Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Η ιστορία της γαλατούς!!!

Στη μέση ενός λιβαδιού, υπήρχε ένα μικρό αγρόκτημα, με ένα μικρό περιβόλι, όπου ζούσε μια γαλατού, που ήταν ορφανή, και φτωχή και είχε χαρακτήρα ονειροπόλο.
Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη κοπέλα, που ζούσε στην εξοχή, αλλά που συχνά ονειρευόταν ότι θα της άρεσε να είχε γεννηθεί μαρκησία, ή πριγκίπισσα, αντί να είναι αγρότισσα, για να μπορεί να οργανώνει γιορτές και χορούς, αντί να βόσκει την ωραία της αγελάδα στο λιβάδι.
Όλες τις μέρες η γαλατού, άρμεγε την αγελαδίτσα της με τρυφερότητα, και γέμιζε το κανάτι της με γευστικότατο γάλα. Ήταν ένα γάλα όλο κρέμα, απαλό στη γεύση, γλυκό και χλιαρό, που μπορούσε να σερβιριστεί τόσο στο πρόγευμα, αλλά και να μπει σε τούρτες και γλυκά. 
Η μικρή γέμιζε το κανάτι μέχρι που ξεχείλιζε, και ξεκινούσε για το χωριό, όπου συνήθιζε να πουλάει το γάλα στην αγορά.
Κάθε φορά που ξεκινούσε τη διαδρομή για το χωριό, έλεγε στίχους για την άνοιξη, και την αγάπη, κι επειδή της φαινόταν μεγάλη η διαδρομή, ονειρευόταν τι θα έκανε αν ένας πρίγκιπας την προσκαλούσε στο κάστρο του.
Μια μέρα, που η ονειροπόληση της είχε πάρει φόρα, σκεφτόταν πόσο πολύ γεμάτη θα ήταν η αγορά, πόσο νόστιμο ήταν το γάλα που κουβαλούσε στο κανάτι που είχε στο κεφάλι της, και πόσα χρήματα θα έπαιρνε από τη πώληση του, στους πλούσιους που ζούσαν στη πόλη.
-''Θα με πληρώσουν πιο πολλά σήμερα''...σκεφτόταν η γαλατού
''Θα το δώσω πιο ακριβά, για να μου περισσέψουν χρήματα, ώστε να αγοράσω κι άλλα πράγματα. Όμως τι θα πάρω;; 
Απορροφήθηκε στη σκέψη της επένδυσης του κέρδους της, και προχωρούσε στο μονοπάτι.
-Το βρήκα, είπε.., θα αγοράσω ένα καλάθι φρέσκα αβγά, λευκά σαν το χιόνι και μεγάλα σε μέγεθος.
Έτσι θα φάω ένα το βράδυ, και θα περισσέψουν και αρκετά ακόμα. Αυτά θα τα διατηρήσω στο φως και στη ζέστη, όσο είναι απαραίτητο, σε μια φωλιά για πουλιά μέσα σε άχυρα. Σε λίγο καιρό θα σπάσουν, και θα βγει ένας σωρός κοτοπουλάκια, που θα γεμίσουν τη φάρμα. Δε θα έχω κόστος από το τάισμα τους, γιατί τριγύρω υπάρχουν εκτάσει με σιτάρι. Γρήγορα θα γίνουν κόκορες και κότες''.
Και συνέχισε να ονειροπολεί, περπατώντας στο μονοπάτι...
-Θα μπορέσω να πουλάω τα αβγά τους στην αγορά, αλλά θα πουλάω και κοτόπουλα και κότες, και θα έχω μεγαλύτερο κέρδος.
Ένοιωσε μεγάλη χαρά, όταν φαντάστηκε τα σεντούκια της, γεμάτα χρήματα από το εμπόριο που θα έκανε.
-Όταν έρθει η στιγμή, θα τα πουλήσω όλα, και θα αγοράσω λίγα γουρουνάκια και θα φτιάχνω ζαμπόν και σαλάμια και λουκάνικα. Με τα κέρδη θα αγοράσω ένα μοσχαράκι, και μια νεαρή αγελάδα. Θα πουλάω γάλα, αλλά συγχρόνως θα τα ζευγαρώσω και θα αποκτήσω ολόκληρο κοπάδι, που θα συνεχίσουν να πληθαίνουν, μέχρι να γίνω πλούσια. Τότε θα σταματήσω να ζω στο αγρόκτημα, στο λιβάδι, θα αφήσω τους υπηρέτες μου να φροντίζουν το κοπάδι μου, και θα αγοράσω ένα πολυτελές αρχοντικό στη πόλη''.
Κι άρχισε να φαντάζεται τα μάρμαρα που θα είχε το σπίτι της, τη καταπληκτική ξυλεία από την οποία θα ήταν κτισμένο, τα έπιπλα της, τα κρύσταλλα και τους άλλους θησαυρούς της.
