Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Το σπιτάκι του δάσους!!!


Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας ξυλοκόπος που ζούσε με τη γυναίκα του και τα τρία του κορίτσια, 
σε ένα σπιτάκι στο δάσος.
Μια μέρα που ξύπνησε για να πάει να κόψει ξύλα, είπε στη γυναίκα του:
''Σήμερα θα τελειώσω αργά, και δε θα έρθω για φαγητό. Στείλε μου φαγητό με τη μεγάλη μας κόρη.
Για να βρει το δρόμο, θα ρίχνω σπόρους σταριού. Έτσι δε θα χαθεί''.
Κανείς τους δε σκέφτηκε τα πουλιά στο δάσος. Έτσι το κορίτσι δεν είδε κάτω ούτε ένα κόκκο, για να βρει το δρόμο να φτάσει στο πατέρα του.
Περπατούσε, περπατούσε, ώσπου βράδιασε κι εκείνο απελπισμένο δεν ήξερε τι να κάνει.
Ξαφνικά είδε κάπου πιο μακριά ένα φως. Σκέφτηκε ότι εκεί θα έμεναν κάποιοι άνθρωποι που θα τη φιλοξενούσαν το βράδυ.
Σαν έφτασε κοντά, είδε μια καλύβα, και χτύπησε τη πόρτα. Όποιος κι αν είσαι πέρασε....άκουσε μια φωνή. Μέσα βρισκόταν ένας γέρος με μακριά άσπρη γενειάδα, μία αγελάδα, ένας κόκορας και μια κότα.
Το κορίτσι είπε τι του συνέβη, και ζήτησε να τη φιλοξενήσουν για τη νύχτα.
Ο γέρος είπε τότε:
''Όμορφο μου κοκοράκι, αγελάδα μου καλή, κότα μου χαριτωμένη, σας παρακαλώ πολύ.
Τι να πω στο κοριτσάκι, να καθίσει ή να πηγαίνει;;
Εκείνα έβγαλαν έναν ήχο...Ντουκς....που φαίνεται ήταν η απάντησή τους, γιατί ο γέρος τότε είπε στο κορίτσι.
''Πήγαινε στη κουζίνα και μαγείρεψε μας σούπα. Έχουμε απ' όλα.
Το κορίτσι μαγείρεψε, έφερε το φαγητό στο τραπέζι το οποίο ήταν άφθονο και νόστιμο.
Έφαγαν, αλλά δεν σκέφτηκε να ταΐσει τα άμοιρα ζώα καθόλου.
Αντί γι' αυτό, ρώτησε το γέρο που μπορεί να κοιμηθεί.
Αντί για το γέρο όμως, της απάντησαν τα ζώα:
Έφαγες καλά- καλά, δίχως να μας θυμηθείς.
Τώρα βρες μονάχη πια που θα πας να κοιμηθείς.
Ανέβα τη σκάλα, της είπε ο γέρος, και θα βρεις δύο δωμάτια.
Στρώσε και τα δύο, με χιονάτα σεντόνια και διάλεξε ένα δωμάτιο.
Το κορίτσι ανέβηκε πάνω, έστρωσε τα σεντόνια, διάλεξε το μεγαλύτερο δωμάτιο, κι έπεσε για ύπνο, χωρίς να γνοιαστεί για τίποτα άλλο.
Ανέβηκε κι ο γέρος με κόπο, την κοίταξε που κοιμόταν, και κούνησε θλιβερά το κεφάλι του.
Αμέσως μια καταπακτή άνοιξε, και κατάπιε και το κρεβάτι και το κορίτσι.
Όταν γύρισε ο ξυλοκόπος, ήταν έξαλλος γιατί έμεινε νηστικός. Και είπε στη γυναίκα του:
Ποιος ξέρει που χάθηκε η ξεμυαλισμένη η κόρη μας. Σίγουρα θα τη μαλώσω αύριο που θα φανεί.
Την άλλη μέρα ζήτησε να του πάει φαγητό η δεύτερή του κόρη, και της είπε:
Αυτή τη φορά θα ρίχνω ρίχνω φακή. Αποκλείεται να μη τη δεις.
