στη στιγμή.
Όταν ο τσιγκούνης γέρος, επέστρεψε χωρίς να έχει βρει τη κατσίκα και το κλέφτη της, είδε ότι είχαν πάρει και το γάιδαρο του, και τα κλάματα του έγιναν δυνατότερα.
Πήρε το δρόμο πεζός, και συνεχίζοντας να κλαίει.
Εν τω μεταξύ ο τρίτος φίλος, είχε σταθεί σε ένα πηγάδι που βρισκόταν παρακάτω, και έκανε ότι θρηνούσε. Μόλις ο τσιγκούνης έφτασε κοντά του, τον ρώτησε τι έπαθε.
-Άσε,  κρατούσα ένα κουτί με ανεκτίμητα πετράδια και χρυσά φλουριά, κι όπως το ακούμπησα για να πιω λίγο νερό, μου έπεσε μέσα. Και μόνος μου δεν μπορώ να το βγάλω, και φοβάμαι και το νερό κιόλας.
Τα μάτια του γερο-τσιγκούνη άστραφταν στη σκέψη των πετραδιών και του χρυσού.
-Θα σε αμείψω καλά, αν με βοηθήσεις,...συνέχισε ο τρίτος εκδικητής.
Δε χρειάστηκε παρακάλια ο σπαγκοραμμένος,  έβγαλε στο λεπτό τα ρούχα του να μη τα βρέξει, και κατέβηκε στο πηγάδι.
Ο τρίτος φίλος, άρπαξε τα ρούχα, και στη θέση τους άφησε μόνο ένα χαρτί.
Μόλις ο τσιγκούνης ανέβηκε από το πηγάδι χωρίς να έχει βρει ίχνος από πετράδια ή χρυσό, βρήκε όχι τα ρούχα του, αλλά ένα χαρτί που έγραφε:
''Τίποτα δε θα είχε συμβεί, αν ήσουν φιλόξενος, και έδινες ένα στρώμα, και ένα πιατάκι φαγητό, σε τρεις άμοιρους ταξιδιώτες.''
Άρχισε να τρέχει γυμνός πίσω στο σπίτι του, φοβισμένος μήπως στο τέλος κλέψουν και τον ίδιο, και πάθει χειρότερα.


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Στο νησί της κάσας!!!

Υπάρχει ένα νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό, που τρέχει ένα ποτάμι μεγάλο και ορμητικό. Ακριβώς στη μέση του, υπάρχει ένα νησάκι, που μοιάζει με πέτρινο καράβι, και γι' αυτό το λένε το νησί της κάσας. Γι' αυτό το νησάκι οι ντόπιοι στην Ινδονησία, λένε αυτό το παραμύθι.
Στην ακροποταμιά, μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια χήρα που είχε ένα γιο που λεγόταν Παλαμτσάρ.
Τον μεγάλωνε με πολλές δυσκολίες, και πολλές φορές εξασφάλιζε τόσο λίγο φαγητό, που καθόταν η ίδια νηστική, για να φάει το παιδί της.
Το μόνο που την ενδιέφερε, ήταν η ασφάλεια του παιδιού της, η χαρά του παιδιού της, και να είναι χορτάτο το παιδί της. Ο εαυτός της έμπαινε σε δεύτερη μοίρα.
Και τα χρόνια περνούσαν, και ο Παλαμτσάρ μεγάλωνε, με την αγάπη και τη στοργή της μάνας.
Σαν μεγάλωσε, αποφάσισε να φύγει για να βρει τη τύχη του. Κι η μάνα τι να κάνει, το δέχτηκε με δάκρυα στα μάτια. Κι ο Παλαμτσάρ έφυγε, και ξέχασε τι άφησε πίσω του.
Οι δουλειές του πήγαν καλά, έγινε έμπορας και απέκτησε δικά του καράβια, με τα οποία μετέφερε τα εμπορεύματα του και τα πουλούσε από χώρα σε χώρα.
Τα πλοία του έσκιζαν τα νερά της θάλασσας,  τους ωκεανούς και τα ποτάμια, και το χρήμα που αποκτούσε ήταν πολύ.