Έβλεπε μάλιστα μπροστά της, τον εαυτό της, μέσα στα μετάξια και στις δαντέλες και τα μαλλιά της με  μπούκλες στολισμένες με λουλούδια και κοσμήματα. Θα ξεκουραζόταν στη λιμνούλα του κήπου της, και θα δεχόταν ''βροχή'' προτάσεις γάμους από ευγενείς και πρίγκιπες, και όλοι θα εξυμνούσαν το χαρακτήρα της, και τις αρετές της.
-Κι όλα χάρη στο κανάτι μου με το γάλα.....σκέφτηκε.
Ξαφνικά συνήλθε και είδε ότι με την ονειροπόληση, είχε αργήσει και τάχυνε το βήμα της, για να προλάβει την αγορά πριν κλείσει. Στη βιασύνη της όμως, στραβοπάτησε και γλίστρησε και το κανάτι έπεσε στο έδαφος κι έγινε χίλια κομμάτια, χύνοντας παντού το όμορφο γάλα του.
Βλέποντας τα κομμάτια του σπασμένου κανατιού, ένοιωσε να σπάνε και τα όνειρα, και τα κοπάδια και τα παλάτια, καθώς και τα σεντούκια με τα χρήματα.
Έβαλε τα κλάματα, και κατάλαβε για πρώτη φορά στη ζωή της, ότι καλύτερα να σιγουρεύεις κάτι και να προχωράς τα σχέδια σου σιγά-σιγά, παρά να ''χτίζεις πύργους στην άμμο'', που γκρεμίζονται πανεύκολα με το πρώτο κύμα.



Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ο παπουτσωμένος γάτος!!!!

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας μυλωνάς που είχε τρεις  γιους. Σαν έφτασε ο καιρός και γέρος πια και άρρωστος πέθαινε, φώναξε τους τρεις γιους του, και τους είπε:
-Δεν έχω μεγάλο βιος, παρά μόνο το μύλο, ένα γάιδαρο, αυτό το σπίτι κι ένα γάτο. Το μύλο τον αφήνω στο πρώτο μου γιο, το γάιδαρο στο δεύτερο και το γάτο στο τρίτο. Στο σπίτι μπορείτε να μένετε και οι τρεις, ώστε να έχετε μια στέγη πάνω από το κεφάλι σας.
Μετά το θάνατο του πατέρα, ο δεύτερος γιος συνεργάστηκε με τον αδελφό του που είχε πάρει το μύλο κι έτσι θα μπορούσαν να έχουν μια δουλειά. Και μάλιστα κορόιδευαν το μικρό τους αδελφό για τη δική του κληρονομιά, το γάτο.  Ο τρίτος, ο δόλιος, κοιτούσε το γάτο, κι αναρωτιόταν σε τι θα μπορούσε να του χρησιμεύσει. 
Ένα βράδυ που ο νεαρός είχε πάει βόλτα στο ποτάμι, ακούει ξαφνικά μια φωνή να του λέει:
-Αφέντη μην ανησυχείς. Τώρα που σου ανήκω, και θέλοντας να εξασφαλίσω και τη δική μου ζωή, μπορώ να σου πω ότι είμαι ένας γάτος με χαρίσματα. Αν με αφήσεις θα σε κάνω πλούσιο. Θέλω μόνο τις μπότες σου και ένα σάκο.
Σαν χαμένος κοιτούσε το γάτο του ο νέος, μη μπορώντας να πιστέψει ότι του μιλούσε με ανθρώπινη φωνή.
-Γιατί δεν είχες μιλήσει τόσο καιρό που είσαι μαζί μας;
-Γιατί δεν είχα κανένα λόγο. Τη ζεστή μου γωνιά την είχα, το φαγητό μου το είχα. Τώρα όμως πρέπει να επιβιώσουμε και οι δύο.
Ο νεαρός έβγαλε τις μπότες του και τις έδωσε στο γάτο, και του έδωσε και ένα σακί.
-Όμως εγώ θα είμαι ξυπόλητος;
-Έχε μου εμπιστοσύνη αφέντη και γρήγορα θα έχεις πολλά πλούτη.
Παίρνει λοιπόν το σάκο και φεύγει τρεχάτος. Τον γεμίζει με ζουμερά χορταρικά και τον τοποθετεί κάπου, ανοικτό. Πολύ σύντομα ένας παχουλός λαγός δελεάζεται από το λαχταριστό δόλωμα και πηγαίνει να το φάει. Πετάγεται ο γάτος μας από εκεί που ήταν κρυμμένος και κλείνει το λαγό στο σακί.
Στη συνέχεια ο γάτος, φορτώνεται το σακί και  πηγαίνει στο παλάτι, όπου ζητά να δει το βασιλιά. 
Ο βασιλιάς σαν άκουσε ότι ζητούσε να τον δει ένας γάτος που μιλούσε, έδωσε την άδεια.
-Τα σέβη μου μεγαλειότατε, είπε ο γάτος κάνοντας υπόκλιση.
Ο αφέντης μου ο Μαρκήσιος του Καραμπά, σου στέλνει ένα δώρο για να εκφράσει το σεβασμό του.