Όταν ξεκίνησε η δεύτερη κόρη, πάλι η φακή είχε εξαφανιστεί. Πάλι το κορίτσι χάθηκε, και πάλι μετά από πολύ περπάτημα έφτασε στο σπιτάκι του γέρου.
Ακολούθησε η ίδια σκηνή, αλλά κι αυτή μαγείρεψε για τον εαυτό της και το γέρο άφθονο φαγητό, έφαγε αδιαφορώντας για όλα τα άλλα, και έκανε την ίδια επιλογή δωματίου που είχε κάνει και η αδελφή της, τη προηγούμενη ημέρα.
Έπειτα από λίγη ώρα χανόταν στη καταπακτή κι αυτή, όπως η μεγάλη της αδελφή.
Έξαλλος ο ξυλοκόπος και σίγουρος ότι οι κόρες του οι άμυαλες κάπου γύριζαν, ζήτησε από τη μικρή του κόρη να του πάει αυτή τη φορά φαγητό. Στο δρόμο αυτή τη φορά έριχνε μπιζέλια, τα οποία εξαφανίστηκαν από τα πουλιά, όπως το στάρι και η φακή.
Το κορίτσι περπάτησε μέχρι που βράδιασε, κι αφού δε βρήκε το δρόμο να φτάσει στο πατέρα του, στενοχωρημένη που ο πατέρας του θα ήταν νηστικός, βρέθηκε έξω από το σπίτι του γέρου.
Μπήκε μέσα, κι ακολούθησε ο γνωστός διάλογος.
Το κορίτσι άρχισε να μαγειρεύει, κι όσο το φαγητό μαγειρευόταν, πήγε κοντά στο κόκορα στη κότα και την αγελάδα και τα χάιδεψε. Τότε τους είπε:
''Κακόμοιρα θα πεινάτε και θα διψάτε κι εσείς ε;;
Θα φροντίσω κι εσάς, αφού χάθηκα και δεν μπόρεσα να φροντίσω τον καημένο το πατέρα μου. Ελπίζω να μην ανησυχεί πολύ κι η καημένη η μάνα μου''.
Πήγε κι έφερε ένα δεμάτι σανό για την αγελάδα, και κριθάρι και καλαμπόκι για τη κότα και τον κόκορα. Έπειτα ρίχνοντας και μια ματιά στο φαγητό, ξαναβγήκε φέρνοντας αυτή τη φορά ένα μεγάλο κουβά με νερό, που το άφησε μπροστά στα ζώα. Ετοίμασε το τραπέζι στη συνέχεια, κι έφερε το φαγητό. Σέρβιρε πρώτα το γέρο κι έπειτα τον εαυτό της. Κάθισε κι έφαγε το υπέροχο φαγητό που είχε φτιάξει, κι έπειτα μάζεψε τα πιάτα, τα πήγε στη κουζίνα και τα έπλυνε. Αφού όλα τα άφησε καθαρά, ρώτησε το γέρο χρειαζόταν τίποτα άλλο. Εκείνος της απάντησε αρνητικά. Θέλοντας να μάθει που θα κοιμηθεί, πήγε να ρωτήσει. Μα θυμήθηκε ότι ο γέρος ρωτούσε για τα πάντα τα ζώα του.
Το κορίτσι τότε στράφηκε στα ζώα, όπως έκανε κι ο γέρος.
''Όμορφο μου κοκοράκι κι αγελάδα μου καλή, κότα μου χαριτωμένη σας παρακαλώ πολύ.
Το μικρό το κοριτσάκι να καθίσει ή να πηγαίνει;;
Κι εκείνα της απάντησαν:
''Αν νυστάζει κι αν ποθείς, πήγαινε να κοιμηθείς.
Κι επειδή μ' έχεις ταΐσει, και για μένα έχεις φροντίσει, λέω νύχτα σου καλή κι σ' ευχαριστώ πολύ.