Η μάνα του είχε χρόνια να πάρει νέα του γιου της, είχε βυθιστεί στην απόλυτη φτώχεια, και τρεφόταν με ρίζες. Τα ρούχα δε που φορούσε, ήταν πια κουρέλια εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Το' φερε η τύχη, και το πλοίο του γιου της, έπιασε λιμάνι στο απέναντι χωριό. Όλοι έμαθαν ότι ο πλούσιος έμπορος Παλαμτσάρ, έφερε με το πλοίο του, του κόσμου τις ωραίες πραμάτειες, για να τις πουλήσει.
Η είδηση έφτασε και στα αυτιά της μάνας.  Μόλις το άκουσε, σπαρτάρισε από τη λαχτάρα να δει το μονάκριβο γιο της.
Είχε τόσα χρόνια να τον σφίξει στην αγκαλιά της, και με προσμονή ξεκίνησε να τον συναντήσει.
Μια αγωνία μόνο την έτρωγε:
''Λες να μην είναι ο γιος μου, και να είναι κάποιος που έχει το ίδιο όνομα;....'' αναρωτιόταν και προσπαθούσε να κάνει πιο γρήγορο το σερνάμενο βήμα της.
Κάποια στιγμή έφτασε στο καράβι, και χώθηκε ανάμεσα στο κόσμο, για να αντικρίσει με λαχτάρα τον έμπορο.
Μόλις τον είδε, τα γέρικα μάτια της έλαμψαν από τα μητρικά δάκρυα. Τον γνώρισε αμέσως, και φώναξε με τρεμάμενη φωνή:
-Παλαμτσάρ,......γιε μου......αγόρι μου!!!.....
Ο Παλαμτσάρ τη γνώρισε αμέσως, αλλά δε χάρηκε καθόλου. Μπροστά σε όλο το κόσμο, που παρακολουθούσε περιμένοντας τη συνέχεια, δεν ήθελε να παραδεχτεί, ότι αυτή η ρακένδυτη, κουρελιασμένη γριά, ήταν η μάνα του. Ντρεπόταν να έχει συγγένεια, με αυτή τη ζητιάνα. Και ξαφνικά είπε:
-Ποια είναι αυτή η γριά ζητιάνα, δε σε ξέρω κυρά μου, ....πάρτε την από μπροστά μου, με εμποδίζει να κάνω τη δουλειά μου!......
-Γιε μου, ...Παλαμτσάρ...δε γνωρίζεις τη μάνα σου;.....
-Μα τι ιδέες σου μπαίνουν στο μυαλό, κουρελιάρα, δε σε ξέρω κι ούτε σε έχω δει ποτέ μου!!!...
Σαν άκουσε η δύστυχη γριούλα αυτά τα σκληρά λόγια, τα τόσο αχάριστα και άπονα, έπεσε χάμω, και η καρδιά της σταμάτησε από το πόνο. Άφησε τη τελευταία της πνοή, με τα δακρυσμένα της μάτια ανοιχτά, στραμμένα προς τον αχάριστο γιο της.
Εκείνη τη στιγμή, ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα. Οι ουρανοί άνοιξαν, ο κόσμος άρχισε να τρέχει για να προφυλαχθεί. Τα νερά του ποταμού φούσκωσαν, και έγιναν πιο ορμητικά. Άρχισαν να παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους. Το καράβι του Παλαμτσάρ, έγινε θύμα στο έλεος του νερού. Αφού στροβιλίστηκε αρκετές φορές, βρόντηξε σε ένα βράχο και βούλιαξε, στερώντας και τη ζωή όλων, όσων βρίσκονταν πάνω σε αυτό. Έτσι έχασε τη ζωή του και ο αχάριστος Παλαμτσάρ.
Όταν πέρασε η καταιγίδα, σε κάποιο σημείο βγήκε ένας βράχος που έμοιαζε με πέτρινο καράβι. Ένα μικρό νησάκι, που ο κόσμος για να μη ξεχάσει ποτέ το μέγεθος της αχαριστίας ενός γιου προς τη μάνα που τον γέννησε, το ονόμασε το νησί της κάσας!!!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*