Ο βασιλιάς καλοφαγάς, μόλις είδε το λαγό, και το χαρισματικό γάτο, συμπάθησε αμέσως τον άγνωστο Μαρκήσιο, και η συμπάθεια μεγάλωνε με το καιρό, μια και τέτοια γευστικά δώρα με το καλύτερο κυνήγι, έρχονταν κάθε τρεις ημέρες.
Ο νέος όταν επέστρεφε ο γάτος, ρωτούσε τι γινόταν, αλλά η μόνη απάντηση που έπαιρνε ήταν :
-Μην ανησυχείς αφέντη, δουλεύω και για τους δυο μας. Όταν έρθει η ώρα θα πρέπει να κάνεις ότι σου πω.
Και έφτασε ένα πρωινό, που ο γάτος έμαθε, ότι ο βασιλιάς θα έβγαινε  με συντροφιά τη μονάκριβη κόρη του, για περίπατο με την άμαξα του.
-Γρήγορα,.. είπε στον αφέντη του, πρέπει να πάμε στο ποτάμι.
Όταν έφτασαν εκεί, του ζήτησε να βγάλει όλα τα ρούχα του και να βουτήξει στο νερό. Κι ότι γίνει να συμφωνεί πάντα μαζί του. Έτσι κι έγινε. Ο νέος βούτηξε στο ποτάμι γυμνός και περίμενε.
Σαν πλησίαζε η άμαξα, ο γάτος πετάχτηκε μπροστά της φωνάζοντας:
-Βοήθεια, ληστές έκλεψαν τα ρούχα του αφέντη μου, του Μαρκήσιου του Καραμπά και τον άφησαν γυμνό στο ποτάμι.
Ο βασιλιάς που αναγνώρισε τον υπηρέτη, έδωσε αμέσως εντολή στη φρουρά του να βοηθήσουν το Μαρκήσιο. Ακόμα έστειλε στο παλάτι κάποιον να φέρει ρούχα στεγνά και καθαρά για να φορέσει ο άρχοντας. Τα ρούχα ήρθαν, ο Μαρκήσιος με τη βοήθεια των φρουρών, ντύθηκε μεγαλοπρεπέστατα, και παρουσιάστηκε με τον γάτο, μπροστά στο βασιλιά και τη κόρη του. 
Ο γάτος έκανε τη παρουσίαση:
-Μεγαλειότατε σας παρουσιάζω τον αφέντη μου Μαρκήσιο του Καραμπά.
-Ο νέος χωρίς να πει τίποτα υποκλίθηκε και υπέβαλε τα σέβη του, ευχαριστώντας το βασιλιά για τη πολύτιμη βοήθεια του.
-Κι ο βασιλιάς του απάντησε ότι ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για έναν άρχοντα, που τόσο καιρό τον τιμούσε με το καλύτερο κυνήγι που του έστελνε, και ακόμα χαιρόταν, που έστω και με αυτές τις συνθήκες, έκανε τη γνωριμία του επιτέλους.
Όταν σύστησε τη κόρη του, οι δύο νέοι κοιτάχτηκαν με ευχαρίστηση. Η βασιλοπούλα τον έβρισκε πολύ όμορφο, αλλά και ο νέος, ήταν εξίσου γοητευμένος.
Αφού έδωσε ο γάτος οδηγίες στον αμαξά, πρότεινε στον αφέντη του να προσκαλέσει στο κάστρο του, το βασιλιά  με τη βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς δέχθηκε ευχαρίστως.
Και τότε ο πονηρός γάτος, τους είπε:
-Μπορείτε να έρθετε με την ησυχία σας. Θα μου επιτρέψετε να προηγηθώ, για να εκτελέσω τις εντολές του αφέντη μου, για την υποδοχή σας.
Κόβοντας δρόμο, έφτασε σε μια περιοχή, που υπήρχε ένα κάστρο, και που ήξερε, ότι ανήκε σε ένα πολύ κακό μάγο, πλούσιο,  ιδιοκτήτη όλης της γύρω περιοχής, και ο οποίος, καταδυνάστευε τους φτωχούς αγρότες που είχε στη δούλεψη του.
Φτάνοντας ο γάτος στα χωράφια με το πιο υπέροχο στάρι, είπε στους αγρότες:
-Ωραίο στάρι, σε ποιον ανήκει;
-Στο μάγο που μένει στο κάστρο,..του απάντησαν.Εκείνος παίρνει τα περισσότερα κι εμάς μας αφήνει και πεινάμε. Είναι όμως δυνατός και τον φοβόμαστε.
-Φίλοι μου τα βάσανα σας τελείωσαν. Ο αφέντης μου ο Μαρκήσιος του Καραμπά, θα διώξει το μάγο από τη ζωή σας, αρκεί μόνο, από εδώ και πέρα όποιος σας ρωτά, σε ποιον ανήκουν τα χωράφια με το στάρι, να λέτε ότι ανήκουν στο Μαρκήσιο του Καραμπά.
Εκείνοι δέχθηκαν με λαχτάρα. Το ίδιο ακριβώς συμφωνήθηκε με τους αγρότες των αμπελώνων του μάγου, με τους σταβλίτες των στάβλων του μάγου, και γενικά με όλους όσους ήταν στην υπηρεσία του μάγου.