Με τις οδηγίες του γέρου ετοίμασε τα δύο δωμάτια. Κατέβηκε πάλι κάτω και τον βοήθησε να ανέβει τη σκάλα. Τον οδήγησε στο πιο μεγάλο δωμάτιο, και τον έβαλε να κοιμηθεί. Τότε πήγε κι εκείνη και ξάπλωσε κι όπως ήταν ξεθεωμένη, κοιμήθηκε βαριά. 
Τη νύχτα ξαφνικά, το σπίτι άρχισε να τρέμει, κι ακούγονταν παντού τριξίματα. Ωστόσο ήταν κουρασμένη πολύ, και δεν ξύπνησε.
Το πρωί που άνοιξε τα μάτια της, τρόμαξε.
Το δωμάτιο που βρισκόταν ήταν πανέμορφο και τεράστιο. Οι παντόφλες που βρίσκονταν μπροστά στο κρεβάτι της είχαν κεντήματα με μαργαριτάρια. Οι τοίχοι είχαν χρυσά λουλούδια, και το κρεβάτι της ήταν σκεπασμένο με κόκκινο βελούδο. 
Νόμιζε ότι δεν είχε ξυπνήσει ακόμα, όταν η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκαν μπροστά της τρεις υπηρέτες.
''Ποιοι είστε εσείς;; Που βρίσκομαι;;;
Τι κάνατε στο καλό γεράκο και στα όμορφα ζωάκια του;;
Που είναι;; Χρειάζονται τη φροντίδα μου θα έχουν τρομάξει με όλα αυτά, όπως κι εγώ.
Οι υπηρέτες χωρίς να μιλήσουν της ακούμπησαν ένα υπέροχο φόρεμα, για να ντυθεί και βγήκαν από το δωμάτιο. Το κορίτσι ντύθηκε και όρμησε έξω, να αναζητήσει το γεράκο με τα ζώα του. Αλλά την ώρα που ξαφνιασμένη αντίκριζε ένα πολυτελέστατο διάδρομο, ένα πανέμορφο παλικάρι, βγήκε από τη διπλανή πόρτα. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε σε ένα υπέροχο δωμάτιο με τζάκι. Και της είπε: ''Μη φοβάσαι, εγώ είμαι ο γέρος και τα ζώα μου οι υπηρέτες. Μια κακιά μάγισσα μας είχε μαγέψει, μέχρι να βρεθεί ένα καλόκαρδο και τρυφερό κορίτσι, που νοιαζόταν πρώτα για τους άλλους κι έπειτα για τον εαυτό του, και θα μας ελευθέρωνε. Εσύ με τη καλοσύνη σου και την ανθρωπιά σου, έλυσες τα μάγια. Γι' αυτό και σε αγάπησα, και σου ζητώ να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω να φέρουν και τους γονείς σου, ώστε να είναι εδώ στο γάμο μας, και να ζήσουν κοντά μας. 
Θέλεις να με παντρευτείς;; Θα σε κάνω πολύ ευτυχισμένη.
Το κορίτσι δέχτηκε, αλλά του είπε έχω και δύο αδελφές που δεν ξέρω τι τους έχει συμβεί.
Τότε το παλικάρι της είπε. Εγώ τις έχω στο υπόγειό μου. Θα μείνουν για το γάμο. Αλλά μετά θα πάνε να δουλέψουν κοντά σε ένα καρβουνιάρη, μέχρι να μάθουν να ενδιαφέρονται και να πονάνε και τους άλλους, εκτός από τον εαυτό τους.
Έτσι κι έγινε! Οι γονείς ήταν ευτυχισμένοι για το γάμο και την ευτυχία της κόρης τους, και οι αδελφές έφυγαν να πάνε να δουλέψουν μέχρι να μάθουν πως πρέπει να είναι ένας σωστός άνθρωπος.
Και το ζευγάρι έζησε ευτυχισμένο, για την υπόλοιπη ζωή του, σκορπώντας το καλό και φροντίζοντας για όλους!!!!!





Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Η πριγκίπισσα και το ρεβύθι


Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας πρίγκιπας που ήθελε να παντρευτεί πριγκίπισσα. Μια πραγματική όμως πριγκίπισσα με βασιλικό αίμα. Γύρισε όλο τον κόσμο για να την βρει, αλλά αυτό ήταν πολύ πιο δύσκολο απ' όσο είχε σκεφτεί.