Έπειτα ο γάτος,  πήγε στο κάστρο και ζήτησε να δει το μάγο, γιατί ήθελε να υποβάλει τα σέβη του μια και είχε ακούσει  για τις θαυμαστές ικανότητες του, να μεταμορφώνεται.
Κολακευμένος ο μάγος, δέχθηκε το γάτο, και καμάρωσε με τους επαίνους και τις κολακείες του.
-Άρχοντα μου, είπε ο γάτος όλο ταπεινότητα,.. ήθελα πολύ να σε γνωρίσω, γιατί έχω ακούσει τόσα για σένα από τον αφέντη μου το Μαρκήσιο του Καραμπά, ήμουν όμως δύσπιστος ο ίδιος. Και πείθομαι μόνο από τα δικά μου μάτια.
-Τι ακριβώς δεν πιστεύεις;;
-Είναι αλήθεια ότι μπορείς να μεταμορφωθείς στο μεγαλύτερο πλάσμα που υπάρχει;;
Μπορείς να μεταμορφωθείς σε ένα δράκο ας πούμε;;
Αμέσως ο μάγος μεταμορφώθηκε σε δράκο, κι ο γάτος κάνοντας το φοβισμένο φώναξε:
-Εντάξει με έπεισες, όμως μπορείς να μεταμορφωθείς και σε ένα λιοντάρι;
Ο μάγος άλλαξε μορφή και έγινε λιοντάρι. Και στη συνέχεια έπαιρνε όποια μορφή του ζητούσε ο γάτος. Στο τέλος κουρασμένος του είπε:
-Κουράστηκα και χρειάζομαι ξεκούραση. Ελπίζω τώρα να πείστηκες.
Κι ο γάτος που πέτυχε στο σκοπό του να κουράσει το μάγο, του είπε:
-Εντάξει σίγουρα μπορείς να μεταμορφωθείς σε τόσο μεγάλα ζώα. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι δε θα μπορούσες ποτέ να μεταμορφωθείς σε κάτι μικρό, όπως για παράδειγμα...σε ένα ποντίκι.
Πειραγμένος εντελώς από τα λόγια του γάτου, ο μάγος μεταμορφώθηκε αμέσως σε ένα ποντίκι.
Τότε ο γάτος όρμησε και  έκανε το κουρασμένο ποντίκι,  μια χαψιά.
Έτσι τελείωσε η βασιλεία του μάγου. Οι υπηρέτες δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους, και θέλησαν να μάθουν σε ποιον οφείλουν τη σωτηρία τους. 
-Τη σωτηρία σας όλοι την οφείλετε στο πιο δίκαιο αφέντη του κόσμου, το Μαρκήσιο του Καραμπά που είναι και ο νέος αφέντης σας. Μαζί του θα ζήσουμε όλοι ευτυχισμένοι.
Και μάλιστα φτάνει σε λίγο, και θα ήθελα να του ετοιμάσετε ένα τραπέζι με ότι καλύτερο υπάρχει.
Όλοι έτρεξαν να εκτελέσουν τις εντολές του νέου αφέντη τους, χαρούμενοι.
Στο μεταξύ, ο βασιλιάς είχε φτάσει στα χωράφια με το στάρι, και σταματώντας θαυμάζοντας τη σοδειά, ρώτησε έναν αγρότη σε ποιον ανήκουν. Εκείνος του είπε:
-Ο αφέντης μας είναι ο Μαρκήσιος του Καραμπά.
Ικανοποιημένος ο βασιλιάς, σταμάτησε στους αμπελώνες, παίρνοντας κι εκεί την ίδια απάντηση, και στη συνέχεια στους στάβλους.
Έπειτα έφτασε στο κάστρο, όπου η υποδοχή ήταν πράγματι μεγαλοπρεπής.
Ο γάτος στην είσοδο, τους καλωσόρισε στο κάστρο του Μαρκήσιου του Καραμπά, και τους οδήγησε στην τραπεζαρία, όπου τους περίμεναν τα ωραιότερα φαγητά, τα πιο νόστιμα γλυκά και τα πιο μεθυστικά κρασιά.
Κάποια στιγμή είπε στον αφέντη του, ιδιαιτέρως:
-Όπως σου υποσχέθηκα αφέντη, είναι όλα δικά σου, καθώς και ο θησαυρός που είναι κρυμμένος στο υπόγειο θησαυροφυλάκιο. 
-Μα πώς;; Τι έγινε;;
-Κάποια μέρα αφέντη ίσως να σου τα πω. Εγώ εκπλήρωσα την υπόσχεση μου.
Ο βασιλιάς κατενθουσιασμένος πρότεινε στο Μαρκήσιο να κάνει γυναίκα του τη κόρη του και ο νέος δέχθηκε με χαρά.
Έζησαν όλοι με αγάπη και καλοσύνη, χωρίς να ανησυχούν για τίποτα. 
Ο γάτος μας έμεινε σύμβουλος του Μαρκήσιου του Καραμπά, του πρώην γιου του μυλωνά, για όλη τη ζωή του, χωρίς να κοπιάσει πια για τίποτα.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Η πεντάμορφη και το τέρας!!!!

Ήταν μια φορά κι ένα καιρό, ένας πλούσιος έμπορος, που είχε τρεις κόρες, αλλά η πιο γλυκιά και η πιο όμορφη ήταν η πιο μικρή, που την έλεγαν Πεντάμορφη.
Ο πατέρας της της είχε μεγάλη αδυναμία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αγαπούσε και τις άλλες του κόρες, παρότι είχαν το συνήθειο να σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους.
Μια μέρα ο έμπορος, έφυγε ταξίδι, για να παραλάβει στο λιμάνι από τα πλοία που θα έρχονταν εμπορεύματα καινούργια, στα οποία είχε επενδύσει όλα του τα χρήματα.
Πριν φύγει ρώτησε τις κόρες του όπως συνήθιζε τι ήθελαν να τους φέρει στην επιστροφή.
Οι δύο μεγαλύτερες ζήτησαν κοσμήματα και μεταξωτά υφάσματα, ενώ η μικρότερη του ζήτησε να είναι προσεκτικός, να γυρίσει γρήγορα και να της φέρει μόνο ένα τριαντάφυλλο που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι. Ο έμπορος έφυγε, μα μόλις έφτασε στο λιμάνι, ανακάλυψε ότι πειρατές είχαν επιτεθεί στα πλοία, και είχαν κλέψει το μεγαλύτερο μέρος από τα εμπορεύματα του, ενώ η καταιγίδα που ξέσπασε μετά βύθισε τα υπόλοιπα. Κατεστραμμένος οικονομικά, πήρε το δρόμο της επιστροφής, προσπαθώντας μέσα στην απελπισία του να σκεφτεί τι θα κάνει.
Καθώς προχωρούσε στο δρόμο, άρχισε να χιονίζει, και το φως είχε χαθεί εδώ και ώρα, όταν κατά τύχη βρέθηκε μπροστά σε ένα πολυτελέστατο και απόμερο αρχοντικό.
Μπήκε μέσα για να ζητήσει μια ζεστή γωνιά και λίγο φαγητό. Μα όταν χτύπησε τη πόρτα δε βγήκε κανένας να τον υποδεχθεί. Διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή, και μπαίνοντας σε ένα άλλο δωμάτιο, βρήκε ένα τραπέζι στρωμένο με όλων των ειδών τα φαγητά επάνω, και μια ζεστασιά από τα δύο τζάκια  που ζέσταιναν το χώρο με τις φλόγες τους.
Αφού δεν είδε κανένα, κάθισε και έφαγε και στη συνέχεια, ανοίγοντας μια άλλη πόρτα, βρήκε ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι έτοιμο να τον φιλοξενήσει. Έπεσε κατακουρασμένος να κοιμηθεί. Το πρωί που ξύπνησε, έψαξε πάλι τριγύρω να βρει τον οικοδεσπότη του, για να τον ευχαριστήσει, αλλά μη βλέποντας πάλι κανένα, ξεκίνησε να φύγει. Βγαίνοντας στο κήπο, για να πάρει το άλογο του από το στάβλο που το είχε αφήσει, είδε κοντά μια υπέροχη τριανταφυλλιά και θυμήθηκε τη κόρη του τη Πεντάμορφη. Σκεπτόμενος ότι αυτό τουλάχιστον μπορούσε να το πάρει, έκοψε ένα λουλούδι για να της το πάει. Την ίδια στιγμή άκουσε ένα τρομακτικό μούγκρισμα, και είδε μπροστά του ένα πελώριο και εξοργισμένο τέρας, που του φώναζε:
-Με αυτό το τρόπο λοιπόν ανταποδίδεις τη φιλοξενία μου, κλέβοντας από τα αγαπημένα μου λουλούδια;
-Δεν ήθελα να το κλέψω, αλλά μια και έχω καταστραφεί οικονομικά και αυτό μου ζήτησε η κόρη μου να της πάω, σκέφτηκα ότι δε θα πείραζε να κόψω ένα. Δεν είχα πρόθεση να σας ενοχλήσω, αντίθετα σας έψαχνα για να σας ευχαριστήσω.
Το τέρας τον κοίταξε και του απάντησε:
-Θα πάρεις αυτό το σεντούκι που είναι γεμάτο θησαυρούς, αλλά σε επτά ημέρες θα επιστρέψεις εδώ μόνος ή με τη κόρη σου. Θα πληρώσεις τότε για το παράπτωμα σου με τη ζωή σου, εκτός αν η κόρη σου θελήσει από μόνη της να μείνει μαζί μου. Και μη νομίζεις ότι δε θα τιμωρηθείς αν δεν έρθεις καθόλου γιατί θα έρθω εγώ και η τιμωρία θα είναι μεγαλύτερη.