Πριγκίπισσες βέβαια υπήρχαν πολλές, αλλά πως μπορούσε να σιγουρευτεί ότι κρατούσαν από βασιλικό σόι;;
Πάντα έβρισκε κάτι που τον έκανε να αμφιβάλλει.Γύρισε λοιπόν κατάκοπος στο παλάτι του, γεμάτος θλίψη και μελαγχολία που δεν κατάφερε να βρει αυτό που από καιρό ήθελε με τόση λαχτάρα.
Όταν κάποιο βράδυ, ξέσπασε μια καταιγίδα. Αστραπές, βροντές και μια φοβερή βροχή. Μια απαίσια νύχτα που σου μαύριζε τη καρδιά.
Τότε ξαφνικά, ακούστηκε ένας αδύναμος χτύπος στη πόρτα κι ο γερο-βασιλιάς έδωσε εντολή να ανοίξουν. Και να! έπειτα από λίγο παρουσιάστηκε μπροστά του, μια πριγκίπισσα. Αλλά ήταν σε μια κατάσταση, με μουσκεμένα μαλλιά και τα ρούχα της μούσκεμα και να στάζει από παντού νερά.
Στεκόταν και σχημάτιζε μια μικρή λίμνη γύρω της. Το νερό έβγαινε ακόμα και μέσα από τα παπούτσια της.
Ήταν χάλια, και κανείς όταν την έβλεπε δεν θα έβαζε με το μυαλό του, ότι ήταν μια πριγκιποπούλα.
Η κοπέλα όμως ισχυριζόταν με επιμονή, ότι ήταν πριγκιποπούλα, που βγήκε βόλτα και χάθηκε στη καταιγίδα.
- Είμαι πραγματική πριγκίπισσα!!..έλεγε και ξανάλεγε.
Η γριά βασίλισσα σκέφτηκε να τη φιλοξενήσει και να το διαπιστώσει μόνη της.
Ενόσω η κοπέλα έκανε ένα ζεστό μπάνιο, εκείνη γλίστρησε στη κρεβατοκάμαρα, έβαλε να ξεστρώσουν εντελώς το κρεββάτι, και έβαλε από κάτω ένα μικρό ρεβίθι.
Έπειτα τοποθέτησαν από πάνω, είκοσι στρώματα κι από πάνω άλλα είκοσι, όλα πουπουλένια.
Εκεί πάνω έπρεπε να κοιμηθεί η πριγκίπισσα.
Πέρασε η νύχτα, και όταν ξημέρωσε το πρωί, της έδωσαν στεγνά ρούχα και κατέβηκε στη τραπεζαρία, που ο βασιλιάς, η βασίλισσα και ο πρίγκιπας, έπαιρναν το πρωινό τους.
Τη ρώτησαν αν έκανε καλόν ύπνο.
-Κοιμήθηκα πολύ άσχημα. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Ποιος ξέρει τι μπορεί να υπήρχε στο κρεββάτι μου.΄Ηταν τόσο σκληρό, που σήμερα είμαι γεμάτη μελανιές.Πέρασα ένα πολύ άσχημο βράδυ, λες και κοιμόμουν πάνω σε πέτρα.
Από αυτό κατάλαβαν όλοι ότι η κοπέλα ήταν καλομαθημένη, μια πραγματική πριγκίπισσα και ότι οι τρόποι της δεν ήταν προσποιητοί. 
Και μια και ήταν πραγματικά όμορφη εκτός από ευγενική, ο πρίγκιπας της πρότεινε γάμο.
Έγινε ένα μεγάλο γλέντι, όπου χάρηκε όλος ο λαός του βασιλείου, και το ρεβίθι το τοποθέτησαν, πάνω σε ένα βελούδινο μαξιλάρι, σκεπασμένο από μία γυάλα, για να το βλέπουν όλοι και να θυμούνται, ότι οι άνθρωποι που είναι από καλή γενιά ξεχωρίζουν από τους τρόπους, ακόμα κι όταν δεν τους βλέπει κανείς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*