Ο έμπορος γύρισε σπίτι, οι δύο του κόρες ούτε που τον άκουγαν μια και τη προσοχή τους την είχαν μόνο στο σεντούκι. Η Πεντάμορφη όμως ζήτησε συγγνώμη από το πατέρα της, που με αυτό που ζήτησε του δημιούργησε τόσα προβλήματα. Επέμενε λοιπόν κλαίγοντας να πάει μαζί με το πατέρα της, και να μιλήσει στο τέρας.
Αφού πέρασε η εβδομάδα, πήγαν στο σπίτι του τέρατος και το βρήκαν αμετακίνητο στις αποφάσεις του. Η Πεντάμορφη αποφάσισε να μείνει εκεί, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της, και αφού με δάκρυα αποχαιρετίστηκαν, ο πατέρας έφυγε και το τέρας του είχε βάλει στο αμάξι άλλο ένα σεντούκι, που θα τον βοηθούσε να ξαναφτιάξει τη δουλειά του.
Το τέρας είχε ετοιμάσει ένα δωμάτιο με πιάνο και βιβλία και κάθε μέρα της άφηνε και ένα μπουκέτο όμορφα τριαντάφυλλα. Προσπαθούσε δε να μη την ενοχλεί με τη παρουσία του. 
Η Πεντάμορφη σκεφτόταν:
''Δεν μπορεί να είναι τόσο κακός. Με φροντίζει και δε μου λείπει τίποτα. Έτσι κι εκείνη αποφάσισε να του πει ότι θέλει να παίρνει το δείπνο μαζί του. 
Κάθε βράδυ έτρωγαν μαζί και μιλούσαν για ένα σωρό θέματα. Και κάθε βράδυ το τέρας τη ρωτούσε αν θέλει να τον παντρευτεί. Εκείνη απαντούσε αρνητικά κι εκείνος δεν επέμενε.
Παρότι φοβόταν το παρουσιαστικό του, οι αρετές που ανακάλυπτε ότι είχε, την έκαναν να απολαμβάνει και να αποζητά τη παρέα του, όλο και περισσότερο.
Μια μέρα η κοπέλα του ομολόγησε ότι ένοιωθε νοσταλγία για τους δικούς της. Εκείνος της είπε ότι μπορεί να πάει να τους δει, αλλά πρέπει να επιστρέψει οπωσδήποτε μετά από επτά ημέρες.
Γι' αυτό το λόγο, της έδωσε ένα δαχτυλίδι, που άμα το φόραγε και τον σκεφτόταν θα γύριζε αμέσως πίσω. Η κοπέλα έφυγε χαρούμενη και φορτωμένη δώρα. 
Στο σπίτι όμως βρήκε τον πατέρα της άρρωστο. Ο κακομοίρης δεν ξεπέρασε ότι άφησε τη κόρη του με το τέρας. Οι δύο αδελφές της τσακώνονταν προσπαθώντας να ρίξει την ευθύνη της φροντίδας του η μία στην άλλη. Όταν την είδαν χάρηκαν γιατί τώρα θα αναλάμβανε εκείνη. Ζήλεψαν τα ρούχα της και τα κοσμήματα, και όταν τους τα χάρισε, έγινε η αγαπημένη τους.
Τους μίλησε για το δαχτυλίδι, και εκείνες αποφάσισαν να της αποσπάσουν τη προσοχή για να μη φύγει και ξαναφορτωθούν τις δουλειές και τον άρρωστο πατέρα τους.
Έτσι της έλεγαν συνέχεια ότι ο πατέρας τους είπε, πως θα πέθαινε αν ξαναέφευγε κι εκείνη ανέβαλε συνέχεια την αναχώρηση της. 
Ωστόσο τη τελευταία μέρα που τελείωνε η διορία για να γυρίσει πίσω, η Πεντάμορφη είδε στον ύπνο της το τέρας να τη καλεί, πεθαίνοντας.
Έντρομη ξύπνησε ετοιμάστηκε, μίλησε στο πατέρα της, και φόρεσε το δαχτυλίδι. Μέσα στη νύχτα βρήκε το τέρας να αφήνει τη τελευταία του πνοή. Το είχε σκοτώσει η θλίψη για το χαμό της. Πέφτοντας στην αγκαλιά του, τον φίλησε και τα δάκρυα της έπεσαν στο πρόσωπο του, ενώ του ψιθύριζε πόσο τον αγαπούσε. 
Και τότε ξαφνικά ένα λαμπερό σύννεφο, κάλυψε το τέρας, τρομάζοντας τη Πεντάμορφη.
Όταν το σύννεφο διαλύθηκε, μπροστά της είχε ένα πανέμορφο παλικάρι, που τη κοίταζε στα μάτια όλο λατρεία. Της μίλησε και της είπε για τη κατάρα που τον έκανε τέρας, μέχρι να βρεθεί κάποια που θα τον αγαπούσε αληθινά για τον εσωτερικό του κόσμο. Της είπε ακόμα πόσο την αγαπούσε ο ίδιος, και πόσο δυστυχισμένος ένοιωθε μακριά της. 
Την ίδια μέρα πήγαν και οι δύο στο σπίτι του πατέρα της. Εκεί του είπαν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τίποτα, γιατί στο εξής θα πήγαινε να ζήσει μαζί τους. Όσο για τις δύο του κόρες, θα έμεναν μόνες στο σπίτι τους για ένα χρόνο, κι αν έδειχναν ότι είχαν γίνει αξιόλογα άτομα, τότε θα τις φρόντιζε κι αυτές. 
Ο γάμος τους ήταν ο πιο ευτυχισμένος, αποδεικνύοντας ότι τις περισσότερες φορές ανακαλύπτεις την αξία εκεί που δεν το περιμένεις κι ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνεις επιφανειακά τους άλλους, αλλά να κοιτάς πάντα τον εσωτερικό τους κόσμο.




Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Η νεράιδα της πηγής!!

Σ' ένα μακρινό χωριουδάκι, ζούσε μια χήρα μαζί με τις δυο κόρες της. Η μεγαλύτερη, που ήταν και η πιο αγαπημένη της, ήταν άσχημη και κακομαθημένη, ενώ η άλλη αδελφή ήταν πολύ όμορφη και ενάρετη.
Για ένα μυστήριο λόγο, η μητέρα είχε μεγάλη αδυναμία και λάτρευε τη πρώτη της κόρη, που ήταν άχαρη, γεμάτη κρεατοελιές και είχε μύτη γαμψή και μεγάλη. Ήταν επίσης ψηλομύτα, αντιπαθητική και κακιά, αλλά η χήρα, βλέποντας την έτσι από μικρή, και έχοντας της τέτοια αγάπη, την έβλεπε όλο χαρίσματα, και ονειρευόταν ότι θα έκανε ένα σπουδαίο γάμο, με έναν ευγενή και ξεχωριστό πλούσιο άνδρα.
Η δεύτερη κόρη, η όμορφη, είχε ένα γλυκό και καλοσυνάτο χαρακτήρα, με διακριτικότητα, μετριοφροσύνη, πολύ εργατική αλλά ονειροπόλα.
Βλέποντας κάποιος τις δύο αδελφές, δύσκολα μπορούσε να φανταστεί ότι είχαν συγγένεια μεταξύ τους. Βέβαια όλοι προτιμούσαν τη μικρότερη. Όλοι,...εκτός από τη μητέρα της, που φθονούσε που δεν ξεχώριζαν τη ''χαρισματική'', όπως πίστευε, μεγάλη κόρη της.
Η μικρότερη φρόντιζε το σπίτι, και φορτωνόταν όλες τις δουλειές γενικά, ώστε να μην έρχεται σε επαφή με πολύ κόσμο, και ειδικά με άνδρες σε ηλικία γάμου.
Ακόμα και το χωραφάκι που είχαν, η κοπέλα το καλλιεργούσε, και το πότιζε, φρόντιζε τα ζωντανά, καθάριζε, έραβε, σιδέρωνε, από το πρώτο φως της αυγής, μέχρι πολύ αργά τη νύχτα.
Ωστόσο ήταν πάντα χαρούμενη, και δούλευε τραγουδώντας.
Μία από τις δουλειές της ήταν να σηκώνεται πολύ πρωί, και να φέρνει νερό από τη πηγή, που βρισκόταν στη μέση του δάσους. Δύο κανάτια με νερό μάλιστα, για το πρωινό μπάνιο της μητέρας της και της αδελφής της.
Μια μέρα που πήγε για νερό, μόλις είχε φτάσει στη πηγή, και είδε να βγαίνει από τα δέντρα μια κακόμοιρη γριά, που βάδιζε με μεγάλη δυσκολία. Στην πραγματικότητα η γριά, ήταν μια νεράιδα που συνήθιζε να μεταμφιέζεται και να πλησιάζει έτσι τους ανθρώπους.
-Γλυκιά μου κοπέλα-είπε-, είμαι τόσο αδύναμη που δεν έχω την αντοχή να γεμίσω το κουβά μου με νερό, και να τον σηκώσω για να πιω. Ίσως θα μπορούσες να μοιραστείς το κανάτι σου μαζί μου;
-Μα και βέβαια, απάντησε με προθυμία και ευγένεια η κοπέλα. Θα γεμίσω το κανάτι με φρέσκο νερό και θα το σηκώσω εγώ για να μπορέσεις να πιεις άνετα και να ξεδιψάσεις.
Κι έτσι έκανε. Περίμενε με στοργή και υπομονετικά να πιει η γριά, και στη συνέχεια μοιράστηκε μαζί της το φτωχικό πρωινό της.
Όταν πια έφαγαν, η γριά της είπε:
-Η καλοσύνη σου και η ευγένεια σου, με κάνουν να θέλω να σου κάνω δώρο.
Και χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρε τη κανονική της μορφή, αφήνοντας άφωνη τη κοπέλα.
-Από εδώ και στο εξής, της είπε, κάθε λέξη που θα βγαίνει από το στόμα σου όταν μιλάς, θα συνοδεύεται από λουλούδια και πολύτιμες πέτρες.
Όταν η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι, την περίμενε αγριεμένη η μητέρα της, που άρχισε να της φωνάζει για την αργοπορία της, και της ζητούσε εξηγήσεις.
Η κοπέλα άρχισε να ζητάει συγγνώμη, ενώ διάφορα μαργαριτάρια, ένα διαμάντι και τρία τριαντάφυλλα βγήκαν από τα χείλη της. Η μητέρα της τα έχασε, και αφού έμαθε όλα τα συμβάντα, αποφάσισε να στείλει την αγαπημένη της κόρη στη πηγή, γιατί αυτή την ανταμοιβή εκείνη την άξιζε περισσότερο.
Έβγαλε από το μπαούλο το καλύτερο φόρεμα που το φύλαγε, και το έδωσε στην αγαπημένη της.
Η μεγαλύτερη κόρη δεν ήθελε να πάει να φέρει νερό, γιατί πάντα ξύπναγε αργά και με κακή διάθεση.
Μπροστά στην επιμονή της μάνας, ντύθηκε όπως θα ντυνόταν μια πριγκίπισσα, και πήρε ένα χάλκινο κανάτι.
Μόλις έφτασε στη πηγή, περίμενε τη γριά να εμφανιστεί. Αντί για τη γριά εμφανίστηκε μια κυρία ντυμένη πλούσια και της είπε με όμορφο τρόπο:
-Σε παρακαλώ είμαι διψασμένη. Μπορείς να μου δώσεις λίγο νερό από το κανάτι σου:
Η κακότροπη όμως κοπέλα της απάντησε:
-Άσε με στην ησυχία μου, πιες μόνη σου γιατί εγώ περιμένω μια γριά, και δεν πρόκειται να αφιερώσω χρόνο για να ασχοληθώ μαζί σου.
-Αυτό θα κάνω, απάντησε η κυρία με συγκρατημένο θυμό. Θα πιω μόνη μου, αφού πρώτα όμως σου αφήσω ένα δώρο, αντάξιο σου. Από εδώ και στο εξής, κάθε που θα μιλάς θα βγαίνουν από το στόμα σου βατράχια και φίδια.
Τότε η αγενέστατη κόρη κατάλαβε ότι είχε μπροστά της τη νεράιδα, που απλά είχε αλλάξει μεταμφίεση. Έβαλε τα κλάματα, και έτρεξε στο σπίτι της. Κάθε που προσπαθούσε να εξηγήσει στη μητέρα της τι έγινε, πετάγονταν βατράχια και φίδια προκαλώντας αηδία στην ίδια και οργή στη μητέρα της για το κακό που έπαθε το κοριτσάκι της.
Οργισμένη γυρίζει και λέει στη μικρή της κόρη
-Χάσου από τα μάτια μου, δε θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου, που δεν προφύλαξες την αδελφή σου από αυτή τη συμφορά. Να φύγεις και να μη ξαναγυρίσεις.
Με σπρωξιές τη πέταξε έξω από το σπίτι. Η κοπέλα κλαίγοντας για τη συμπεριφορά της μητέρας της, έφτασε στο δάσος, και έπεσε κάτω στο χώμα, μη μπορώντας να σταματήσει τους λυγμούς της.
Η νεράιδα την είδε και τη λυπήθηκε. Μεταμορφώθηκε σε αρσενικό ελάφι, και παρουσιάστηκε μπροστά στον πρίγκιπα που κυνηγούσε στο δάσος εκείνη την ημέρα. Τον έκανε να την ακολουθήσει για να τη σκοτώσει, και όταν έφτασε στο σημείο που έκλαιγε η κοπέλα, εξαφανίστηκε από μπροστά του.
Ο πρίγκιπας είδε τη κοπέλα που έκλαιγε και ξέχασε αμέσως το ελάφι.
-Τι σου συμβαίνει γλυκιά μου και κλαις;;
Όταν η κοπέλα άρχισε να του διηγείται τι της συνέβαινε, βγήκαν από το στόμα της δύο τουλίπες, τρία σμαράγδια και ένα ρουμπίνι. Ο πρίγκιπας έμεινε έκθαμβος. Όσο η κοπέλα μιλούσε, εκείνος κατάλαβε ότι είχε μπροστά του ένα πλάσμα όχι μόνο όμορφο, αλλά καλοσυνάτο και με γλυκύτητα, και την ερωτεύτηκε.
-Μη κλαις ομορφιά μου, αν θες έλα μαζί μου στο παλάτι, και δέξου να γίνεις γυναίκα μου. Τα πλούτη που βγαίνουν από το στόμα σου, είναι η απόδειξη ότι η πραγματική σου προίκα είναι η καλή σου η καρδιά, και η ευγένεια σου. Τέτοια προίκα ατράνταχτη, ώστε μια νεράιδα να σου κάνει τέτοιο δώρο.
Έζησαν ευτυχισμένοι όλη τη ζωή τους, και  τα πλούτη χρησίμευσαν ώστε να κάνουν  ευτυχισμένο και το λαό τους.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*